The Greek Canadian News online

Ποιοι, πόσο και πώς γιορτάζουμε τις Εθνικές μας επετείους

Create: 03/27/2017 - 21:03

*Του Γεώργιου Μπαμπινιώτη
Όσο πιο μικρή είναι μια χώρα, όσο πιο μικρός είναι ένας λαός, τόσο εντονότερες πρέπει να είναι οι ιστορικές μνήμες του, τόσο ισχυρότερες και συχνότερες οι αναδρομές του στα ιστορικά γεγονότα που σφράγισαν την ύπαρξη και την επιβίωσή του ως έθνους.
Γιατί ένα μικρό έθνος χρειάζεται μεγάλες αντοχές! Και οι αντοχές αντλούνται από τη συνειδητοποίηση των μεγάλων στιγμών της ιστορίας ενός λαού, από τις στιγμές που ένας λαός υπερβαίνει τα ελαττώματα, τις ελλείψεις και τις αδυναμίες του, για να υψωθεί στη σφαίρα των πραγματικών αξιών, σ’ αυτές που διακρίνουν και καταξιώνουν τον άνθρωπο και τον κάνουν να μεγαλουργεί.
Δύο είναι οι ιστορικές στιγμές που μεγαλούργησε εθνικά ο Ελληνισμός τα τελευταία 200 χρόνια:
α) Το 1821 όταν ξεσηκώνεται το Γένος των Ελλήνων για να αποκτήσει την εθνική ανεξαρτησία του μετά από ζυγό 400 χρόνων στους Τούρκους. Αυτή την ανάσταση του Έθνους -με τη διπλή σημασία της λέξης, του «ξεσηκωμού» και της «αναβίωσης»- γιορτάζουμε την 25η Μαρτίου.
β) Το 1940, την 28η του Οκτωβρίου, που ο πολυδοκιμασμένος ελληνικός λαός ξαναπαίρνει τα όπλα για να αντιμετωπίσει την φασιστική πρόκληση της τότε Ιταλίας και να αποτρέψει έναν δεύτερο ξενικό ζυγό με άγνωστες συνέπειες. Πολύ αίμα χύνεται, πολλές ανθρώπινες ζωές θυσιάζονται, χιλιάδες Έλληνες γυρίζουν από τον πόλεμο ανάπηροι. Αποτρέπεται ο φασιστικός κίνδυνος, εξασφαλίζεται (μέχρι να ακολουθήσει η γερμανική λαίλαπα) η ακεραιότητα της χώρας και γράφεται το Έπος του ‘40.
Είναι προφανές ότι τις επετείους αυτές το Έθνος μας οφείλει να εορτάζει με σεβασμό στους νεκρούς ήρωες, με λαμπρότητα αντάξια του γεγονότος και με καθολική συμμετοχή. Τέτοια τιμή αρμόζει σ’ αυτούς, στους οποίους χρωστάμε την ελευθερία, τη ζωή και την εθνική μας ακεραιότητα. Αναρωτιέμαι, και σας καλώ να αναρωτηθούμε όλοι, πόσο τιμούμε τα τελευταία χρόνια τις δύο αυτές επετείους και πόσο συμμετέχουμε σ’ αυτές τις γιορτές εθνικής μνήμης. Πέρα από τις επίσημες εθνικές τελετές στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη, που κι αυτές δεν έχουν (σε όγκο, σε παλμό και σε αντιπροσωπευτικότητα συμμετοχής) την δέουσα παρακολούθηση, τι γίνεται στον χώρο της εκπαίδευσης; Είναι οι αίθουσες γεμάτες από φοιτητές; Γιορτάζουν οι ίδιοι οι φοιτητές με δικές τους εκδηλώσεις το Έπος του ‘40 ή την 25η Μαρτίου όπως γιορτάζουν λ.χ. (και ορθώς) την 17η Νοεμβρίου; Γιορτάζουν τα Σχολεία της χώρας, με την βαρύτητα, την σοβαρότητα, την λαμπρότητα που επιβάλλεται, τις εθνικές μας επετείους, αναδεικνύοντας τις γιορτές αυτές σε εξαιρετικής σημασίας και αίγλης γεγονότα της σχολικής ζωής; Οι φοιτητικές οργανώσεις -είναι γνωστό- αγνοούν τις εθνικές επετείους. Τα Σχολεία γιορτάζουν τυπικά και με περιορισμένη συμμετοχή αυτές τις επετείους. Ποια όμως συνειδητοποίηση των γεγονότων που σημάδεψαν την ιστορική μας ύπαρξη μπορεί να επιτευχθεί μ’ αυτόν τον τρόπο; Πόσο οι νέοι μας, οι σημερινοί μαθητές και φοιτητές και αυριανοί πολίτες αυτής της χώρας, έχουν την ευκαιρία να νιώσουν βαθιά μέσα τους τι αγώνες χρειάστηκαν, πόσοι Έλληνες χάθηκαν, ποια ιδανικά υπηρέτησαν, ποιες αξίες τους οδήγησαν να αγωνιστούν για να μας κληροδοτήσουν μίαν ελεύθερη πατρίδα;
Κι ωστόσο οι μνήμες, ιδίως του ‘40, είναι ακόμη νωπές. Δεν έχουμε την πολυτέλεια να μετατρέψουμε αυτές τις «επετείους ουσίας» σε «επετείους απουσίας» ή και σε «γιορτές ρουτίνας», με τυπικές προσεγγίσεις και επιφανειακές αναδρομές ή και με μεγαλόστομες ρητορικές εξάρσεις που παρακάμπτουν την ουσία και τη σημασία των γεγονότων. Πρέπει να αναβιώσουμε με τον πιο ουσιαστικό τρόπο και την μεγαλύτερη δυνατή συμμετοχή τις στιγμές και τις αξίες που οδήγησαν τον λαό μας να πετύχει το ακατόρθωτο: να αποτινάξει τον ζυγό μιας Αυτοκρατορίας το ‘21 και να πει το μεγάλο ΟΧΙ στη φασιστική Ιταλία και στον γερμανικό ναζισμό το ‘40. Αυτά είναι τα διδάγματα που μπορούν να εμπνεύσουν όλους μας, ιδίως τους νέους, σε καιρούς υποβάθμισης των ιδανικών και των αξιών, παραμέλησης των αρχών και των κανόνων και σε καιρούς σύγχυσης των ιδεών.
Στις μέρες μας η παραφροσύνη της διεθνούς τρομοκρατίας και των ασύλληπτων σε ευρηματικότητα τρομοκρατικών πράξεων από τη μία, καθώς και των αποτελεσμάτων των πρωτοφανών αντιποίνων που προκάλεσαν από την άλλη, έχουν βυθίσει τον κόσμο σε ένα πρωτόγνωρο κλίμα ανησυχίας, ανασφάλειας, φόβου και αμηχανίας. Τη θέση της πολεμικής αναμέτρησης έχει πάρει αυτές τις ώρες η ανελέητη δολοφονία αμάχων. Ένθεν κακείθεν. Η πανάρχαια αρετή, η ανδρεία στο πεδίο της μάχης, αντικαταστάθηκε από υψηλής τεχνολογίας φονικά όπλα καθώς και από χημικές μεθόδους βιολογικής εξόντωσης. Αυτές που κακοποιούνται σήμερα δεν είναι μόνον οι ανθρώπινες υπάρξεις, αλλά οι αξίες – η ελευθερία, η ανθρώπινη αξιοπρέπεια, το δικαίωμα στη ζωή κ.λπ.
Θεωρώ ότι επέτειοι ιστορικής μνήμης, ηθικής ευθύνης και εθνικών αγώνων όπως η σημερινή βοηθούν, αν μη τι άλλο, να συναισθανθούμε τί ενέπνευσε και τί εδίχασε τους λαούς μερικές δεκαετίες πριν και τί εμπνέει και διχάζει τους λαούς σήμερα. Βοηθούν να κατανοήσουμε πόσο διαφέρει η εναντίωση στον φασισμό με τον έντιμο και γενναίο θάνατο χιλιάδων Ελλήνων στα πεδία των μαχών και με θυσίες πολλών άλλων στην Αντίσταση από τους τυφλούς βομβαρδισμούς και τη διασπορά σκόνης του άνθρακα που συμβαίνουν στις μέρες μας! Φαίνεται ότι και η πολεμική αρετή αρχίζει πια να αλλοιώνεται σε μορφή και σε νόημα!

*Ο κ. Γεώργιος Μπαμπινιώτης είναι καθηγητής Γλωσσολογίας, πρύτανης του Πανεπιστημίου Αθηνών.

About Author