Ένα σημαντικό νομοθετικό βήμα που τέθηκε σε ισχύ στα τέλη του 2025 αναμένεται να επηρεάσει εκατομμύρια ανθρώπους στις Ηνωμένες Πολιτείες που διαθέτουν καναδική καταγωγή. Ο ομοσπονδιακός νόμος Bill C-3, που τροποποιεί τον Καναδικό Νόμο περί Ιθαγένειας, κατήργησε το λεγόμενο «περιορισμό της πρώτης γενιάς», επιτρέποντας πλέον τη μετάδοση της καναδικής υπηκοότητας σε πολλαπλές γενιές απογόνων Καναδών που γεννήθηκαν στο εξωτερικό.
Η αλλαγή αυτή, η οποία τέθηκε σε ισχύ στις 15 Δεκεμβρίου 2025, έχει ήδη προκαλέσει τεράστια αύξηση αιτήσεων για πιστοποιητικά καναδικής ιθαγένειας, ιδιαίτερα από Αμερικανούς πολίτες που αναζητούν να αποδείξουν την καναδική καταγωγή τους. Παρότι η νέα νομοθεσία διευρύνει σημαντικά το δικαίωμα υπηκοότητας, οι ενδιαφερόμενοι οφείλουν να αποδείξουν με επίσημα έγγραφα τη γενεαλογική τους σύνδεση με τον Καναδά.
Μέχρι πρόσφατα, η καναδική νομοθεσία περιόριζε την αυτόματη μετάδοση της ιθαγένειας μόνο στην πρώτη γενιά παιδιών που γεννιούνταν εκτός Καναδά από Καναδούς γονείς. Αυτό σήμαινε, ότι τα παιδιά Καναδών που γεννήθηκαν στο εξωτερικό μπορούσαν να αποκτήσουν καναδική υπηκοότητα, αλλά τα δικά τους παιδιά, εφόσον επίσης γεννιούνταν εκτός Καναδά, δεν είχαν το ίδιο δικαίωμα.
Το 2023, όμως, το Ανώτερο Δικαστήριο του Οντάριο έκρινε ότι ο περιορισμός αυτός ήταν αντισυνταγματικός, ανοίγοντας το δρόμο για νομοθετική τροποποίηση. Η απόφαση οδήγησε στην ψήφιση του Bill C-3, το οποίο όχι μόνο καταργεί τον περιορισμό της πρώτης γενιάς αλλά αποκαθιστά και το καθεστώς πολλών ανθρώπων που θεωρούνταν μέχρι σήμερα «χαμένοι Καναδοί», δηλαδή άτομα που θα είχαν καναδική υπηκοότητα αν δεν ίσχυε ο προηγούμενος περιορισμός.
Η νέα νομοθεσία έχει αναδρομική ισχύ για όσους γεννήθηκαν πριν από την ημερομηνία εφαρμογής της. Για τα άτομα που γεννήθηκαν μετά τις 15 Δεκεμβρίου 2025 ισχύουν διαφορετικά κριτήρια, τα οποία όμως εξακολουθούν να επιτρέπουν τη μετάδοση της υπηκοότητας πέρα από την πρώτη γενιά.
Ειδικοί στον τομέα της μετανάστευσης επισημαίνουν, ότι η αλλαγή αυτή έχει καταστήσει το πιστοποιητικό καναδικής υπηκοότητας εξαιρετικά περιζήτητο. Σύμφωνα με ρυθμισμένους συμβούλους μετανάστευσης στον Καναδά, η διεθνής αστάθεια και η αυξανόμενη κινητικότητα πληθυσμών, έχουν οδηγήσει πολλούς ανθρώπους να αναζητούν μια δεύτερη υπηκοότητα ως εναλλακτική επιλογή για το μέλλον.
Η διαδικασία, ωστόσο, δεν είναι απλή. Οι αιτούντες πρέπει να τεκμηριώσουν τη γενεαλογική τους γραμμή μέσω επίσημων εγγράφων, όπως πιστοποιητικά γέννησης ή βάπτισης που αποδεικνύουν τη συγγένεια και τον τόπο γέννησης, καθώς και πιστοποιητικά γάμου που καταγράφουν τυχόν αλλαγές επωνύμων. Οι ειδικοί επισημαίνουν, ότι ιστορικά υπήρξαν πολλές περιπτώσεις αλλαγής ονομάτων, ιδιαίτερα μεταξύ Γαλλοκαναδών μεταναστών που εγκαταστάθηκαν στις Ηνωμένες Πολιτείες. Για παράδειγμα, γαλλικά ονόματα συχνά αγγλοποιήθηκαν, γεγονός που δημιουργεί επιπλέον δυσκολίες στην τεκμηρίωση της γενεαλογικής συνέχειας.
Σε πολλές περιπτώσεις απαιτούνται πρόσθετα στοιχεία για την επιβεβαίωση της ταυτότητας ενός προγόνου, όπως απογραφές πληθυσμού, ληξιαρχικές πράξεις θανάτου, δικαστικά έγγραφα ή συμβόλαια ιδιοκτησίας. Όλα αυτά μπορούν να συμβάλουν στην απόδειξη της γενεαλογικής σύνδεσης με τον Καναδά. Η αυξημένη ζήτηση για ιστορικά έγγραφα έχει ήδη προκαλέσει σημαντική πίεση σε αρχεία και υπηρεσίες σε ολόκληρη τη χώρα.
ΑΥΞΗΣΗ ΑΙΤΗΣΕΩΝ
ΚΑΙ ΣΤΟ ΚΕΜΠΕΚ
Στο Κεμπέκ, τα επίσημα αρχεία που καλύπτουν την περίοδο από το 1621 έως και πριν από έναν αιώνα, φυλάσσονται στη Bibliothèque et Archives nationales du Québec (BAnQ), ενώ πιο πρόσφατα αρχεία διαχειρίζεται ο Directeur de l’état civil.
Σύμφωνα με αρχειονόμους της BAnQ στο Μόντρεαλ, ο αριθμός αιτήσεων για πιστοποιημένα αντίγραφα ληξιαρχικών εγγράφων έχει αυξηθεί εντυπωσιακά. Τον Ιανουάριο του 2025 καταγράφηκαν μόλις 32 αιτήσεις για πιστοποιημένα αντίγραφα ζωτικών εγγράφων, ενώ τον Ιανουάριο του 2026 ο αριθμός αυτός ξεπέρασε τις 1.000. Η μεγάλη πλειονότητα αυτών των αιτήσεων προήλθε από πολίτες των Ηνωμένων Πολιτειών που προσπαθούν να αποδείξουν καναδική καταγωγή.
Παρόμοια αύξηση παρατηρείται και σε άλλες επαρχίες, όπως το Νιου Μπράνσγουικ, η Βρετανική Κολομβία, η Νέα Γη και το Οντάριο, όπου τα αρχεία αναφέρουν σημαντική άνοδο αιτήσεων σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος.
Οι αρχειονόμοι επισημαίνουν ότι η διαδικασία αναζήτησης μπορεί να είναι χρονοβόρα, καθώς συχνά απαιτείται επιστροφή στα πρωτότυπα ληξιαρχικά βιβλία των ενοριών ή των κοινοτήτων. Πολλά από αυτά τα έγγραφα χρονολογούνται από το 18ο και το 19ο αιώνα και πρέπει να χειρίζονται με ιδιαίτερη προσοχή λόγω της ευθραυστότητάς τους. Επιπλέον, οι αιτήσεις από κατοίκους του Κεμπέκ λαμβάνουν προτεραιότητα, καθώς οι υπηρεσίες αυτές χρηματοδοτούνται από τα δημόσια έσοδα της επαρχίας.
Η μεγάλη ζήτηση συνδέεται επίσης με τη μακρά ιστορία μετανάστευσης Γαλλοκαναδών προς τις Ηνωμένες Πολιτείες. Μεταξύ 1840 και 1930, σχεδόν ένα εκατομμύριο γαλλόφωνοι Καναδοί, κυρίως από το Κεμπέκ αλλά και από τις αραιοκατοικημένες περιοχές του Ανατολικού Καναδά, μετανάστευσαν στις βιομηχανικές πόλεις της Νέας Αγγλίας. Το μεταναστευτικό αυτό κύμα, γνωστό ιστορικά ως «Μεγάλη Αιμορραγία», συνδέθηκε κυρίως με την αναζήτηση εργασίας στη βιομηχανία υφαντουργίας.
Στις πόλεις αυτές δημιουργήθηκαν γαλλοκαναδικές κοινότητες γνωστές ως «Little Canadas», όπου διατηρήθηκαν για δεκαετίες η γλώσσα, η θρησκεία και οι πολιτιστικές παραδόσεις των μεταναστών. Παρότι πολλές οικογένειες επέστρεψαν στον Καναδά με την πάροδο των δεκαετιών, εκατομμύρια απόγονοι παραμένουν σήμερα στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Ερευνητές της ιστορίας των Φραγκοαμερικανών επισημαίνουν, ότι η νέα νομοθεσία δημιουργεί μια ιδιαίτερη ευκαιρία για το Κεμπέκ να επανασυνδεθεί με αυτούς τους πληθυσμούς. Η ύπαρξη μεγάλου αριθμού απογόνων Καναδών στις Ηνωμένες Πολιτείες θεωρείται μια σημαντική πολιτιστική και δημογραφική δεξαμενή, ιδιαίτερα σε μια περίοδο όπου η προστασία της γαλλικής γλώσσας και της πολιτιστικής ταυτότητας αποτελεί βασικό ζήτημα δημόσιας πολιτικής στην επαρχία.
Παράλληλα, για πολλούς απογόνους μεταναστών, η επίσημη αναγνώριση μέσω της καναδικής υπηκοότητας θεωρείται μια μορφή επιβεβαίωσης της ιστορικής τους ταυτότητας και των δεσμών με τον Καναδά.
Η ομοσπονδιακή κυβέρνηση δεν διαθέτει ακόμη ακριβή εκτίμηση για τον αριθμό των ανθρώπων που ενδέχεται να επηρεαστούν από το νέο νόμο. Το Υπουργείο Μετανάστευσης, Προσφύγων και Ιθαγένειας του Καναδά (IRCC) αναφέρει ότι αναμένει δεκάδες χιλιάδες αιτήσεις για πιστοποιητικά υπηκοότητας τα επόμενα χρόνια.
Στις αρχές Μαρτίου 2026, σχεδόν 48.000 αιτήσεις για πιστοποιητικό καναδικής υπηκοότητας βρίσκονταν ήδη σε αναμονή εξέτασης, ενώ ο εκτιμώμενος χρόνος επεξεργασίας αγγίζει τους έντεκα μήνες.





