Οι κάτοικοι του Κεμπέκ πληρώνουν ακόμα το Ολυμπιακό Στάδιο του Μόντρεαλ
ΠΕΝΗΝΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΜΕΤΑ ΤΟΥΣ ΟΛΥΜΠΙΑΚΟΥΣ ΑΓΩΝΕΣ ΤΟΥ 1976, το Ολυμπιακό Στάδιο του Μόντρεαλ παραμένει ένα από τα πιο εμβληματικά αλλά και πιο δαπανηρά δημόσια έργα στην ιστορία του Κεμπέκ. Το 2026 ξεκίνησε, συμβολικά και ειρωνικά, όπως ξεκίνησαν και οι Αγώνες πριν από μισό αιώνα, με το στάδιο ξανά υπό κατασκευή και χωρίς λειτουργική στέγη. Για πολλούς Κεμπεκιώτες, το «Big O», ή όπως συχνά αποκαλείται σκωπτικά το «Big Owe», εξακολουθεί να αποτελεί μνημείο φιλοδοξίας, αρχιτεκτονικού οράματος αλλά και διαχρονικής «οικονομικής αιμορραγίας».
Σύμφωνα με τα ΜΜΕ, η κυβέρνηση του Κεμπέκ ανακοίνωσε το 2024 ότι θα δαπανήσει 870 εκατομμύρια δολάρια για την αντικατάσταση της στέγης του σταδίου, η οποία είχε σκιστεί σε περισσότερα από 20.000 σημεία και απειλούσε να οδηγήσει στο πλήρες κλείσιμό του. Και αυτό το ποσό δεν περιλαμβάνει όλες τις σχετικές δαπάνες. Στον κατάλογο των τρεχόντων έργων υποδομής προστίθενται επιπλέον 20 εκατομμύρια για την αντικατάσταση του ηχητικού εξοπλισμού και 28,6 εκατομμύρια για την αναβάθμιση του ηλεκτρικού συστήματος.
Πρόκειται απλώς για τον τελευταίο γύρο χρηματοδότησης ενός έργου που έχει στοιχίσει ακριβά στους φορολογούμενους. Το Ολυμπιακό Στάδιο, που σχεδιάστηκε από τον Γάλλο αρχιτέκτονα Roger Taillibert, δεν ήταν ποτέ ένα συνηθισμένο κτίριο. Όπως επισημαίνουν ειδικοί στις κατασκευές και τη μηχανική, επρόκειτο περισσότερο για ένα αρχιτεκτονικό «concept» παρά για έναν πρακτικό, λειτουργικό χώρο, προσαρμοσμένο στο κλίμα και τις ανάγκες του Κεμπέκ.
Καθηγητής πολιτικών μηχανικών στο McGill University εξηγεί, ότι το στάδιο σχεδιάστηκε με τρόπο που αψηφούσε τη βαρύτητα και τις κλιματικές συνθήκες της περιοχής. Η αρχική σύλληψη περιλάμβανε έναν τεράστιο θόλο από σκυρόδεμα και μια αναδιπλούμενη στέγη, που θα στηριζόταν σε καλώδια κρεμασμένα από τον ψηλότερο κεκλιμένο πύργο στον κόσμο, ύψους 165 μέτρων. Ένα φιλόδοξο όραμα, το οποίο όμως εξελίχθηκε σε εφιάλτη μηχανικής, ιδιαίτερα σε ένα περιβάλλον με βαριούς χειμώνες και έντονες χιονοπτώσεις.
Η στέγη, μάλιστα, δεν ολοκληρώθηκε εγκαίρως για τους Αγώνες του 1976, αλλά παραδόθηκε τελικά το 1987. Το 1998 αντικαταστάθηκε με μη αναδιπλούμενη στέγη από υαλονήματα επικαλυμμένα με τεφλόν, η οποία αποδείχθηκε εξίσου προβληματική, καθιστώντας το στάδιο μη λειτουργικό όταν έπεφταν περισσότερα από τρία εκατοστά χιονιού. Για δεκαετίες, κάθε χειμώνας συνοδευόταν από ανησυχία, ακυρώσεις εκδηλώσεων και νέες δαπάνες.
Η κυβέρνηση του Κεμπέκ υποστηρίζει ότι η νέα στέγη θα επιτρέψει στο στάδιο να λειτουργεί όλο το χρόνο και θα μπορούσε σχεδόν να τριπλασιάσει τα ακαθάριστα έσοδα. Το έργο αναμένεται να ολοκληρωθεί το 2028 και οι υπεύθυνοι διαβεβαιώνουν ότι η νέα κατασκευή θα έχει διάρκεια ζωής 50 ετών. Στο εσωτερικό του σταδίου, οι εργασίες βρίσκονται σε πλήρη εξέλιξη, με δεκάδες οχήματα, γερανούς και εργάτες να κινούνται κάτω από τη σκιά του εμβληματικού πύργου.
Στελέχη του έργου δηλώνουν ότι το χρονοδιάγραμμα και ο προϋπολογισμός τηρούνται, κάτι που, αν επιβεβαιωθεί μέχρι το τέλος, θα αποτελεί αξιοσημείωτη εξαίρεση στην ιστορία του σταδίου. Η νέα στέγη δε θα είναι αναδιπλούμενη, αλλά θα διαθέτει ημιδιαφανή περίμετρο, ώστε να επιτρέπει τη διέλευση του φυσικού φωτός. Παράλληλα, εγκαθίσταται ένας τεχνικός δακτύλιος γύρω από την κορυφή του σταδίου, που θα φιλοξενεί συστήματα εξαερισμού, φωτισμού και νέο ηχητικό εξοπλισμό.
Ωστόσο, ακόμα και οι πιο αισιόδοξες φωνές αναγνωρίζουν, ότι το στάδιο θα χρειαστεί και άλλες παρεμβάσεις στο μέλλον. Πολλά τμήματα του κτιρίου χαρακτηρίζονται «φθαρμένα» και απαιτούν αντικατάσταση ή εκσυγχρονισμό. Οι συζητήσεις με την κυβέρνηση για το ποιες επενδύσεις θα προτεραιοποιηθούν βρίσκονται σε εξέλιξη, γεγονός που αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο νέων δαπανών.
Από οικονομική σκοπιά, οι αμφιβολίες παραμένουν έντονες. Οικονομολόγοι που μελετούν τη βιωσιμότητα μεγάλων αθλητικών εγκαταστάσεων υποστηρίζουν, ότι τέτοια έργα σπάνια αποφέρουν τις αποδόσεις που υπόσχονται οι πολιτικοί. Η ιδέα ότι ένα στάδιο μπορεί να λειτουργήσει ως καταλύτης οικονομικής ανάπτυξης και να δημιουργήσει γύρω του άνθηση επιχειρηματικής δραστηριότητας, σύμφωνα με τους ίδιους, σπανίως επαληθεύεται στην πράξη. Το Ολυμπιακό Στάδιο του Μόντρεαλ, παρά το μέγεθος και την ιστορική του σημασία, δε φαίνεται να αποτελεί εξαίρεση.
Με χωρητικότητα 56.000 θέσεων, παραμένει ο μεγαλύτερος χώρος εκδηλώσεων στο Κεμπέκ. Παρ’ όλα αυτά, θεωρείται απίθανο να επιλεγεί για μεγάλες διεθνείς διοργανώσεις χωρίς περαιτέρω ανακαινίσεις, ιδίως αν δεν προσαρμοστεί στις σύγχρονες απαιτήσεις, όπως περισσότερες πολυτελείς θέσεις κοντά στον αγωνιστικό χώρο. Κάτι τέτοιο, φυσικά, θα σήμαινε νέες επενδύσεις.
Υπάρχουν, βέβαια, και όσοι υπερασπίζονται τη διατήρηση του σταδίου. Εκπρόσωποι οργανισμών πολιτιστικής κληρονομιάς, όπως η Heritage Montreal, τονίζουν ότι το στάδιο αποτελεί αναπόσπαστο στοιχείο του ορίζοντα της πόλης και φορέα συλλογικών αναμνήσεων, ακόμη κι αν αυτές περιλαμβάνουν οικονομικά σκάνδαλα και κακοδιαχείριση. Υπενθυμίζουν επίσης ότι η κατεδάφισή του θα κόστιζε περίπου 2 δισεκατομμύρια δολάρια, πέρα από τις περιβαλλοντικές και πολιτιστικές απώλειες.
Για πολλούς ειδικούς, η κατεδάφιση δεν αποτελεί ρεαλιστική επιλογή. Αντίθετα, υποστηρίζουν ότι η πρόκληση είναι να διορθωθούν τα λάθη και η αμέλεια του παρελθόντος και να αξιοποιηθεί το υπάρχον κτίριο με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Ακόμη και όσοι αναγνωρίζουν τις αδυναμίες του σταδίου εκφράζουν την πεποίθηση ότι, με σωστή συντήρηση, το κόστος θα μπορούσε να σταθεροποιηθεί τα επόμενα χρόνια.
Το ερώτημα, ωστόσο, παραμένει αμείλικτο: πόσα ακόμη θα κληθούν να πληρώσουν οι Κεμπεκιώτες για ένα όραμα του παρελθόντος; Πενήντα χρόνια μετά τους Ολυμπιακούς Αγώνες, το Ολυμπιακό Στάδιο εξακολουθεί να συμβολίζει όχι μόνο τη φιλοδοξία μιας εποχής, αλλά και τη δυσκολία του δημοσίου να απεμπλακεί από ένα έργο που ποτέ δεν έπαψε να κοστίζει. Για τους φορολογούμενους, η ελπίδα είναι αυτή τη φορά οι υποσχέσεις ανθεκτικότητας και σταθερότητας να αποδειχθούν κάτι περισσότερο από μια ακόμη αισιόδοξη δήλωση.




