Για πρώτη φορά μετά από σχεδόν τρεις δεκαετίες, ο Καναδάς δε θεωρείται πλέον χώρα όπου η ιλαρά έχει εξαλειφθεί. Ο Παναμερικανικός Οργανισμός Υγείας (PAHO) επιβεβαίωσε ότι, έπειτα από πάνω από 12 συνεχόμενους μήνες μετάδοσης του ίδιου στελέχους του ιού, ο Καναδάς χάνει το καθεστώς «εξάλειψης» που είχε κατακτήσει το 1998.
Η τρέχουσα επιδημία ξεκίνησε το φθινόπωρο του 2024 στο Νιου Μπράνσγουικ και στη συνέχεια επεκτάθηκε σε όλη τη χώρα. Μέχρι τις αρχές Νοεμβρίου 2025 έχουν καταγραφεί πάνω από 5.000 επιβεβαιωμένα κρούσματα σε πολλές επαρχίες και τουλάχιστον δύο θάνατοι βρεφών, που εκτέθηκαν στον ιό πριν ακόμη γεννηθούν. Σημαντικός αριθμός περιστατικών έχει εντοπιστεί στο Οντάριο, όπου νωρίτερα μέσα στο έτος καταγράφηκαν πάνω από 2.000 κρούσματα, κυρίως σε παιδιά που δεν είχαν εμβολιαστεί.
Η απόφαση του PAHO δεν αφορά μόνο τον Καναδά. Επειδή οι επιδημίες στη χώρα αυτή, αλλά και στις ΗΠΑ και το Μεξικό, συνεχίζονται, ολόκληρη η περιφέρεια της Αμερικής χάνει πλέον τον τίτλο της «ζώνης χωρίς ιλαρά», τον οποίο είχε αποκτήσει πανηγυρικά το 2016 μετά από μία εικοσαετή καμπάνια μαζικού εμβολιασμού.
Το σημείο καμπής είναι τα εμβόλια. Για τον ιό της ιλαράς, έναν από τους πιο μεταδοτικούς παθογόνους οργανισμούς παγκοσμίως, οι ειδικοί εκτιμούν ότι απαιτείται κάλυψη τουλάχιστον 95% με το εμβόλιο MMR για να αποτραπεί η διασπορά στην κοινότητα.
Ωστόσο, καναδικές μελέτες δείχνουν, ότι η εμβολιαστική κάλυψη έχει μειωθεί σημαντικά την τελευταία πενταετία. Σε παιδιά δύο ετών, η κάλυψη με την πρώτη δόση MMR έπεσε από 89,5% το 2019 στο 82,5% το 2023, ενώ στα επτά χρόνια η ολοκληρωμένη κάλυψη με δύο δόσεις μειώθηκε από 86,3% σε 75,6%.
Η πτώση αυτή δεν είναι τυχαία. Η πανδημία της COVID-19 διέκοψε τα τακτικά προγράμματα παιδικού εμβολιασμού, έκλεισε προσωρινά κλινικές και υγειονομικά κέντρα, και μετέφερε πόρους και ανθρώπινο δυναμικό σχεδόν αποκλειστικά στη διαχείριση του νέου κορωνοϊού. Παράλληλα, η κρίση εμπιστοσύνης προς την επιστήμη και τις δημόσιες αρχές, που εντάθηκε τα χρόνια της πανδημίας, άφησε βαθύ αποτύπωμα: η διστακτικότητα απέναντι στα εμβόλια δεν περιορίζεται πλέον σε περιθωριακές ομάδες, αλλά επηρεάζει ευρύτερα τμήματα του πληθυσμού.
Στον Καναδά, η επιδημία της ιλαράς δεν εξελίσσεται ομοιόμορφα. Ορισμένες επαρχίες και κοινότητες παρουσιάζουν ιδιαίτερα χαμηλά επίπεδα εμβολιασμού, είτε για θρησκευτικούς και ιδεολογικούς λόγους, είτε λόγω γεωγραφικής απομόνωσης και περιορισμένης πρόσβασης σε υπηρεσίες υγείας. Οι υγειονομικές αρχές αναφέρουν, ότι η πλειονότητα των κρουσμάτων αφορά άτομα που δεν είχαν εμβολιαστεί ή των οποίων το ιστορικό εμβολιασμού ήταν άγνωστο.
Το Ομοσπονδιακό Υπουργείο Υγείας και η Δημόσια Υπηρεσία Υγείας του Καναδά (PHAC) αναγνωρίζουν ότι η απώλεια του καθεστώτος εξάλειψης είναι ένα σοβαρό πλήγμα για το σύστημα δημόσιας υγείας της χώρας. Σε πρόσφατη ανακοίνωσή της, η PHAC υπογραμμίζει ότι η απόφαση του PAHO βασίστηκε σε πάνω από ένα χρόνο συνεχούς μετάδοσης και δεσμεύεται να συνεργαστεί στενά με τις επαρχίες για την ενίσχυση της επιτήρησης, την ανταλλαγή δεδομένων και την αύξηση της εμβολιαστικής κάλυψης.
Την ίδια στιγμή, ο Καναδικός Ιατρικός Σύλλογος χαρακτηρίζει την εξέλιξη «βαθιά ανησυχητική» και καλεί σε συντονισμένη εθνική προσπάθεια: από εκστρατείες ενημέρωσης και κινητές κλινικές έως στοχευμένες παρεμβάσεις σε υπό-εμβολιασμένες περιοχές. Οι ειδικοί προειδοποιούν, ότι η ιλαρά είναι κάτι πολύ περισσότερο από ένα «παιδικό εξάνθημα»: μπορεί να προκαλέσει πνευμονία, εγκεφαλίτιδα, μόνιμες νευρολογικές βλάβες και θάνατο, ιδίως σε βρέφη και ανοσοκατεσταλμένους ασθενείς.
Σε περιφερειακό επίπεδο, ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας και ο PAHO καταγράφουν ραγδαία άνοδο των κρουσμάτων ιλαράς σε ολόκληρη την ήπειρο. Μέχρι τα μέσα Απριλίου 2025 είχαν ήδη επιβεβαιωθεί πάνω από 2.300 κρούσματα σε έξι χώρες της Αμερικής, έντεκα φορές περισσότερα σε σύγκριση με την ίδια περίοδο του 2024, ενώ μέχρι τις αρχές Νοεμβρίου ο αριθμός αυτός είχε φθάσει σχεδόν τις 12.600 περιπτώσεις σε δέκα χώρες, με το 95% των κρουσμάτων να συγκεντρώνεται σε Καναδά, ΗΠΑ και Μεξικό.
Παρά τη δυσάρεστη αυτή εικόνα, οι ειδικοί τονίζουν ότι η κατάσταση μπορεί να αναστραφεί. Επιστημονικές μελέτες δείχνουν ότι όταν η εμβολιαστική κάλυψη για την ιλαρά υπερβαίνει το 95%, σχεδόν όλες οι εισαγωγές του ιού δεν οδηγούν σε επιδημίες. Ο Καναδάς, με ισχυρό σύστημα δημόσιας υγείας και παράδοση στις εκστρατείες εμβολιασμού, διαθέτει τα εργαλεία για να ξανακερδίσει το χαμένο καθεστώς εξάλειψης – υπό την προϋπόθεση ότι θα αποκατασταθεί η εμπιστοσύνη και η συμμετοχή των πολιτών.
Σε τελική ανάλυση, η απώλεια του τίτλου «χωρίς ιλαρά» λειτουργεί ως καμπανάκι κινδύνου. Υπενθυμίζει ότι ακόμη και χώρες με υψηλό βιοτικό επίπεδο και προηγμένα συστήματα υγείας δεν είναι άτρωτες όταν η συλλογική ανοσία ρηγματώνεται. Η ιλαρά ήταν η πρώτη προειδοποίηση. Οι υγειονομικές αρχές και η κοινωνία καλούνται τώρα να αποφασίσουν αν θα τη λάβουν σοβαρά υπόψη, πριν ακολουθήσουν και άλλες, εξίσου προλήψιμες, επιδημίες.




