Αντιδράσεις και προσδοκίες για τον κλάδο του λιανεμπορίου
Από τις 11 Μαρτίου 2026, το Κεμπέκ προχωρά σε μια σημαντική δοκιμαστική αλλαγή στο καθεστώς λειτουργίας των εμπορικών καταστημάτων, επιτρέποντας σε πολλά μη διατροφικά καταστήματα να λειτουργούν από τις 6:00 το πρωί έως τις 9:00 το βράδυ, επτά ημέρες την εβδομάδα. Το μέτρο εφαρμόζεται στο πλαίσιο ενός εθελοντικού πιλοτικού προγράμματος διάρκειας ενός έτους, το οποίο θα ισχύσει μέχρι το Μάρτιο του 2027.
Η πρωτοβουλία καταργεί στην πράξη έναν από τους πιο χαρακτηριστικούς περιορισμούς του λιανεμπορίου στο Κεμπέκ, την υποχρέωση πολλών καταστημάτων να κλείνουν στις 5:00 το απόγευμα τα Σάββατα και τις Κυριακές. Το πρόγραμμα επιτρέπει στους εμπόρους να επεκτείνουν το ωράριό τους, χωρίς όμως να τους υποχρεώνει να το κάνουν.
Η ανακοίνωση του μέτρου έγινε από τον υπουργό Οικονομίας και Μικρών και Μεσαίων Επιχειρήσεων του Κεμπέκ, Samuel Poulin, ο οποίος παρουσίασε την πρωτοβουλία ως προσπάθεια εκσυγχρονισμού της αγοράς και ενίσχυσης της ανταγωνιστικότητας των φυσικών καταστημάτων, σε μια εποχή όπου το ηλεκτρονικό εμπόριο λειτουργεί αδιάκοπα.
Το πιλοτικό πρόγραμμα αφορά κυρίως τα καταστήματα που δεν πωλούν τρόφιμα, όπως καταστήματα ένδυσης, ηλεκτρονικών ειδών, οικιακού εξοπλισμού και πολυκαταστήματα. Τα παντοπωλεία και τα φαρμακεία δεν επηρεάζονται από τη ρύθμιση, καθώς ήδη λειτουργούν με πιο ευέλικτο καθεστώς ωραρίου.
ΕΝΑ ΤΕΛΟΣ ΣΕ ΜΙΑ ΜΑΚΡΑ ΠΑΡΑΔΟΣΗ
Το Κεμπέκ υπήρξε για δεκαετίες μία από τις λίγες περιοχές της Βόρειας Αμερικής όπου το ωράριο λειτουργίας των καταστημάτων ρυθμιζόταν αυστηρά από τη νομοθεσία. Η υποχρεωτική παύση λειτουργίας των περισσότερων καταστημάτων στις 5:00 το απόγευμα τα Σαββατοκύριακα αποτελούσε χαρακτηριστικό στοιχείο του εμπορικού τοπίου της επαρχίας.
Οι κανόνες αυτοί συνδέονται ιστορικά, τόσο με θρησκευτικές παραδόσεις όσο και με κοινωνικές αντιλήψεις, σχετικά με την προστασία της οικογενειακής ζωής και του χρόνου ανάπαυσης των εργαζομένων. Η Κυριακή θεωρούνταν παραδοσιακά ημέρα ξεκούρασης, μια αντίληψη που επηρέασε την εξέλιξη των εμπορικών κανονισμών σε ολόκληρο τον 20ό αιώνα.
Ωστόσο, οι συνθήκες της αγοράς έχουν αλλάξει δραστικά τις τελευταίες δεκαετίες. Η εξάπλωση του ηλεκτρονικού εμπορίου και η αλλαγή των καταναλωτικών συνηθειών, έχουν δημιουργήσει ένα περιβάλλον στο οποίο οι αγορές μπορούν να πραγματοποιούνται οποιαδήποτε στιγμή της ημέρας.
ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΑ ΥΠΕΡ ΤΗΣ ΕΠΕΚΤΑΣΗΣ ΤΟΥ ΩΡΑΡΙΟΥ
Υποστηρικτές της νέας πολιτικής υποστηρίζουν, ότι οι περιορισμοί του παρελθόντος δεν ανταποκρίνονται πλέον στις πραγματικότητες του σύγχρονου λιανεμπορίου. Οι διαδικτυακές πλατφόρμες, όπως η Amazon, η Shein και η Temu, λειτουργούν σε συνεχή βάση, προσφέροντας στους καταναλωτές τη δυνατότητα αγορών όλο το εικοσιτετράωρο.
Αναλυτές της αγοράς σημειώνουν, ότι αυτή η διαρκής διαθεσιμότητα έχει μεταβάλει τις προσδοκίες των καταναλωτών, οι οποίοι αναζητούν μεγαλύτερη ευελιξία και ευκολία στις αγορές τους.
Επαγγελματικές ενώσεις του εμπορίου έχουν εδώ και χρόνια υποστηρίξει, ότι οι επιχειρήσεις θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να καθορίζουν οι ίδιες το ωράριο λειτουργίας τους, ανάλογα με τη ζήτηση και τις ανάγκες της τοπικής αγοράς.
Σύμφωνα με υποστηρικτές της αλλαγής, το μέτρο φέρνει το Κεμπέκ πιο κοντά στις πρακτικές που ισχύουν σε πολλές άλλες περιοχές της Βόρειας Αμερικής, όπου οι επιχειρήσεις διαθέτουν μεγαλύτερη αυτονομία στον καθορισμό των ωραρίων τους.
ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΣΜΟΙ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΓΟΡΑ ΕΡΓΑΣΙΑΣ
Παρά τα επιχειρήματα υπέρ της μεταρρύθμισης, το νέο καθεστώς έχει προκαλέσει έντονες συζητήσεις μεταξύ εμπόρων, οικονομολόγων και εκπροσώπων εργαζομένων.
Ένα από τα βασικά ζητήματα αφορά τη στελέχωση των επιχειρήσεων. Το Κεμπέκ βρίσκεται σήμερα σε μια περίοδο σχετικά χαμηλής ανεργίας, γεγονός που δημιουργεί πιέσεις στην αγορά εργασίας. Πολλές επιχειρήσεις αντιμετωπίζουν ήδη δυσκολίες στην εξεύρεση προσωπικού για απογευματινές και σαββατοκυριακάτικες βάρδιες.
Ορισμένοι ερευνητές εκτιμούν, ότι η επέκταση του ωραρίου μπορεί να εντείνει τον ανταγωνισμό για εργαζόμενους μερικής απασχόλησης, ιδιαίτερα για φοιτητές, οι οποίοι αποτελούν σημαντικό ποσοστό του εργατικού δυναμικού στο λιανεμπόριο.
Παράλληλα, οικονομολόγοι επισημαίνουν, ότι η αύξηση των ωρών λειτουργίας δε σημαίνει απαραίτητα αύξηση των συνολικών πωλήσεων. Σε αρκετές περιπτώσεις, οι καταναλωτικές δαπάνες παραμένουν σταθερές και απλώς κατανέμονται σε μεγαλύτερο χρονικό διάστημα μέσα στην ημέρα.
Το φαινόμενο αυτό περιγράφεται συχνά ως «αραίωση της κατανάλωσης», όπου τα λειτουργικά έξοδα μιας επιχείρησης, όπως οι μισθοί προσωπικού και το ενεργειακό κόστος, αυξάνονται χωρίς αντίστοιχη αύξηση των εσόδων.
ΟΙ ΕΜΠΟΡΙΚΕΣ ΜΙΣΘΩΣΕΙΣ ΚΑΙ ΟΙ ΠΙΕΣΕΙΣ ΣΤΑ ΜΙΚΡΑ ΚΑΤΑΣΤΗΜΑΤΑ
Παρότι η συμμετοχή στο πιλοτικό πρόγραμμα είναι προαιρετική, πολλοί έμποροι ενδέχεται να μην έχουν πλήρη ελευθερία επιλογής.
Σε αρκετά εμπορικά κέντρα, τα ωράρια λειτουργίας καθορίζονται από τον ιδιοκτήτη ή το διαχειριστή του χώρου. Οι εμπορικές μισθώσεις συχνά υποχρεώνουν τους ενοικιαστές να ακολουθούν το επίσημο ωράριο του εμπορικού κέντρου.
Ορισμένοι διαχειριστές εμπορικών συγκροτημάτων εξετάζουν ήδη την ευθυγράμμιση των ωραρίων τους με το νέο πλαίσιο. Σε περιπτώσεις όπου ένα εμπορικό κέντρο αποφασίσει να επεκτείνει το ωράριό του, οι ενοικιαστές ενδέχεται να υποχρεωθούν να ακολουθήσουν την ίδια πολιτική.
Για μικρότερες επιχειρήσεις, αυτό μπορεί να δημιουργήσει ένα πρακτικό δίλημμα, καθώς ενδέχεται να χρειαστεί να παραμείνουν ανοιχτές ακόμη και αν η αγοραστική κίνηση τις βραδινές ώρες δεν είναι ιδιαίτερα υψηλή.
ΤΑ ΜΙΚΡΑ ΠΙΛΟΤΙΚΑ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΑ ΤΟΥ 2025
Η απόφαση για την εφαρμογή του προγράμματος σε ολόκληρη την επαρχία βασίστηκε εν μέρει σε μικρότερες δοκιμές που πραγματοποιήθηκαν το 2025 σε πόλεις όπως το Γκατινό, το Λαβάλ και το Σεν-Ζορζ.
Σε εκείνες τις περιπτώσεις, οι έμποροι είχαν τη δυνατότητα να παρατείνουν το ωράριο λειτουργίας τους τα Σαββατοκύριακα σε εθελοντική βάση. Τα αποτελέσματα ήταν μεικτά.
Ορισμένα καταστήματα ένδυσης και υποδημάτων ανέφεραν ότι τα επιπλέον έσοδα δεν ήταν πάντα αρκετά για να καλύψουν το αυξημένο κόστος προσωπικού και λειτουργίας, που απαιτούσε η παραμονή ανοιχτών μέχρι αργότερα το βράδυ.
Το πιλοτικό πρόγραμμα θα διαρκέσει μέχρι το Μάρτιο του 2027. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, η κυβέρνηση του Κεμπέκ θα παρακολουθεί τις επιπτώσεις της αλλαγής, τόσο στην οικονομική δραστηριότητα όσο και στην αγορά εργασίας.





