Ο Καναδάς κάνει στροφή στην αμυντική του πολιτική, επιλέγοντας να κατασκευάζει και να συντηρεί ο ίδιος το μεγαλύτερο μέρος του στρατιωτικού του εξοπλισμού. Η νέα Εθνική Βιομηχανική Στρατηγική Άμυνας, που αναμένεται να παρουσιαστεί επίσημα μέσα στην εβδομάδα, βάζει ένα φιλόδοξο στόχο.
Μέσα στα επόμενα δέκα χρόνια, το 70% των ομοσπονδιακών αμυντικών συμβολαίων να ανατίθεται σε καναδικές εταιρείες.
Η στρατηγική αυτή σηματοδοτεί μια μεγάλη αλλαγή πορείας. Για δεκαετίες, ο Καναδάς στηριζόταν κυρίως σε ξένους προμηθευτές, και ιδιαίτερα στις Ηνωμένες Πολιτείες, για την αγορά οπλικών συστημάτων, ανταλλακτικών και τεχνολογίας. Σύμφωνα με τον ίδιο τον πρωθυπουργό Μαρκ Κάρνεϊ, περίπου τα τρία τέταρτα των χρημάτων που δαπανώνται για στρατιωτικό εξοπλισμό, καταλήγουν στις ΗΠΑ, κάτι που, όπως δήλωσε, «δεν είναι έξυπνο ούτε βιώσιμο».
Η ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΗ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ
ΤΩΝ ΕΝΟΠΛΩΝ ΔΥΝΑΜΕΩΝ
Η ανάγκη για αλλαγή δεν είναι θεωρητική. Τα τελευταία χρόνια, η κατάσταση του εξοπλισμού των Καναδικών Ενόπλων Δυνάμεων έχει επιδεινωθεί σημαντικά. Σύμφωνα με στοιχεία των ΜΜΕ το 2025, περισσότερο από το μισό του στόλου του Πολεμικού Ναυτικού και της Πολεμικής Αεροπορίας θεωρείται μη λειτουργικό.
Συγκεκριμένα, το 54% των πλοίων, το 55% των αεροσκαφών και το 46% των οχημάτων του Στρατού Ξηράς, δεν ήταν διαθέσιμα για επιχειρησιακή χρήση.
Οι λόγοι είναι πολλοί. Παλαιωμένος εξοπλισμός, έλλειψη ανταλλακτικών και μεγάλη εξάρτηση από ξένες αλυσίδες εφοδιασμού, που συχνά καθυστερούν ή διακόπτονται σε περιόδους κρίσης. Η νέα στρατηγική θέτει σαφείς στόχους.
Μέχρι το τέλος της δεκαετίας, το 75% των πλοίων του Ναυτικού, το 80% των οχημάτων του Στρατού και το 85% των αεροσκαφών της Αεροπορίας, θα πρέπει να είναι πλήρως λειτουργικά.
ΕΠΕΝΔΥΣΗ, ΔΟΥΛΕΙΕΣ ΚΑΙ ΕΡΕΥΝΑ
Για να επιτευχθούν αυτοί οι στόχοι, η κυβέρνηση διαθέτει 6,6 δισεκατομμύρια δολάρια, ποσό που αποτελεί μέρος ενός ευρύτερου σχεδίου αμυντικών επενδύσεων ύψους 81,8 δισεκατομμυρίων δολαρίων. Τα χρήματα αυτά θα κατευθυνθούν σε έρευνα, ανάπτυξη, παραγωγή και συντήρηση στρατιωτικού εξοπλισμού, εντός Καναδά.
Η κυβέρνηση εκτιμά, ότι η ενίσχυση της εγχώριας αμυντικής βιομηχανίας θα αυξήσει τις εξαγωγές αμυντικού υλικού κατά 50% και θα δημιουργήσει έως και 125.000 νέες θέσεις εργασίας μέχρι το 2035. Δεν πρόκειται μόνο για στρατιωτικό ζήτημα, αλλά και για οικονομική στρατηγική, σε μια περίοδο που ο Καναδάς αναζητά νέες αγορές και λιγότερη εξάρτηση από τις Ηνωμένες Πολιτείες.
ΤΟ ΜΟΝΤΕΛΟ «ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΖΩ,
ΣΥΝΕΡΓΑΖΟΜΑΙ, ΑΓΟΡΑΖΩ»
Στην καρδιά της νέας πολιτικής βρίσκεται το λεγόμενο μοντέλο «Build – Partner – Buy». Με απλά λόγια, το κράτος θα προσπαθεί πρώτα να κατασκευάζει τον εξοπλισμό στον Καναδά. Αν αυτό δεν είναι δυνατό, θα συνεργάζεται με αξιόπιστους συμμάχους, κυρίως στην Ευρώπη, το Ηνωμένο Βασίλειο και τον Ινδο-Ειρηνικό. Μόνο ως τελευταία επιλογή θα προχωρά σε απευθείας αγορές από το εξωτερικό. Η στρατηγική αναφέρει ξεκάθαρα ότι «ο Καναδάς δεν μπορεί να αναθέτει την εθνική του άμυνα σε τρίτους». Για λόγους εθνικής ασφάλειας, ορισμένες δυνατότητες πρέπει να παραμένουν υπό εθνικό έλεγχο.
ΤΟΜΕΙΣ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗΣ ΣΗΜΑΣΙΑΣ
Η κυβέρνηση έχει καταρτίσει έναν κατάλογο δέκα τομέων, στους οποίους θέλει να διατηρήσει τεχνολογική και βιομηχανική κυριαρχία. Σε αυτούς περιλαμβάνονται η αεροδιαστημική, η παραγωγή πυρομαχικών, τα ψηφιακά συστήματα, οι αισθητήρες, οι δορυφορικές πλατφόρμες επιτήρησης, η εκπαίδευση μέσω προσομοιώσεων, τα ειδικά στρατιωτικά οχήματα και τα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και υποβρύχια. Η έμφαση στην αεροδιαστημική έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς συνδέεται και με τη συνεχιζόμενη συζήτηση για την αγορά αμερικανικών μαχητικών αεροσκαφών F-35.
ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΕΣ ΚΑΙ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΣΜΟΙ
Για την υλοποίηση του σχεδίου, η κυβέρνηση σκοπεύει να δημιουργήσει στρατηγικές συνεργασίες με επιλεγμένες καναδικές εταιρείες, με στόχο τη διατήρηση του ελέγχου της τεχνογνωσίας και των πνευματικών δικαιωμάτων στον Καναδά. Ωστόσο, δε λείπουν και οι επιφυλάξεις.
Η Γουέντι Γκίλμουρ, πρώην ανώτατο στέλεχος του ΝΑΤΟ σε θέματα αμυντικών επενδύσεων, χαρακτήρισε τη στρατηγική «καλό πρώτο βήμα», αλλά προειδοποίησε ότι υπάρχει ο κίνδυνος να δοθεί μεγαλύτερη έμφαση στην οικονομία, παρά στις πραγματικές στρατιωτικές ανάγκες.
Όπως σημείωσε, ο Καναδάς παραδοσιακά χρησιμοποιεί τις αμυντικές προμήθειες ως εργαλείο οικονομικής πολιτικής. Το ζητούμενο, είπε, είναι να μη χαθεί η ουσία, δηλαδή η ενίσχυση της ικανότητας της χώρας να υπερασπιστεί την κυριαρχία της και να συμβάλει ουσιαστικά στη συλλογική άμυνα των συμμάχων της.
ΕΝΑ ΣΤΟΙΧΗΜΑ ΜΕ
ΕΘΝΙΚΗ ΣΗΜΑΣΙΑ
Η νέα αμυντική στρατηγική αποτελεί ένα μεγάλο στοίχημα. Αν πετύχει, ο Καναδάς θα έχει ισχυρότερες Ένοπλες Δυνάμεις, περισσότερες δουλειές και μεγαλύτερη ανεξαρτησία. Αν αποτύχει, θα έχει ξοδέψει δισεκατομμύρια χωρίς να λύσει τα χρόνια προβλήματα της άμυνάς του. Το αν η πολιτική αυτή θα μεταφραστεί σε πραγματική ασφάλεια και όχι μόνο σε οικονομικούς αριθμούς, θα φανεί τα επόμενα χρόνια.




