Μια τεχνολογική εξέλιξη, που μέχρι χθες έμοιαζε με σελίδα από μυθιστόρημα επιστημονικής φαντασίας, γίνεται πλέον πραγματικότητα στο Μόντρεαλ. Η αστυνομία της πόλης (SPVM) έχει αποκτήσει ένα νέο σύστημα τεχνητής νοημοσύνης, που είναι ικανό να αναλύει ταυτόχρονα δεκάδες ζωντανές ροές από κάμερες παρακολούθησης σε ολόκληρη την πόλη.
Το γεγονός αποκαλύφθηκε από το Bureau d’enquête και αμέσως προκάλεσε ευρεία συζήτηση, σχετικά με τις συνέπειες για την ιδιωτικότητα των πολιτών και τον τρόπο με τον οποίο η αστυνόμευση εξελίσσεται μέσα από ταχύτατες τεχνολογικές μεταβάσεις.
Το σύστημα αποκτήθηκε το περασμένο καλοκαίρι, ύστερα από δημόσιο διαγωνισμό. Τα έγγραφα της διαδικασίας δείχνουν, πως το SPVM ζητούσε λογισμικό ικανό να αναλύει σε πραγματικό χρόνο 120 διαφορετικές ζωντανές ροές βίντεο και να υποστηρίζει τουλάχιστον 700 χρήστες. Το νέο εργαλείο μπορεί να εντοπίζει οχήματα από τις πινακίδες τους, να ξεχωρίζει πρόσωπα και να απομονώνει άτομα, με βάση το χρώμα των ρούχων τους ή τα αντικείμενα που κρατούν. Αν και τέτοιες δυνατότητες παρουσιάζονται ως ενισχυτικά στοιχεία μιας ταχύτερης και αποτελεσματικότερης αστυνομικής έρευνας, ειδικοί προειδοποιούν ότι μπορεί να χρησιμοποιηθούν με τρόπους που δεν είναι ορατοί στο κοινό.
Ο Tamir Israel, από την Καναδική Ένωση Πολιτικών Ελευθεριών (ACLC), υπογραμμίζει πως η διάδοση τέτοιων τεχνολογιών είναι ραγδαία και συχνά ξεφεύγει από το αρχικό τους πλαίσιο. Όπως σημειώνει, πολλά συστήματα παρουσιάζονται αρχικά ως εργαλεία υποστήριξης της ανακριτικής διαδικασίας, αλλά στη συνέχεια μπορεί να ενεργοποιηθούν επιπλέον λειτουργίες, χωρίς δημόσια ενημέρωση. Η ανησυχία αυτή ενισχύεται από το γεγονός, ότι ορισμένα από αυτά τα συστήματα διαθέτουν ενσωματωμένη δυνατότητα αναγνώρισης προσώπου, η οποία μπορεί να ενεργοποιηθεί με ελάχιστες τεχνικές παρεμβάσεις. Το SPVM δηλώνει ότι δε σκοπεύει να χρησιμοποιήσει αναγνώριση προσώπου «προς το παρόν», μια διατύπωση που αφήνει ανοικτά ερωτήματα για το μέλλον. Σήμερα, το SPVM διαθέτει 46 κάμερες εγκατεστημένες στο Μόντρεαλ. Ο αριθμός αυτός μοιάζει μικρός, αλλά δεν αντικατοπτρίζει την πραγματική εμβέλεια του νέου συστήματος.
Το λογισμικό μπορεί να συνδεθεί στα δίκτυα της Πόλης του Μόντρεαλ και της Société de transport de Montréal (STM), όπου υπάρχουν εκατοντάδες κάμερες που καταγράφουν ασταμάτητα την κίνηση σε σταθμούς, λεωφόρους και δημόσιους χώρους. Έτσι, το σύστημα τεχνητής νοημοσύνης μπορεί θεωρητικά να καλύψει μεγάλο μέρος της πόλης, δημιουργώντας ένα ενιαίο πλέγμα παρακολούθησης, χωρίς προηγούμενο για τα δεδομένα της περιοχής.
Η αγορά του λογισμικού έγινε από την εταιρεία iMotion Sécurité, ένα γνωστό πάροχο λύσεων ψηφιακής ασφάλειας στο Κεμπέκ. Το συμβόλαιο, αξίας 1,8 εκατομμυρίων δολαρίων για πέντε χρόνια, περιλαμβάνει τεχνολογίες που βασίζονται σε υπηρεσίες εταιρειών όπως η γαλλική Idemia και η ισραηλινή BriefCam. Η Idemia έχει πρόσφατα συνδεθεί με υπόθεση λανθασμένης σύλληψης Αφροαμερικανού στις Ηνωμένες Πολιτείες, όπου το σύστημά της ταυτοποίησε κατά λάθος έναν αθώο πολίτη. Η BriefCam, σύμφωνα με έρευνες του γαλλικού μέσου Disclose, χρησιμοποιήθηκε χωρίς νομική εξουσιοδότηση, σε δεκάδες αστυνομικές υπηρεσίες και χωροφυλακές στη Γαλλία.
Πριν από την αγορά, η Πόλη του Μόντρεαλ πραγματοποίησε Εκτίμηση Επιπτώσεων στην Ιδιωτικότητα, όμως το σχετικό έγγραφο δε δημοσιοποιήθηκε, παρά το αίτημα πρόσβασης που υποβλήθηκε. Η πόλη υποστήριξε ότι η δημοσιοποίηση του περιεχομένου θα μπορούσε να θέσει σε κίνδυνο μελλοντικές έρευνες ή να αποκαλύψει επιχειρησιακές μεθόδους. Η άρνηση αυτή δημιουργεί ακόμη περισσότερα ερωτήματα, σχετικά με τον τρόπο λειτουργίας και το βαθμό ελέγχου αυτού του νέου συστήματος.
Για τους ηλικιωμένους της ελληνικής παροικίας, που συχνά διανύουν την καθημερινότητά τους με μεγαλύτερη προσοχή και ευαισθησία, η εξέλιξη αυτή προκαλεί εύλογη ανησυχία. Η ιδέα ότι οι μετακινήσεις τους στη γειτονιά, στις αγορές ή στους χώρους συνάθροισης, μπορεί πλέον να αναλύονται από αλγορίθμους τεχνητής νοημοσύνης σε πραγματικό χρόνο, δημιουργεί μια νέα πραγματικότητα, την οποία πολλοί δυσκολεύονται να αποδεχθούν.
Η τεχνολογία υπόσχεται ταχύτερη αντιμετώπιση περιστατικών, ειδικά σε περιπτώσεις έκτακτης ανάγκης, όμως η έλλειψη διαφάνειας και οι διεθνείς εμπειρίες κακής χρήσης παρόμοιων συστημάτων, δείχνουν ότι χρειάζεται αυξημένη επαγρύπνηση. Καθώς η πόλη υιοθετεί ολοένα πιο εξελιγμένα μέσα παρακολούθησης, ο δημόσιος διάλογος για την προστασία των προσωπικών δεδομένων δεν ήταν ποτέ πιο αναγκαίος.




