Νέα έρευνα στο Κεμπέκ καταγράφει υψηλά ποσοστά μοναξιάς, άγχους και καταθλιπτικών συμπτωμάτων, τα πρώτα χρόνια μετά τη γέννηση ενός παιδιού. Οι ειδικοί μιλούν για «καθολική ευαλωτότητα» και ζητούν συστηματική ενημέρωση για τις διαθέσιμες δομές στήριξης.
Η γέννηση ενός παιδιού συχνά περιγράφεται ως μία από τις πιο ευτυχισμένες στιγμές στη ζωή μιας οικογένειας. Ωστόσο, νέα στοιχεία από το Réseau des centres de ressources périnatales du Québec, σκιαγραφούν μια πολύ πιο σύνθετη πραγματικότητα για χιλιάδες γονείς στο Κεμπέκ.
Σύμφωνα με διαδικτυακή έρευνα που πραγματοποιήθηκε το Δεκέμβριο 2025 και τον Ιανουάριο 2026 σε 515 γονείς παιδιών κάτω των τεσσάρων ετών, ένας στους δύο γονείς δηλώνει ότι αισθάνθηκε μόνος ή ψυχικά ευάλωτος μετά τη γέννηση του παιδιού του. Ακόμη πιο ανησυχητικό είναι το εύρημα ότι ένας στους τρεις ανέφερε καταθλιπτικά συμπτώματα ή άγχος τόσο έντονο, ώστε να επηρεάζει την καθημερινή του λειτουργικότητα μέσα στα δύο πρώτα χρόνια από τη γέννηση.
«Είναι τεράστιο», σχολιάζει η Marie-Claude Dufour, γενική διευθύντρια του δικτύου. «Μία γέννηση δεν εξελίσσεται πάντα όπως την είχαμε φανταστεί. Οι μεταβάσεις στην προσωπική ταυτότητα, στη σχέση του ζευγαριού, η έλλειψη ύπνου, όλα αυτά αποτελούν μεγάλες προκλήσεις. Γι’ αυτό μιλάμε για καθολική ευαλωτότητα».
ΘΕΤΙΚΗ ΕΓΚΥΜΟΣΥΝΗ,
ΔΥΣΚΟΛΗ ΠΡΟΣΑΡΜΟΓΗ
Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα ευρήματα της έρευνας είναι η έντονη αντίθεση ανάμεσα στην εμπειρία της εγκυμοσύνης και στην περίοδο που ακολουθεί τη γέννηση. Η μεγάλη πλειονότητα μητέρων και πατέρων αξιολόγησε θετικά την εγκυμοσύνη και τον τοκετό. Ωστόσο, μετά τον ερχομό του βρέφους, η ψυχική τους υγεία παρουσίασε αισθητή πτώση.
Κατά την κ. Dufour, η μεταβολή αυτή συνδέεται, μεταξύ άλλων, με το γεγονός ότι η περίοδος της εγκυμοσύνης συνοδεύεται από εντατική ιατρική παρακολούθηση και υποστήριξη, η οποία μειώνεται σημαντικά μετά τον τοκετό. «Προετοιμάζουμε σχετικά λίγο τους ανθρώπους για το τι σημαίνει να γίνουν γονείς», επισημαίνει.
Όπως τονίζει η ίδια, η μετάβαση είναι απότομη: «Από τη μια μέρα στην άλλη, έχεις ένα νεογέννητο που εξαρτάται 100% από εσένα για να τραφεί, να πλυθεί, να κοιμηθεί. Είναι εξαιρετικά απαιτητικό».
Παράλληλα, τα μεταγεννητικά ιατρικά ραντεβού εστιάζουν κυρίως στη σωματική υγεία του βρέφους και της μητέρας. «Πολλοί επαγγελματίες υγείας είναι λιγότερο άνετοι να θέσουν ερωτήσεις στους γονείς σχετικά με την ψυχική τους υγεία», υπογραμμίζει η κ. Dufour.
Η ΨΥΧΙΚΗ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΤΩΝ ΓΟΝΕΩΝ
ΚΑΙ Η ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΤΩΝ ΠΑΙΔΙΩΝ
Η επιστημονική βιβλιογραφία έχει καταδείξει, ότι η ψυχική κατάσταση των γονέων επηρεάζει άμεσα την ανάπτυξη των παιδιών, ιδίως στα πρώτα χρόνια ζωής. Το εύρημα αυτό καθιστά ακόμη πιο κρίσιμη την έγκαιρη αναγνώριση και υποστήριξη των γονέων που βιώνουν δυσκολίες.
Η έρευνα του δικτύου επιβεβαιώνει, ότι η ευαλωτότητα δεν περιορίζεται σε οικογένειες χαμηλού εισοδήματος ή σε όσους βρίσκονται σε επισφαλή κατάσταση. Αντίθετα, αφορά γονείς από όλα τα κοινωνικο-οικονομικά στρώματα. Η «καθολική ευαλωτότητα», όπως τη χαρακτηρίζει η κ. Dufour, αναδεικνύει ότι η γονεϊκή μετάβαση αποτελεί περίοδο υψηλού ρίσκου, ανεξαρτήτως προφίλ.
ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ,
ΑΛΛΑ ΛΙΓΟΙ ΤΙΣ ΑΞΙΟΠΟΙΟΥΝ
Σε όλο το Κεμπέκ λειτουργούν κοινοτικοί οργανισμοί που προσφέρουν στήριξη σε οικογένειες: κατ’ οίκον βοήθεια, τηλεφωνική υποστήριξη, ομάδες γονέων, εκπαιδευτικά σεμινάρια, συμβουλευτική για το θηλασμό και άλλες υπηρεσίες. Παρ’ όλα αυτά, μόνο το 12% των γονέων που συμμετείχαν στην έρευνα δήλωσε ότι έκανε χρήση αυτών των πόρων.
Ακόμη πιο ανησυχητικό είναι ότι το 30% των ερωτηθέντων ανέφερε, ότι είτε δεν εντόπισε τις υπηρεσίες που χρειαζόταν είτε δεν κατάφερε να αποκτήσει πρόσβαση σε αυτές, παρότι είχε ανάγκη.
Η κ. Dufour εκτιμά, ότι η συστηματική ενημέρωση των γονέων σε κρίσιμα σημεία, κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, στο μαιευτήριο ή στα μεταγεννητικά ραντεβού, θα μπορούσε να βελτιώσει σημαντικά την κατάσταση. «Αν μιλούσαμε συστηματικά στους γονείς για τις διαθέσιμες δομές, αυτό θα ήταν πολύ βοηθητικό», σημειώνει.
Ο ΔΙΣΤΑΓΜΟΣ ΝΑ ΖΗΤΗΘΕΙ ΒΟΗΘΕΙΑ
Ένας ακόμη παράγοντας που αναδεικνύεται είναι η καθυστέρηση στην αναζήτηση βοήθειας. Πολλοί γονείς θεωρούν, λανθασμένα, ότι οι κοινοτικές υπηρεσίες δεν απευθύνονται σε αυτούς ή φοβούνται ότι θα στερήσουν τη θέση από κάποιον «πιο αναγκαίο».
«Συχνά, οι γονείς περιμένουν πριν ζητήσουν βοήθεια. Πιστεύουν, εσφαλμένα, ότι οι οργανισμοί δεν απευθύνονται σε αυτούς. Φοβούνται μήπως πάρουν τη θέση κάποιου άλλου», επισημαίνει η κ. Dufour.
Σε αρκετές περιπτώσεις, η επαφή με τέτοιες δομές γίνεται στο δεύτερο ή τρίτο παιδί, όταν οι γονείς πλέον αναγνωρίζουν την αξία της υποστήριξης. «Μας λένε τότε ότι θα μπορούσε να είχε αλλάξει πολλά αν το γνώριζαν νωρίτερα», αναφέρει.
ΠΡΟΛΗΨΗ ΑΝΤΙ ΘΕΡΑΠΕΙΑΣ
Οι ειδικοί τονίζουν, ότι δεν έχουν όλες οι οικογένειες ανάγκη εντατικής παρέμβασης, ενώ ορισμένες περιπτώσεις απαιτούν ιατρική και ψυχιατρική φροντίδα. Ωστόσο, για πολλούς νέους γονείς, η απλή συμμετοχή σε έναν κοινοτικό οργανισμό μπορεί να ελαφρύνει την καθημερινότητα και, σε ορισμένες περιπτώσεις, να προλάβει την εκδήλωση σοβαρότερων διαταραχών.
«Οι κοινοτικές υπηρεσίες είναι για όλους τους γονείς», υπογραμμίζει η κ. Dufour. «Και μπορούν να κάνουν μικρά θαύματα».
Τα δεδομένα της έρευνας επαναφέρουν στο προσκήνιο ένα ζήτημα, που συχνά παραμένει στη σκιά της χαράς της γέννησης: την ψυχική υγεία των γονέων. Σε μια κοινωνία που επενδύει σημαντικούς πόρους στην περιγεννητική φροντίδα, η ενίσχυση της μεταγεννητικής υποστήριξης και η αποστιγματοποίηση της ψυχικής δυσκολίας, φαίνεται να αποτελούν κρίσιμα επόμενα βήματα.





