Η νέα πρωθυπουργός του Κεμπέκ, Κριστίν Φρεσέτ, βρίσκεται ήδη αντιμέτωπη με το πρώτο μεγάλο πολιτικό τεστ της ηγεσίας της: πώς να ανακουφίσει τους πολίτες από την ακρίβεια, χωρίς να δώσει την εικόνα μιας κυβέρνησης που ξοδεύει χωρίς όρια.
Σύμφωνα με ρεπορτάζ της Canadian Press, η Φρεσέτ δεν απέκλεισε το ενδεχόμενο να ξεπεράσει το ειδικό κονδύλι των 250 εκατομμυρίων δολαρίων που είχε προβλεφθεί στον προϋπολογισμό, για την υλοποίηση των δεσμεύσεων του νέου ηγέτη του Coalition Avenir Québec.
Το ζήτημα απέκτησε πολιτική βαρύτητα, μετά την αποκάλυψη ότι ο υπουργός Οικονομικών, Ερίκ Ζιράρ, είχε εκφράσει εγγράφως την ανησυχία του για το ρυθμό των εξαγγελιών. Ο Ζιράρ προειδοποίησε ότι οι πολίτες του Κεμπέκ θέλουν μια υπεύθυνη πρωθυπουργό, που «δεν ξοδεύει προς κάθε κατεύθυνση». Η παρέμβαση αυτή, αν και ο ίδιος προσπάθησε αργότερα να την υποβαθμίσει, φανέρωσε την εσωτερική ένταση ανάμεσα στην πολιτική ανάγκη για άμεση στήριξη των νοικοκυριών και στην υποχρέωση ελέγχου των δημόσιων οικονομικών.
Από τότε που ανέλαβε την πρωθυπουργία τον Απρίλιο, η Φρεσέτ έχει ήδη προχωρήσει ή προαναγγείλει σειρά μέτρων. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται η μερική επιστροφή του λεγόμενου «taxe de bienvenue» για αγοραστές πρώτης κατοικίας, η επιστροφή του φόρου άνθρακα για αγρότες και η φορολογική ελάφρυνση για μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις. Παράλληλα, αναμένεται να ανακοινώσει την κατάργηση του επαρχιακού φόρου πωλήσεων, του TVQ, σε ορισμένα είδη παντοπωλείου και φαρμακείου, μέτρο που εκτιμάται ότι θα κοστίσει περίπου 100 εκατομμύρια δολάρια.
Με βάση τα μέχρι στιγμής στοιχεία, το συνολικό κόστος των δεσμεύσεων της πρωθυπουργού φτάνει περίπου τα 330 εκατομμύρια δολάρια, δηλαδή υπερβαίνει ήδη το ετήσιο πλαίσιο των 250 εκατομμυρίων. Τα ΜΜΕ ανέφεραν επιμέρους ποσά, όπως 140 εκατομμύρια για την επιστροφή μέρους του φόρου μεταβίβασης ακινήτων, 22 εκατομμύρια για βοήθεια στη φροντίδα στο σπίτι και 30 εκατομμύρια για τη μείωση της φορολογίας των μικρομεσαίων επιχειρήσεων.
Η Φρεσέτ υπερασπίστηκε τις αποφάσεις της κατά την άφιξή της σε κομματική συνάντηση στο Λεβί, υποστηρίζοντας ότι οι πολίτες πιέζονται από το κόστος των τροφίμων, της στέγασης και της βενζίνης. Επικαλέστηκε επίσης το διεθνές περιβάλλον και τις επιπτώσεις συγκρούσεων, όπως αυτή στη Μέση Ανατολή, στην οικονομική καθημερινότητα. Το βασικό της επιχείρημα είναι, ότι η κυβέρνηση οφείλει να βρει ισορροπία ανάμεσα στη συνετή διαχείριση των δημόσιων οικονομικών και στην πραγματική ανάγκη των πολιτών για ανακούφιση.
Από την πλευρά του, ο Ζιράρ προσπάθησε να παρουσιάσει την προειδοποίησή του ως μέρος του θεσμικού του ρόλου. Δήλωσε ότι έχει γράψει χιλιάδες παρόμοια μηνύματα στην καριέρα του, ιδιαίτερα όταν εργαζόταν στη National Bank of Canada, και χαρακτήρισε το ύφος του «σύντομο και άμεσο». Πρόσθεσε ότι ως υπουργός Οικονομικών είναι ο «φύλακας των δημόσιων οικονομικών». Η υπουργός Περιβάλλοντος, Πασκάλ Ντερί, επίσης δήλωσε ότι δεν είδε τίποτα ασυνήθιστο ή ανησυχητικό στο μήνυμα του Ζιράρ.
Η αντιπολίτευση, ωστόσο, έσπευσε να αξιοποιήσει πολιτικά την υπόθεση. Ο ηγέτης των Φιλελευθέρων, Σαρλ Μιλιάρ, κατηγόρησε τη Φρεσέτ ότι, όπως και ο Φρανσουά Λεγκό πριν από αυτήν, ξοδεύει γενναιόδωρα για να κερδίσει ψηφοφόρους. Ο ηγέτης του Parti Québécois, Πολ Σεν-Πιερ Πλαμοντόν, υποστήριξε ότι η υπόθεση αποδεικνύει πως τίποτα δεν άλλαξε στο CAQ μετά την αποχώρηση του Λεγκό από την ηγεσία.
Πέρα από την κομματική αντιπαράθεση, το θέμα αγγίζει μια βαθύτερη πραγματικότητα. Το Κεμπέκ βρίσκεται σε προεκλογική χρονιά, με τις επόμενες εκλογές να αναμένονται το αργότερο έως τις 5 Οκτωβρίου 2026. Η Φρεσέτ, η οποία ανέλαβε την ηγεσία του CAQ και την πρωθυπουργία τον Απρίλιο μετά τον Φρανσουά Λεγκό, χρειάζεται να δείξει ότι η κυβέρνησή της έχει νέα δυναμική και ότι κατανοεί την οικονομική πίεση που βιώνουν οι πολίτες.
Το πολιτικό ρίσκο είναι εμφανές. Αν οι παροχές θεωρηθούν αναγκαία κοινωνική ανάσα, η πρωθυπουργός μπορεί να ενισχύσει την εικόνα της ως ηγέτιδας που ακούει την κοινωνία. Αν όμως παρουσιαστούν ως προεκλογικές δαπάνες χωρίς επαρκή δημοσιονομική βάση, η αντιπολίτευση θα έχει ισχυρό επιχείρημα ότι το CAQ επαναλαμβάνει τα ίδια λάθη που οδήγησαν στη φθορά της προηγούμενης ηγεσίας.





