Το πολιτικό σύστημα μπαίνει σε μια φάση αναδιάταξης όπου ο καθένας παίζει άμυνα και επίθεση ταυτόχρονα
Κάθε Πρωτοχρονιά η δημοσιογραφική συνήθεια επιβάλει την ανασκόπηση του έτους που έφυγε και την προεπισκόπηση όσων η νέα χρονιά φέρνει μαζί της, κι αν κάποιος ήθελε να είναι πολύ περιληπτικός στην περιγραφή του, θα έλεγε τα εξής πολύ απλά: ότι το 2025 τα εγχώρια πολιτικά πράγματα περιστράφηκαν, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, γύρω από τις υποθέσεις των Τεμπών και του ΟΠΕΚΕΠΕ κι ότι το 2026 θα είναι – εκτός συγκλονιστικού απροόπτου – το έτος των ανακατατάξεων και της αλλαγής των πολιτικών συσχετισμών.
Το 2026 δεν είναι απλώς ένας προεκλογικός προθάλαμος. Δεδομένου, μάλιστα, ότι είναι πλέον αρκετοί εκείνοι που υποστηρίζουν, πως είτε στα τέλη Μαρτίου είτε στις αρχές Οκτωβρίου να στηθούν πρόωρες εθνικές κάλπες, όλα συνηγορούν στο να μετατραπεί η πολιτική αντιπαράθεση σε πεδίο μάχης, όχι μόνο ανάμεσα σε κόμματα, αλλά ανάμεσα σε αφηγήματα, μνήμες και προσδοκίες.
Το πολιτικό σύστημα μπαίνει σε μια φάση αναδιάταξης, όπου ο καθένας παίζει άμυνα και επίθεση ταυτόχρονα, με έναν κοινό στόχο: να διαμορφώσει τους συσχετισμούς πριν αυτοί παγιωθούν εις βάρος του. Η ακόμη μεγαλύτερη πρόκληση για τα παραδοσιακά κόμματα; Ότι η κοινωνία είναι πιο κατακερματισμένη, πιο καχύποπτη, λιγότερο πιστή, πράγμα του σημαίνει ότι το πολιτικό στοίχημα – εκλογικό ή μη – του 2026 δεν κερδίζεται με τις ηγεσίες στον αυτόματο πιλότο.
Είναι ξεκάθαρο για παράδειγμα, ότι η κυβέρνηση Μητσοτάκη έχει εξαντληθεί και κινδυνεύει να γκρεμιστεί ακόμη από το πιο μικρό ασύμμετρο γεγονός. Έστω κι αν δεν το ομολογούν, αυτά τα γνωρίζουν οι επιτελάρχες του Μαξίμου εξ ου και δε θα στοιχημάτιζαν την περιουσία τους ότι η Ν.Δ. θα αντέξει στην εξουσία ακόμη 500 ημέρες, μέχρι δηλαδή την άνοιξη του 2027 που λήγει η «γαλάζια» τετραετία.
Ας κρατήσουμε κι αυτό: Στο υφιστάμενο πολύ ρευστό τοπίο, η συζήτηση για νέα κόμματα δεν είναι κουτσομπολιό παρασκηνίου, αλλά πολιτικό γεγονός εν αναμονή. Η πιθανότητα δημιουργίας κόμματος από τον Αλέξη Τσίπρα λειτουργεί ήδη ως βαρυτικό πεδίο στο χώρο της Κεντροαριστεράς. Δεν αφορά μόνο το «αν» και «πότε», αλλά το «πώς». Δηλαδή με ποιο αφήγημα, με ποια κοινωνική συμμαχία, με ποια απόσταση από τα τραύματα της διακυβέρνησης 2015-2019. Ένα τέτοιο εγχείρημα θα αναγκάσει όλους τους παίκτες του χώρου να επαναπροσδιοριστούν, είτε το θέλουν είτε όχι.
Στον αντίποδα, αυτό που τρέμει όσο τίποτα άλλο το Μαξίμου: ένα ενδεχόμενο κόμμα Σαμαρά που θα επιχειρούσε να εκφράσει κάτι βαθύτερο, όπως είναι η εθνική ανάγνωση της πολιτικής, η επαναφορά στις ρίζες και τις βάσεις της παράταξης. Είναι άλλωστε πανθομολογούμενο, ότι μία τέτοια εξέλιξη θα είχε ευρύτερη απήχηση και θα επηρέαζε σημαντικά τους υπάρχοντες συσχετισμούς στη δεξιά πολυκατοικία.
Υπάρχει, τέλος, ο άγνωστος Χ που ακούει στο όνομα «κόμμα Καρυστιανού», που διαπρέπει μεν δημοσκοπικά αλλά οι… αστερίσκοι είναι πολλοί και μεγάλοι.
Έχει να πει κάτι περισσότερο από την καταγγελία, την αμφισβήτηση και την απαίτηση για δικαιοσύνη; Ποια είναι η αποτελεσματική εναλλακτική που προτείνει λ.χ. για την τιθάσευση της ακρίβειας, την ενεργειακή ασφάλεια και τα ελληνοτουρκικά; Γι’ αυτά δεν έχουμε ακούσει τίποτα μέχρι στιγμής, όσο όμως η «μητέρα των Τεμπών» κερδίζει το δημόσιο διάλογο, επηρεάζει την ατζέντα και καθορίζει, ως ένα βαθμό τουλάχιστον, και το παιχνίδι.
Το κρίσιμο ερώτημα, επομένως, δεν είναι τόσο ο αριθμός των κομμάτων που θα υπάρχουν το 2026 αλλά το πόσες πραγματικές επιλογές θα προσφέρουν στον πολίτη. Κι αν κάποια από αυτές τις επιλογές πείσει ότι υπάρχει κι άλλος δρόμος από τον κυνισμό, τους τακτικισμούς και την άκρατη επικοινωνία, τότε θα γκρεμιστεί με πάταγο το (ψεύτο)δίλλημα «Μητσοτάκης ή χάος».
Σε κάθε περίπτωση, το σκηνικό στήνεται από τώρα. Και αυτή τη φορά, κανείς δεν έχει την πολυτέλεια να πει ότι «δεν το είδε να έρχεται».
© iapopsi.gr




