Τα νέα στοιχεία της CMHC δείχνουν ότι η οικοδομή επιβραδύνεται, την ώρα που ο Καναδάς χρειάζεται σχεδόν διπλάσιο ετήσιο ρυθμό για να ξαναγίνει η κατοικία προσιτή
Στις 16 Σεπτεμβρίου η Canada Mortgage and Housing Corporation έδωσε στη δημοσιότητα, τα στοιχεία για τις ενάρξεις κατοικιών του Αυγούστου. Ο εποχικά προσαρμοσμένος ετήσιος ρυθμός έφτασε τις 229.046 μονάδες, μόλις 0,1% χαμηλότερα από τον Ιούλιο. Με την πρώτη ματιά, η εικόνα μοιάζει σταθερή. Στην πραγματικότητα, όμως, η σταθερότητα βρίσκεται σε επίπεδο που απέχει πολύ από τις ανάγκες μιας χώρας, όπου το ενοίκιο και η αγορά κατοικίας έχουν μετατραπεί σε μόνιμη πηγή άγχους.
Η τάση γέρνει προς τα κάτω: Ο πιο χρήσιμος δείκτης δεν είναι ένας μόνο μήνας, αλλά ο κινητός μέσος όρος έξι μηνών, που περιορίζει τις μεγάλες διακυμάνσεις. Αυτός υποχώρησε κατά 1,3%, στις 244.149 μονάδες. Στα αστικά κέντρα με πληθυσμό άνω των 10.000 κατοίκων, οι πραγματικές ενάρξεις του Αυγούστου μειώθηκαν κατά 2,3% σε σύγκριση με τον ίδιο μήνα του 2025, στις 17.691 κατοικίες. Από την αρχή του έτους είχαν αρχίσει να κατασκευάζονται 149.542 μονάδες, περίπου 4% λιγότερες από την αντίστοιχη περίοδο πέρυσι.
Το τεράστιο κενό πίσω από τα μηνιαία στοιχεία: Η CMHC έχει υπολογίσει, ότι για να αποκατασταθεί η προσιτότητα έως το 2036, ο Καναδάς χρειάζεται από 417.000 έως 469.000 νέες κατοικίες το χρόνο. Η σύγκριση με το ρυθμό των 229.046 μονάδων δεν είναι απόλυτα ίδια, επειδή ο τελευταίος είναι μηνιαίος δείκτης εκφρασμένος σε ετήσια βάση. Παρ’ όλα αυτά, αποκαλύπτει καθαρά το μέγεθος της απόστασης. Ακόμη και αν η σημερινή παραγωγή διατηρηθεί, η χώρα δεν πλησιάζει την κλίμακα που η ίδια η εθνική υπηρεσία στέγασης θεωρεί αναγκαία.
Γιατί δεν αρκεί να εκδοθεί μια άδεια: Η οικοδομή περνά από πολλά στάδια: χρηματοδότηση, πολεοδομική έγκριση, άδεια, έναρξη, κατασκευή και ολοκλήρωση. Τον Αύγουστο, οι κατοικίες υπό κατασκευή στις μεγάλες πόλεις μειώθηκαν κατά 0,4%, ενώ οι ολοκληρώσεις υποχώρησαν κατά 11,2%. Οι εγκεκριμένες, αλλά μονάδες που δεν ξεκίνησαν, αυξήθηκαν ελαφρά. Αυτό σημαίνει ότι ένα σχέδιο μπορεί να υπάρχει στα χαρτιά, χωρίς να έχει γίνει ακόμη σπίτι. Το κόστος δανεισμού, η τιμή της γης, τα υλικά, η διαθεσιμότητα εργατικού δυναμικού και η αβεβαιότητα για τη ζήτηση, μπορούν να κρατήσουν ένα έργο παγωμένο.
Το Κεμπέκ αντέχει καλύτερα, όχι όμως αρκετά: Τα στοιχεία δείχνουν ότι το Κεμπέκ και η Αλμπέρτα κατέγραψαν κάποια αύξηση, η οποία αντισταθμίστηκε από πτώσεις αλλού, ιδιαίτερα στο Οντάριο. Για το Μόντρεαλ αυτό είναι μια σχετική, αλλά όχι απόλυτη, παρηγοριά. Μια επαρχία μπορεί να έχει καλύτερη επίδοση από άλλες και ταυτόχρονα να μην παράγει αρκετές κατοικίες στις τιμές, στις γειτονιές και στα μεγέθη που χρειάζονται οι κάτοικοί της. Η νέα πολυκατοικία δεν είναι από μόνη της λύση, αν τα διαμερίσματα απευθύνονται σε νοικοκυριά που μπορούν ήδη να πληρώσουν ακριβά.
Η προσφορά είναι αναγκαία, αλλά χρειάζεται κατεύθυνση: Η αύξηση της προσφοράς παραμένει απαραίτητη. Δεν υπάρχει σοβαρή στρατηγική στέγασης χωρίς περισσότερη οικοδομή. Χρειάζεται όμως και σαφής στόχος: ενοικιαζόμενες κατοικίες μακράς διάρκειας, κοινωνική και συνεταιριστική στέγη, οικογενειακά διαμερίσματα και κατοικίες προσβάσιμες σε ηλικιωμένους ή ανθρώπους με αναπηρία. Διαφορετικά, οι συνολικοί αριθμοί μπορεί να βελτιώνονται, χωρίς να αλλάζει η καθημερινότητα του ενοικιαστή που φοβάται την επόμενη αύξηση.
Η ταχύτητα δεν είναι μόνο ομοσπονδιακή υπόθεση: Η Οτάβα μπορεί να χρηματοδοτεί υποδομές και προγράμματα, αλλά οι επαρχίες και οι δήμοι ελέγχουν κρίσιμα κομμάτια της διαδικασίας. Στο Μόντρεαλ, μια νέα κατοικία εξαρτάται από τη χωροθέτηση, τις άδειες, την ύδρευση, τις μεταφορές και την αποδοχή της γειτονιάς. Η επιτάχυνση δεν πρέπει να σημαίνει κατάργηση της ασφάλειας ή της δημόσιας διαβούλευσης. Πρέπει να σημαίνει καθαρούς κανόνες, σταθερές προθεσμίες και έτοιμη γη, εκεί όπου υπάρχουν υπηρεσίες. Χωρίς συντονισμό, κάθε κυβέρνηση μπορεί να ανακοινώνει χρήματα, ενώ τα έργα παραμένουν εγκλωβισμένα ανάμεσα σε διαφορετικά γραφεία.
Τι σημαίνει για μια οικογένεια: Για ένα νέο που μένει ακόμη με τους γονείς του, για ένα ζευγάρι που αναβάλλει τη δημιουργία οικογένειας ή για έναν ηλικιωμένο που χρειάζεται μικρότερο προσβάσιμο διαμέρισμα, οι ενάρξεις κατοικιών δεν είναι τεχνική στατιστική. Είναι ένδειξη για το αν θα υπάρξουν περισσότερες επιλογές δύο ή τρία χρόνια αργότερα. Η σημερινή επιβράδυνση δεν αυξάνει αμέσως το ενοίκιο του Οκτωβρίου, αλλά περιορίζει την προσφορά του μέλλοντος και παρατείνει τον ανταγωνισμό για κάθε κατάλληλη κατοικία.
Ο Καναδάς δε βρίσκεται σε πλήρη οικοδομική ακινησία. Ο ρυθμός παραμένει υψηλότερος από ορισμένες προηγούμενες περιόδους και το Κεμπέκ εμφανίζει σχετική αντοχή. Το πρόβλημα είναι ότι η χώρα έχει αφήσει το έλλειμμα κατοικιών να μεγαλώσει τόσο πολύ, ώστε το «αρκετά καλό» δεν είναι πλέον αρκετό.





