Σχεδόν ένα στα τέσσερα νοικοκυριά πιέζεται από το κόστος κατοικίας
Η συζήτηση για τη στεγαστική κρίση στον Καναδά, συχνά περιστρέφεται γύρω από τις τιμές των ακινήτων και τα υψηλά ενοίκια. Νέα στοιχεία της Στατιστικής Υπηρεσίας του Καναδά, όμως, δείχνουν με μεγαλύτερη σαφήνεια, πόσο βαθιά έχει περάσει το πρόβλημα στον οικογενειακό προϋπολογισμό.
Το 2024, το 23,2% των καναδικών νοικοκυριών ζούσε σε κατοικία που χαρακτηρίζεται οικονομικά μη προσιτή, έναντι 22% το 2022. Με βάση τον καθιερωμένο ορισμό, μια κατοικία θεωρείται μη προσιτή, όταν ένα νοικοκυριό δαπανά το 30% ή περισσότερο του εισοδήματός του για τα έξοδα στέγασης. Με άλλα λόγια, σχεδόν ένα στα τέσσερα νοικοκυριά στον Καναδά έχει περάσει αυτό το όριο.
Η κατάσταση είναι σαφώς δυσκολότερη για όσους νοικιάζουν. Το 33,7% των ενοικιαστών βρίσκεται πλέον στην κατηγορία της μη προσιτής κατοικίας, έναντι 17,4% των ιδιοκτητών. Στην ιδιωτική αγορά ενοικίων, το αντίστοιχο ποσοστό φτάνει το 34%.
Τα στοιχεία αποκαλύπτουν, ωστόσο, και μια σημαντική αλλαγή: η οικονομική πίεση δεν περιορίζεται πλέον στους ενοικιαστές.
Μεταξύ των ιδιοκτητών που εξακολουθούν να πληρώνουν στεγαστικό δάνειο, το ποσοστό όσων δαπανούν τουλάχιστον το 30% του εισοδήματός τους για τη στέγη αυξήθηκε από 23,6% το 2022 σε 26,1% το 2024. Η Στατιστική Υπηρεσία αποδίδει σε μεγάλο βαθμό σε αυτή την κατηγορία τη συνολική επιδείνωση της προσιτότητας.
Παράλληλα, το 28,2% των ιδιοκτητών με υποθήκη δήλωνε δυσαρεστημένο ή πολύ δυσαρεστημένο με το πόσο προσιτή είναι η κατοικία του — ποσοστό πλέον σχεδόν ίδιο με το 28,9% των ενοικιαστών της ιδιωτικής αγοράς.
Πίσω από τους αριθμούς βρίσκεται η μεγάλη αύξηση του κόστους δανεισμού των προηγούμενων ετών. Πολλοί Καναδοί που είχαν εξασφαλίσει στεγαστικά δάνεια την περίοδο των εξαιρετικά χαμηλών επιτοκίων, βρέθηκαν αντιμέτωποι με σημαντικά υψηλότερες πληρωμές κατά την ανανέωσή τους.
Για τα νοικοκυριά, η συνέπεια είναι πρακτική: όσο μεγαλύτερο μέρος του εισοδήματος απορροφά η κατοικία, τόσο λιγότερα χρήματα απομένουν για τρόφιμα, μεταφορές, φάρμακα, αποταμίευση ή απρόβλεπτες δαπάνες.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η ομοσπονδιακή κυβέρνηση ανακοίνωσε στις 22 Σεπτεμβρίου την ενεργοποίηση του Canada Rental Protection Fund, ύψους 1,5 δισ. δολαρίων.
Η φιλοσοφία του προγράμματος διαφέρει από τα περισσότερα μέτρα που επικεντρώνονται στην κατασκευή νέων κατοικιών. Στόχος του είναι να προστατεύσει τις προσιτές κατοικίες που υπάρχουν ήδη.
Μέσω του Canadian Housing Acquisition Fund, μη κερδοσκοπικοί οργανισμοί, συνεταιρισμοί και φορείς κοινοτικής στέγασης θα μπορούν να αποκτούν υφιστάμενα ενοικιαζόμενα κτίρια που κινδυνεύουν να χαθούν από το απόθεμα προσιτής κατοικίας και να διατηρούν τα διαμερίσματα αυτά οικονομικά προσιτά σε βάθος χρόνου.
Σύμφωνα με την ομοσπονδιακή κυβέρνηση, το ταμείο έχει τη δυνατότητα να προστατεύσει περίπου 7.000 κατοικίες μέσα στα πρώτα πέντε χρόνια, αριθμός που θα εξαρτηθεί από τις συνθήκες της αγοράς και τις διαθέσιμες ευκαιρίες εξαγοράς. Επειδή μέρος των κεφαλαίων θα επιστρέφει στο ταμείο και θα επανεπενδύεται, ο αριθμός θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να αυξηθεί.
Η παρέμβαση αυτή αναγνωρίζει μια κρίσιμη πλευρά της στεγαστικής κρίσης: δεν αρκεί να κατασκευάζονται καινούργια σπίτια εάν, ταυτόχρονα, χάνονται από την αγορά παλαιότερα διαμερίσματα με σχετικά χαμηλότερα ενοίκια.
Τα τελευταία στοιχεία δε σημαίνουν ότι όλοι οι Καναδοί αντιμετωπίζουν την ίδια πίεση. Δείχνουν όμως ότι το στεγαστικό πρόβλημα έχει πλέον διευρυνθεί πέρα από τους χαμηλόμισθους ή τους νέους ενοικιαστές. Αγγίζει οικογένειες, ενοικιαστές, νέους αγοραστές αλλά και ιδιοκτήτες με στεγαστικό δάνειο.
Και όταν σχεδόν ένα στα τέσσερα νοικοκυριά διαθέτει τουλάχιστον το 30% του εισοδήματός του μόνο για να κρατήσει μια στέγη πάνω από το κεφάλι του, η προσιτή κατοικία παύει να αποτελεί αποκλειστικά ζήτημα της αγοράς ακινήτων. Μετατρέπεται σε ένα από τα σημαντικότερα ζητήματα του κόστους ζωής στον Καναδά.
Η πίεση αυτή έχει και μια γενεακή διάσταση. Για νεότερους Καναδούς, η άνοδος των ενοικίων δυσκολεύει την αποταμίευση για προκαταβολή αγοράς κατοικίας, ενώ για μεγαλύτερους ιδιοκτήτες, η ανανέωση ενός στεγαστικού δανείου μπορεί να μεταβάλει απότομα έναν προϋπολογισμό που επί χρόνια θεωρούνταν σταθερός. Έτσι, η συζήτηση για τη στέγαση συνδέεται όλο και περισσότερο με τη γενικότερη οικονομική ασφάλεια των νοικοκυριών.
Η επιτυχία του νέου ομοσπονδιακού ταμείου θα κριθεί στην πράξη: από το πόσο γρήγορα θα μπορούν οι μη κερδοσκοπικοί φορείς να αγοράζουν κτίρια και από το εάν οι κατοικίες που προστατεύονται θα παραμένουν πράγματι προσιτές σε βάθος χρόνου. Η ανακοίνωση, πάντως, μετατοπίζει μέρος της δημόσιας πολιτικής από την αποκλειστική έμφαση στη νέα οικοδομή προς τη διατήρηση του υπάρχοντος αποθέματος.





