Home Blog Page 3

Ιστορική Ανατροπή στο Κεμπέκ

0

Μειονοτική Κυβέρνηση για το PQ και Εκλογικός Αφανισμός του CAQ

Οι επαρχιακές εκλογές της Δευτέρας 5 Οκτωβρίου 2026 επισφράγισαν μια από τις πλέον δραματικές πολιτικές ανατροπές στη σύγχρονη ιστορία του Κεμπέκ. Το αυτονομιστικό κόμμα Parti Québécois (PQ), υπό την ηγεσία του Paul St-Pierre Plamondon, επέστρεψε στην εξουσία για πρώτη φορά μετά από μια δεκαετία. Ωστόσο, η επόμενη ημέρα φέρνει έντονο το στοιχείο της πολιτικής διαπραγμάτευσης, καθώς το PQ δεν κατάφερε να εξασφαλίσει την πολυπόθητη αυτοδυναμία των 64 εδρών, αναλαμβάνοντας το σχηματισμό μειονοτικής κυβέρνησης.
Η εκλογική αναμέτρηση αναδιαμόρφωσε πλήρως τον πολιτικό χάρτη της γαλλόφωνης επαρχίας του Καναδά. Το κυβερνών κόμμα Coalition Avenir Québec (CAQ) υπέστη μια πρωτοφανή πανωλεθρία, μένοντας εκτός Εθνοσυνέλευσης. Παράλληλα, η κατανομή των εδρών φανερώνει μια βαθιά διχασμένη κοινωνία απέναντι στο ζήτημα της εθνικής ανεξαρτησίας, αναγκάζοντας τον Plamondon να αναζητήσει συμμαχίες.

ΤΑ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ ΚΑΙ ΤΟ ΠΡΟΦΙΛ
ΤΩΝ 5 ΠΡΩΤΩΝ ΚΟΜΜΑΤΩΝ
Η νέα Εθνοσυνέλευση του Κεμπέκ, η οποία αποτελείται συνολικά από 127 έδρες, διαμορφώνεται ως εξής με βάση τα τελικά αποτελέσματα:
1] Parti Québécois (PQ) – 59 έδρες: Το κόμμα του Paul St-Pierre Plamondon αναδείχθηκε πρώτο, κερδίζοντας τη μάχη της εξουσίας με ποσοστό 28% της λαϊκής ψήφου. Πρόκειται για το χαμηλότερο ποσοστό πρώτου κόμματος που έχει καταγραφεί ποτέ στην ιστορία του Κεμπέκ για το σχηματισμό κυβέρνησης. Το PQ κυριάρχησε στην περιφέρεια, αλλά εμφάνισε αδυναμία στα μεγάλα αστικά κέντρα, κερδίζοντας μόλις δύο έδρες στο Μόντρεαλ.
2] Φιλελεύθερο Κόμμα του Κεμπέκ (PLQ) – 40 έδρες: Υπό την ηγεσία του Charles Milliard, οι Φιλελεύθεροι κατέλαβαν τη δεύτερη θέση, ενισχύοντας σημαντικά τις δυνάμεις τους. Το PLQ ξεκαθάρισε αμέσως ότι, παρά την προθυμία του να συνεργαστεί με τη νέα κυβέρνηση σε καθημερινά κοινωνικο-οικονομικά ζητήματα, αποτελεί το ισχυρότερο ανάχωμα ενάντια σε οποιαδήποτε αυτονομιστική προσπάθεια.
3] Συντηρητικό Κόμμα του Κεμπέκ (PCQ) – 19 έδρες: Το κόμμα του Éric Duhaime πέτυχε μια ιστορική εκλογική διείσδυση. Για πρώτη φορά οι Συντηρητικοί εξέλεξαν μέλη στην Εθνοσυνέλευση, σχηματίζοντας μια υπολογίσιμη κοινοβουλευτική ομάδα 19 βουλευτών. Ο Duhaime δήλωσε ότι το κόμμα του θα λειτουργήσει ως «φύλακας άγγελος» για τα δικαιώματα των φορολογουμένων.
4] Québec Solidaire (QS) – 9 έδρες: Το αριστερό, αυτονομιστικό κόμμα, με συν-εκπροσώπους τη Ruba Ghazal και τον Sol Zanetti, άντεξε την πίεση του PQ. Διατήρησε τις δυνάμεις του κυρίως στις αστικές περιοχές του Μόντρεαλ. Αν και ιδεολογικά βρίσκεται πιο κοντά στο PQ στο θέμα της κυριαρχίας, οι ριζοσπαστικές θέσεις του στην οικονομία και τη μετανάστευση αναμένεται να προκαλέσουν τριβές.
5] Coalition Avenir Québec (CAQ) – 0 έδρες: Η μεγαλύτερη έκπληξη της βραδιάς. Το κόμμα που κυβερνούσε με άνετη πλειοψηφία 79 εδρών πριν από τις εκλογές, εξαφανίστηκε ολοκληρωτικά από τον εκλογικό χάρτη, αποτυγχάνοντας να εκλέξει έστω και έναν βουλευτή.

Ο ΙΣΤΟΡΙΚΟΣ ΑΦΑΝΙΣΜΟΣ ΤΟΥ CAQ
Η κατάρρευση του CAQ αποτελεί το κεντρικό σημείο συζήτησης των αναλυτών. Μετά από οκτώ χρόνια στο τιμόνι της επαρχίας, η κόπωση των πολιτών από την κυβέρνηση της «Συμμαχίας για το Μέλλον του Κεμπέκ» αποδείχθηκε καταλυτική. Η ηγέτιδα του κόμματος και απερχόμενη πρωθυπουργός, Christine Fréchette, ανέλαβε προσωπικά την πλήρη ευθύνη για τη συντριβή.
«Το αποτέλεσμα προφανώς δεν είναι αυτό που ελπίζαμε. Ως αρχηγός, αναλαμβάνω την πλήρη ευθύνη. Όχι οι υποψήφιοί μας, όχι οι εθελοντές μας. Εγώ», δήλωσε συγκινημένη η Fréchette, η οποία την επόμενη ημέρα υπέβαλε την παραίτησή της από την ηγεσία του κόμματος. Η αποτυχία του CAQ να ισορροπήσει ανάμεσα στις υποσχέσεις για αυξημένη επαρχιακή αυτονομία και στην αποτελεσματική διαχείριση της καθημερινότητας (υγεία, πληθωρισμός) οδήγησε τους ψηφοφόρους μαζικά προς το PQ.

ΤΟ ΣΧΕΔΙΟ ΓΙΑ ΤΟ ΔΗΜΟΨΗΦΙΣΜΑ
ΚΑΙ ΤΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΤΟΥ PLAMONDON
Το Parti Québécois έχει ως θεμέλιο λίθο της ύπαρξής του την απόσχιση του Κεμπέκ από τον Καναδά. Ο Paul St-Pierre Plamondon έχει δεσμευτεί επανειλημμένα για τη διεξαγωγή ενός τρίτου δημοψηφίσματος ανεξαρτησίας (μετά από εκείνα του 1980 και του 1995) εντός της πρώτης του θητείας.
Ωστόσο, αναγνωρίζοντας τη μειονοτική φύση της κυβέρνησής του και τις οικονομικές προκλήσεις, ο Plamondon έσπευσε να διευκρινίσει ότι το δημοψήφισμα δεν αποτελεί άμεση προτεραιότητα για τους επόμενους μήνες. Σύμφωνα με το πλάνο του, η ψηφοφορία μετατίθεται για το 2029 ή το 2030, συγκεκριμένα αφού ο Αμερικανός Πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ θα έχει αποχωρήσει από το Λευκό Οίκο. Ο Plamondon εξήγησε, ότι η απρόβλεπτη εμπορική πολιτική των ΗΠΑ θα υπονόμευε έναν ήρεμο και ώριμο εθνικό διάλογο.
Το κυβερνητικό πρόγραμμα του PQ, όπως αποτυπώνεται στο μνημονιώδες «Μπλε Βιβλίο» (Livre bleu) των 524 σελίδων, περιλαμβάνει τα εξής βασικά σημεία:
◘ Προετοιμασία Ανεξαρτησίας: Διάθεση 20 εκατομμυρίων δολαρίων για μελέτες και τη σύνταξη ενός προσωρινού συντάγματος για τη «Δημοκρατία του Κεμπέκ». Το συνολικό κόστος του δημοψηφίσματος εκτιμάται στα 110-130 εκατομμύρια δολάρια.
◘ Καταπολέμηση της Γραφειοκρατίας: Συγχώνευση ομόλογων ομοσπονδιακών και επαρχιακών υπηρεσιών (όπως η μετανάστευση και το περιβάλλον). Το PQ υποστηρίζει ότι η ανεξαρτησία θα αποφέρει εξοικονόμηση 13 έως 16 δισεκατομμυρίων δολαρίων από την εξάλειψη της «ομοσπονδιακής σπατάλης».
◘ Μετανάστευση και Ταυτότητα: Σκληρή στάση απέναντι στην «ανεξέλεγκτη μετανάστευση», την οποία το PQ συνδέει άμεσα με την κρίση στέγασης και την υποβάθμιση της γαλλικής γλώσσας.
◘ Άμεση Οικονομική Ανακούφιση: Προσωρινή μείωση του φόρου στα καύσιμα κατά 50% και πλήρης κατάργηση του επαρχιακού φόρου κατανάλωσης (TVQ) στα μεταχειρισμένα είδη.
◘ Κοινωνική Πολιτική: Πάγωμα των μισθών των βουλευτών και των ανώτατων κρατικών στελεχών μέχρι την επίτευξη ισοσκελισμένου προϋπολογισμού, με παράλληλη διοργάνωση μεγάλης συνόδου για την καταπολέμηση της αστεγίας.

Η ΣΥΓΚΡΟΥΣΗ ΜΕ ΤΟ ΣΤΕΜΜΑ
ΚΑΙ Η ΟΡΚΩΜΟΣΙΑ
Πέρα από το οικονομικό πρόγραμμα, ο Plamondon προκάλεσε αίσθηση με τις δηλώσεις του την επομένη των εκλογών, στρέφοντας τα βέλη του εναντίον των θεσμών της Μοναρχίας. Ο νέος πρωθυπουργός ανακοίνωσε ότι έχει ήδη ζητήσει νομική γνωμοδότηση, προκειμένου να εξεταστούν οι επιλογές για τον αποκλεισμό της παρουσίας του Αναπληρωτή Κυβερνήτη (Lieutenant-Governor) — ο οποίος εκπροσωπεί το Βρετανικό Στέμμα στην επαρχία — από την τελετή ορκωμοσίας της κυβέρνησης και την έναρξη των εργασιών της Εθνοσυνέλευσης.
Ο Plamondon, ο οποίος το 2022 είχε αρνηθεί να δώσει όρκο πίστης στο Βασιλιά Κάρολο Γ’, ξεκαθάρισε τη θέση του: «Δε σκοπεύω να ορκιστώ στο Βασιλιά και να κάνω το ψέμα την πρώτη μου πράξη ως πρωθυπουργός». Χαρακτήρισε το ρόλο του Αναπληρωτή Κυβερνήτη ως μια «δαπανηρή φάρσα» και ένα σύμβολο «επιβολής διά της βίας».
Μάλιστα, δεσμεύτηκε να προχωρήσει σε πλήρη διακοπή της χρηματοδότησης του γραφείου του Αναπληρωτή Κυβερνήτη, η οποία κοστίζει στους πολίτες του Κεμπέκ περίπου 15 εκατομμύρια δολάρια ετησίως, με σκοπό να ανακατευθύνει αυτά τα κονδύλια στην ενίσχυση των δομών για τους αστέγους. Η κίνηση αυτή σηματοδοτεί την πρόθεση του PQ να δοκιμάσει τα συνταγματικά όρια των σχέσεων του Κεμπέκ με την Οτάβα, από τις πρώτες κιόλας ημέρες της διακυβέρνησής του.

Οι αθέατες γωνίες του Καναδικού ονείρου

Όταν η σιγουριά αποδεικνύεται εύθραυστη

Η μετακίνηση των λαών προς αναζήτηση μιας καλύτερης τύχης δεν υπήρξε ποτέ ένα ευθύγραμμο ή πρόσκαιρο φαινόμενο. Στους αιώνες της ανθρώπινης ιστορίας, η αναζήτηση ασφάλειας, πολιτικής σταθερότητας και οικονομικής προκοπής, ώθησε εκατομμύρια ανθρώπους να εγκαταλείψουν τις εστίες τους. Για την ελληνική διασπορά, η διαδρομή αυτή υπήρξε συχνά σπαρμένη με λαμπρές επιτυχίες, αλλά και με την πικρή γεύση της ματαιωμένης προσδοκίας.

Στις αρχές και τα μέσα του 20ού αιώνα, χιλιάδες Έλληνες αναζήτησαν νέους ορίζοντες σε μακρινούς προορισμούς: από την Ευρασία και την Αφρική μέχρι την Αυστραλία και την Αμερική. Εκεί ρίζωσαν, ίδρυσαν κοινότητες, δημιούργησαν περιουσίες και συνέβαλαν τα μέγιστα στην τοπική ανάπτυξη. Ωστόσο, η ιστορική ρευστότητα, οι πολιτικές ανατροπές και η αλλαγή των καθεστώτων, μετέτρεψαν για πολλούς το όνειρο σε εφιάλτη, οδηγώντας σε βίαιες εκτοπίσεις και την απώλεια των πάντων.

Με αυτό το ιστορικό τραύμα ως αποσκευή, το μεγάλο μεταναστευτικό κύμα των δεκαετιών του ’50 και του ’60 κατευθύνθηκε προς τη Βόρεια Αμερική, με σημαντικό προορισμό τον Καναδά. Η χώρα αυτή φάνταζε ως το απόλυτο καταφύγιο: ένας τόπος απεριόριστων ευκαιριών, αμείλικτης δικαιοσύνης και ακλόνητης θεσμικής σταθερότητας. Οι Έλληνες μετανάστες εργάστηκαν σκληρά, πρόκοψαν και κατέστησαν τη νέα τους χώρα πραγματική πρώτη πατρίδα.

Ωστόσο, η συνταγματική και πολιτική πραγματικότητα του Καναδά αποδείχθηκε πολυσύνθετη. Το καναδικό μοντέλο διακυβέρνησης, βασισμένο στην ομοσπονδία, επιδιώκει να ισορροπήσει ανάμεσα στην εθνική ενότητα και την έντονη αυτονομία των επαρχιών του. Στο επίκεντρο αυτής της ισορροπίας βρίσκεται το Κεμπέκ, η μόνη γαλλόφωνη επαρχία της χώρας, με μια ιδιαίτερη πολιτισμική και εθνική ταυτότητα, που διεκδικεί διαχρονικά ενισχυμένο αυτοκαθορισμό.

Η ιστορία του Κεμπέκ σημαδεύτηκε από πολιτικές εντάσεις, δημοψηφίσματα και μια συνεχή διαπραγμάτευση των συνταγματικών ορίων. Για τις μεταναστευτικές κοινότητες, και ιδιαίτερα για τους Έλληνες του Μόντρεαλ, οι πολιτικές αυτές αναταράξεις και η ενδεχόμενη αλλαγή του καθεστώτος ξυπνούν παλιούς φόβους. Η πιθανότητα μιας θεσμικής διάσπασης ή μιας ριζικής ανατροπής του πολιτικού τοπίου εγείρει το αγωνιώδες ερώτημα: Είναι δυνατόν η σταθερότητα που υποσχέθηκε η νέα πατρίδα να αποδειχθεί εύθραυστη;

Από συνταγματική σκοπιά, η διαχείριση αυτών των διεκδικήσεων μέσα από δημοκρατικές διαδικασίες, θεωρείται από πολλούς ως απόδειξη της ωριμότητας της καναδικής πολιτείας. Για τους ανθρώπους όμως που έζησαν τη μετανάστευση στο πετσί τους, η πολιτική αβεβαιότητα βιώνεται ως υπαρξιακή απειλή. Ο φόβος ότι τα παιδιά και τα εγγόνια τους μπορεί να βρεθούν ξανά μπροστά στο φάσμα μιας νέας προσαρμογής ή μιας νέας αναζήτησης πατρίδας, είναι βαθιά χαραγμένος στη συλλογική μνήμη.

Σε έναν κόσμο που αλλάζει ραγδαία, η ιστορία των Ελλήνων του Καναδά υπενθυμίζει ότι καμία βεβαιότητα δεν είναι παντοτινή. Η πρόκληση για τις μεταναστευτικές κοινότητες παραμένει η ίδια: να συνεχίσουν να προσφέρουν και να δημιουργούν, διεκδικώντας ταυτόχρονα τη θέση και τη φωνή τους, μέσα σε ένα πολιτικό σύστημα που συνεχώς αναζητά την ισορροπία του…

Ta NEA volume 20-36

0

The current issue of the Greek Canadian News Ta NEA volume 20-36 published October 9th, 2026.
Covering news from Greece, local news, politics, sports and other newsworthy events.

Notre-Dame: 180 άνθρωποι περιμένουν το χειμώνα μέσα σε σκηνές

0

Ο μεγαλύτερος καταυλισμός αστέγων του Μόντρεαλ αποκαλύπτει μια κρίση, που δε λύνεται μόνο με αστυνομικά μέτρα

Καθώς το Μόντρεαλ μπαίνει στο φθινόπωρο και οι νυχτερινές θερμοκρασίες αρχίζουν να πέφτουν, περίπου 180 άνθρωποι εξακολουθούν να ζουν σε ένα μεγάλο καταυλισμό κατά μήκος της rue Notre-Dame, στο ανατολικό τμήμα της πόλης.

Περίπου 200 σκηνές έχουν στηθεί στη λωρίδα γης κοντά στον Άγιο Λαυρέντιο, δημιουργώντας έναν πρόχειρο οικισμό ανθρώπων, που βρίσκονται αντιμέτωποι όχι μόνο με την έλλειψη στέγης αλλά και με προβλήματα υγείας, εξάρτησης, ασφάλειας και την καθημερινή αβεβαιότητα για το πού θα βρίσκονται την επόμενη ημέρα.

Το ζήτημα ήρθε και πάλι στο προσκήνιο τις τελευταίες ημέρες. Όμως για όσους ζουν εκεί, το επείγον πρόβλημα δεν είναι η δημόσια συζήτηση γύρω από τον καταυλισμό. Είναι ο χειμώνας που πλησιάζει. Σε ρεπορτάζ των ΜΜΕ που δημοσιεύθηκε στις 25 Σεπτεμβρίου, κάτοικοι του καταυλισμού περιέγραψαν μια καθημερινότητα, όπου η επιβίωση προηγείται σχεδόν κάθε άλλης ανησυχίας.

Η περίπτωση του καταυλισμού Notre-Dame αποτελεί πλέον ένα από τα πιο ορατά σύμβολα μιας πολύ ευρύτερης κρίσης. Σύμφωνα με τα στοιχεία της κυβέρνησης του Κεμπέκ, λίγο περισσότεροι από 12.000 άνθρωποι βρίσκονταν σε κατάσταση ορατής αστεγίας στην επαρχία το 2025. Ο αριθμός είχε αυξηθεί κατά 44% μεταξύ 2018 και 2022 και κατά επιπλέον 19% στα επόμενα τρία χρόνια. Περίπου το 42% των ανθρώπων αυτών βρίσκονταν στο Μόντρεαλ.

ΑΣΤΕΓΙΑ ΚΑΙ ΔΗΜΟΣΙΑ ΑΣΦΑΛΕΙΑ

Η κατάσταση στη Notre-Dame απέκτησε την προηγούμενη εβδομάδα και μια επιπλέον διάσταση. Στις 23 Σεπτεμβρίου συγκεκριμένα, η Αστυνομική Υπηρεσία του Μόντρεαλ ανακοίνωσε τη σύλληψη ενός 23χρονου άνδρα, στο πλαίσιο έρευνας για δίκτυο διακίνησης ναρκωτικών που, σύμφωνα με την αστυνομία, δρούσε κυρίως στο Mercier-Hochelaga-Maisonneuve και φέρεται να στόχευε μεταξύ άλλων ευάλωτους ανθρώπους που συχνάζουν στην περιοχή του καταυλισμού Notre-Dame. Η έρευνα, σύμφωνα με το SPVM, ξεκίνησε μετά από πληροφορίες που έδωσαν πολίτες.

Κατά τη διάρκεια ερευνών, οι αστυνομικοί κατέσχεσαν ένα ψεύτικο πιστόλι, ποσότητες ναρκωτικών — κυρίως κοκαΐνη και κρακ — καθώς και άλλα αποδεικτικά στοιχεία. Ο συλληφθείς εμφανίστηκε ενώπιον δικαστηρίου αντιμετωπίζοντας, μεταξύ άλλων, κατηγορίες για κατοχή ναρκωτικών με σκοπό τη διακίνηση και κατοχή όπλου για επικίνδυνο σκοπό. Οι κατηγορίες δεν έχουν αποδειχθεί δικαστικά. Το SPVM ανέφερε ότι η έρευνα συνεχίζεται και ότι αναμένονται και άλλες συλλήψεις.

Η υπόθεση υπογραμμίζει ένα ιδιαίτερα δύσκολο στοιχείο της αστεγίας: άνθρωποι που ήδη βρίσκονται σε εξαιρετικά ευάλωτη θέση μπορούν να γίνουν ευκολότεροι στόχοι εκμετάλλευσης από εγκληματικά δίκτυα. Η αστυνομική επέμβαση μπορεί να αντιμετωπίσει συγκεκριμένες εγκληματικές πράξεις. Δεν μπορεί όμως από μόνη της να αντιμετωπίσει τους λόγους για τους οποίους περίπου 180 άνθρωποι έχουν καταλήξει να ζουν σε σκηνές.

ΕΝΑΣ ΚΑΤΑΥΛΙΣΜΟΣ ΠΟΥ ΕΠΙΣΤΡΕΦΕΙ

Η περιοχή της Notre-Dame δεν αντιμετωπίζει το φαινόμενο για πρώτη φορά. Οι δημοτικές αρχές έχουν απομακρύνει στο παρελθόν καταυλισμούς από την περιοχή, αλλά οι σκηνές επέστρεψαν. Η πραγματικότητα αυτή αναδεικνύει ένα από τα βασικά προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι μεγάλες πόλεις του Καναδά: η απομάκρυνση μιας σκηνής δεν ισοδυναμεί με εξασφάλιση κατοικίας για τον άνθρωπο που ζούσε μέσα σε αυτή.

Σύμφωνα με τα ΜΜΕ, εκπρόσωπος του Δήμου του Μόντρεαλ ανέφερε, ότι αυτή τη στιγμή δεν υπάρχει σχέδιο απομάκρυνσης των σκηνών από τη Notre-Dame. Για τους ανθρώπους που ζουν στον καταυλισμό, ακόμη και αυτή η προσωρινή σταθερότητα συνοδεύεται από ανασφάλεια. Κάποιοι φοβούνται ότι μπορεί και πάλι να αναγκαστούν να φύγουν χωρίς να διαθέτουν εναλλακτική λύση.

Ο καταυλισμός έχει αποκτήσει στοιχεία μιας μικρής, αυτοσχέδιας κοινότητας. Κάτοικοι έχουν δημιουργήσει χώρους για εργαλεία, προσωπικά αντικείμενα και επισκευές ποδηλάτων. Πρόκειται όμως για μια κοινότητα που υπάρχει, επειδή οι συμβατικές επιλογές στέγασης δεν είναι διαθέσιμες ή προσβάσιμες για τους ανθρώπους που βρίσκονται εκεί.

Η ΚΡΙΣΗ ΠΙΣΩ ΑΠΟ ΤΙΣ ΣΚΗΝΕΣ

Το πρόβλημα της αστεγίας συνδέεται άμεσα με την ευρύτερη στεγαστική κρίση. Όταν τα ενοίκια αυξάνονται και η προσφορά οικονομικά προσιτής κατοικίας δεν επαρκεί, άνθρωποι που βρίσκονται ήδη σε επισφαλή οικονομική κατάσταση έχουν μικρότερα περιθώρια να απορροφήσουν μια απώλεια εργασίας, μια ασθένεια, ένα χωρισμό ή μια προσωπική κρίση.

Η ύπαρξη καταφυγίων αποτελεί μέρος της απάντησης, αλλά οι οργανώσεις που εργάζονται με αστέγους επισημαίνουν εδώ και χρόνια, ότι η προσωρινή φιλοξενία δεν αντικαθιστά τη σταθερή κατοικία και τις υπηρεσίες υποστήριξης.

Εκπρόσωποι κοινοτικών οργανώσεων υποστήριξαν, ότι οι διαθέσιμοι πόροι παραμένουν ανεπαρκείς, τόσο σε επίπεδο κατοικίας και υπηρεσιών όσο και ως προς τη χρηματοδότηση των ίδιων των οργανώσεων που βρίσκονται στην πρώτη γραμμή.

Ένα ακόμη ζήτημα είναι η κατάσταση του υπάρχοντος κοινωνικού στεγαστικού αποθέματος. Κάτοικοι του καταυλισμού ζητούν, μεταξύ άλλων, να επιταχυνθούν οι επισκευές κοινωνικών κατοικιών, ώστε περισσότερες μονάδες να μπορούν να χρησιμοποιηθούν.

Ο ΧΕΙΜΩΝΑΣ ΔΕΝ ΠΕΡΙΜΕΝΕΙ

Η συζήτηση για την αστεγία συχνά γίνεται εντονότερη, όταν ένας καταυλισμός μεγαλώνει αρκετά ώστε να γίνει ορατός ή όταν συμβεί ένα περιστατικό, που προσελκύει την προσοχή των μέσων ενημέρωσης. Για τους ανθρώπους που ζουν στη Notre-Dame, όμως, η κρίση δεν άρχισε αυτή την εβδομάδα. Και δε θα τελειώσει όταν ο καταυλισμός πάψει να βρίσκεται στα πρωτοσέλιδα.

Η αστυνομική έρευνα για τη διακίνηση ναρκωτικών είναι σημαντική για την προστασία ευάλωτων ανθρώπων. Η δημόσια ασφάλεια αποτελεί πραγματική διάσταση του προβλήματος. Το ίδιο όμως ισχύει για την ψυχική και σωματική υγεία, τις εξαρτήσεις, την κοινωνική υποστήριξη και, πάνω απ’ όλα, την πρόσβαση σε κατοικία.

Οι περίπου 200 σκηνές της Notre-Dame δεν είναι 200 ξεχωριστές ιστορίες ενός «προβλήματος δρόμου». Είναι η ορατή πλευρά μιας κρίσης που εκτείνεται πολύ πέρα από το συγκεκριμένο καταυλισμό. Και καθώς ο Οκτώβριος πλησιάζει, το χρονικό περιθώριο στενεύει. Στο Μόντρεαλ, το ερώτημα δεν είναι πλέον εάν θα έρθει το κρύο. Είναι πόσοι άνθρωποι θα εξακολουθούν να βρίσκονται έξω όταν έρθει.

Η στεγαστική κρίση βαθαίνει στον Καναδά

0

Σχεδόν ένα στα τέσσερα νοικοκυριά πιέζεται από το κόστος κατοικίας

Η συζήτηση για τη στεγαστική κρίση στον Καναδά, συχνά περιστρέφεται γύρω από τις τιμές των ακινήτων και τα υψηλά ενοίκια. Νέα στοιχεία της Στατιστικής Υπηρεσίας του Καναδά, όμως, δείχνουν με μεγαλύτερη σαφήνεια, πόσο βαθιά έχει περάσει το πρόβλημα στον οικογενειακό προϋπολογισμό.

Το 2024, το 23,2% των καναδικών νοικοκυριών ζούσε σε κατοικία που χαρακτηρίζεται οικονομικά μη προσιτή, έναντι 22% το 2022. Με βάση τον καθιερωμένο ορισμό, μια κατοικία θεωρείται μη προσιτή, όταν ένα νοικοκυριό δαπανά το 30% ή περισσότερο του εισοδήματός του για τα έξοδα στέγασης. Με άλλα λόγια, σχεδόν ένα στα τέσσερα νοικοκυριά στον Καναδά έχει περάσει αυτό το όριο.

Η κατάσταση είναι σαφώς δυσκολότερη για όσους νοικιάζουν. Το 33,7% των ενοικιαστών βρίσκεται πλέον στην κατηγορία της μη προσιτής κατοικίας, έναντι 17,4% των ιδιοκτητών. Στην ιδιωτική αγορά ενοικίων, το αντίστοιχο ποσοστό φτάνει το 34%.

Τα στοιχεία αποκαλύπτουν, ωστόσο, και μια σημαντική αλλαγή: η οικονομική πίεση δεν περιορίζεται πλέον στους ενοικιαστές.

Μεταξύ των ιδιοκτητών που εξακολουθούν να πληρώνουν στεγαστικό δάνειο, το ποσοστό όσων δαπανούν τουλάχιστον το 30% του εισοδήματός τους για τη στέγη αυξήθηκε από 23,6% το 2022 σε 26,1% το 2024. Η Στατιστική Υπηρεσία αποδίδει σε μεγάλο βαθμό σε αυτή την κατηγορία τη συνολική επιδείνωση της προσιτότητας.

Παράλληλα, το 28,2% των ιδιοκτητών με υποθήκη δήλωνε δυσαρεστημένο ή πολύ δυσαρεστημένο με το πόσο προσιτή είναι η κατοικία του — ποσοστό πλέον σχεδόν ίδιο με το 28,9% των ενοικιαστών της ιδιωτικής αγοράς.

Πίσω από τους αριθμούς βρίσκεται η μεγάλη αύξηση του κόστους δανεισμού των προηγούμενων ετών. Πολλοί Καναδοί που είχαν εξασφαλίσει στεγαστικά δάνεια την περίοδο των εξαιρετικά χαμηλών επιτοκίων, βρέθηκαν αντιμέτωποι με σημαντικά υψηλότερες πληρωμές κατά την ανανέωσή τους.

Για τα νοικοκυριά, η συνέπεια είναι πρακτική: όσο μεγαλύτερο μέρος του εισοδήματος απορροφά η κατοικία, τόσο λιγότερα χρήματα απομένουν για τρόφιμα, μεταφορές, φάρμακα, αποταμίευση ή απρόβλεπτες δαπάνες.

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η ομοσπονδιακή κυβέρνηση ανακοίνωσε στις 22 Σεπτεμβρίου την ενεργοποίηση του Canada Rental Protection Fund, ύψους 1,5 δισ. δολαρίων.

Η φιλοσοφία του προγράμματος διαφέρει από τα περισσότερα μέτρα που επικεντρώνονται στην κατασκευή νέων κατοικιών. Στόχος του είναι να προστατεύσει τις προσιτές κατοικίες που υπάρχουν ήδη.

Μέσω του Canadian Housing Acquisition Fund, μη κερδοσκοπικοί οργανισμοί, συνεταιρισμοί και φορείς κοινοτικής στέγασης θα μπορούν να αποκτούν υφιστάμενα ενοικιαζόμενα κτίρια που κινδυνεύουν να χαθούν από το απόθεμα προσιτής κατοικίας και να διατηρούν τα διαμερίσματα αυτά οικονομικά προσιτά σε βάθος χρόνου.

Σύμφωνα με την ομοσπονδιακή κυβέρνηση, το ταμείο έχει τη δυνατότητα να προστατεύσει περίπου 7.000 κατοικίες μέσα στα πρώτα πέντε χρόνια, αριθμός που θα εξαρτηθεί από τις συνθήκες της αγοράς και τις διαθέσιμες ευκαιρίες εξαγοράς. Επειδή μέρος των κεφαλαίων θα επιστρέφει στο ταμείο και θα επανεπενδύεται, ο αριθμός θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να αυξηθεί.

Η παρέμβαση αυτή αναγνωρίζει μια κρίσιμη πλευρά της στεγαστικής κρίσης: δεν αρκεί να κατασκευάζονται καινούργια σπίτια εάν, ταυτόχρονα, χάνονται από την αγορά παλαιότερα διαμερίσματα με σχετικά χαμηλότερα ενοίκια.

Τα τελευταία στοιχεία δε σημαίνουν ότι όλοι οι Καναδοί αντιμετωπίζουν την ίδια πίεση. Δείχνουν όμως ότι το στεγαστικό πρόβλημα έχει πλέον διευρυνθεί πέρα από τους χαμηλόμισθους ή τους νέους ενοικιαστές. Αγγίζει οικογένειες, ενοικιαστές, νέους αγοραστές αλλά και ιδιοκτήτες με στεγαστικό δάνειο.

Και όταν σχεδόν ένα στα τέσσερα νοικοκυριά διαθέτει τουλάχιστον το 30% του εισοδήματός του μόνο για να κρατήσει μια στέγη πάνω από το κεφάλι του, η προσιτή κατοικία παύει να αποτελεί αποκλειστικά ζήτημα της αγοράς ακινήτων. Μετατρέπεται σε ένα από τα σημαντικότερα ζητήματα του κόστους ζωής στον Καναδά.

Η πίεση αυτή έχει και μια γενεακή διάσταση. Για νεότερους Καναδούς, η άνοδος των ενοικίων δυσκολεύει την αποταμίευση για προκαταβολή αγοράς κατοικίας, ενώ για μεγαλύτερους ιδιοκτήτες, η ανανέωση ενός στεγαστικού δανείου μπορεί να μεταβάλει απότομα έναν προϋπολογισμό που επί χρόνια θεωρούνταν σταθερός. Έτσι, η συζήτηση για τη στέγαση συνδέεται όλο και περισσότερο με τη γενικότερη οικονομική ασφάλεια των νοικοκυριών.

Η επιτυχία του νέου ομοσπονδιακού ταμείου θα κριθεί στην πράξη: από το πόσο γρήγορα θα μπορούν οι μη κερδοσκοπικοί φορείς να αγοράζουν κτίρια και από το εάν οι κατοικίες που προστατεύονται θα παραμένουν πράγματι προσιτές σε βάθος χρόνου. Η ανακοίνωση, πάντως, μετατοπίζει μέρος της δημόσιας πολιτικής από την αποκλειστική έμφαση στη νέα οικοδομή προς τη διατήρηση του υπάρχοντος αποθέματος.

Ανάπτυξη αλλά…σε χαμηλές ταχύτητες

0

Μόλις 0,2% η αύξηση του ΑΕΠ της Επαρχίας
◙ Η κατανάλωση των νοικοκυριών
κρατά την οικονομία σε κίνηση

Η οικονομία του Κεμπέκ συνέχισε να αναπτύσσεται κατά το δεύτερο τρίμηνο του 2026, αλλά με ρυθμό αισθητά χαμηλότερο από εκείνον του συνόλου του Καναδά, σύμφωνα με τα νέα στοιχεία που δημοσίευσε στις 23 Σεπτεμβρίου το Institut de la statistique du Québec. Το πραγματικό Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν της επαρχίας αυξήθηκε κατά μόλις 0,2% σε σχέση με το προηγούμενο τρίμηνο. Σε ετησιοποιημένη βάση, η αύξηση αντιστοιχεί σε 0,8%. Για σύγκριση, η καναδική οικονομία αναπτύχθηκε κατά 0,8% το ίδιο τρίμηνο.

Οι αριθμοί αυτοί μπορεί να φαίνονται αφηρημένοι, αλλά πίσω από το ΑΕΠ κρύβεται ένα πολύ πιο καθημερινό ερώτημα: πόσο δυναμική είναι πραγματικά η οικονομία στην οποία εργάζονται και καταναλώνουν οι κάτοικοι του Κεμπέκ;

Η σημαντικότερη θετική εξέλιξη ήρθε από το εξωτερικό εμπόριο. Οι εξαγωγές αγαθών και υπηρεσιών του Κεμπέκ αυξήθηκαν κατά 2,9% στο δεύτερο τρίμηνο, αντιστρέφοντας την πτώση 1,2% που είχε καταγραφεί στο πρώτο. Οι εισαγωγές αυξήθηκαν επίσης, αλλά κατά μικρότερο ποσοστό (1,2%). Ως αποτέλεσμα, η βελτίωση του εμπορικού ισοζυγίου αποτέλεσε τον κυριότερο παράγοντα που στήριξε την οικονομική ανάπτυξη.

Ένα δεύτερο σημαντικό στοιχείο αφορά άμεσα τις οικογένειες. Οι τελικές καταναλωτικές δαπάνες αυξήθηκαν κατά 0,7%. Το ίδιο ποσοστό αύξησης καταγράφηκε ειδικά στις δαπάνες των νοικοκυριών. Αυτό σημαίνει ότι, παρά τις πιέσεις που έχουν προκαλέσει τα τελευταία χρόνια οι τιμές, τα επιτόκια και το κόστος κατοικίας, οι καταναλωτές συνέχισαν να ξοδεύουν και να στηρίζουν την οικονομική δραστηριότητα.

Υπάρχουν, ωστόσο, ενδείξεις που απαιτούν προσοχή. Οι επενδύσεις παγίου κεφαλαίου συνολικά παρέμειναν ουσιαστικά αμετάβλητες στο δεύτερο τρίμηνο. Οι επιχειρηματικές επενδύσεις αυξήθηκαν μόλις κατά 0,2%, ενώ οι δημόσιες επενδύσεις μειώθηκαν κατά 0,8%. Παράλληλα, η μεταβολή των επιχειρηματικών αποθεμάτων επιβράδυνε την οικονομική ανάπτυξη. Σύμφωνα με το Institut de la statistique du Québec, οι επενδύσεις σε αποθέματα υποχώρησαν κατά 5,2 δισ. δολάρια.

Υπάρχει όμως και ένα θετικό στοιχείο για τα νοικοκυριά. Τα νεότερα στοιχεία των οικονομικών λογαριασμών δείχνουν, ότι το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών στο Κεμπέκ αυξήθηκε στο δεύτερο τρίμηνο, ενώ αυξήθηκε και η καθαρή αποταμίευση.

Αυτό δε σημαίνει ότι κάθε οικογένεια έχει περισσότερο διαθέσιμο χρήμα. Τα μακρο-οικονομικά στοιχεία αποτελούν μέσους όρους και δεν αποτυπώνουν τις μεγάλες διαφορές μεταξύ εισοδηματικών ομάδων. Ένα νοικοκυριό που αντιμετωπίζει υψηλό ενοίκιο ή ανανέωση στεγαστικού δανείου, μπορεί να βιώνει μια εντελώς διαφορετική οικονομική πραγματικότητα από αυτή που υποδηλώνουν οι γενικοί δείκτες.

Η εικόνα που προκύπτει, λοιπόν, είναι μικτή. Η οικονομία του Κεμπέκ δε βρίσκεται σε ύφεση. Οι εξαγωγές ανέκαμψαν, οι καταναλωτικές δαπάνες αυξήθηκαν και τα εισοδήματα των νοικοκυριών κινούνται ανοδικά. Από την άλλη πλευρά, η συνολική ανάπτυξη παραμένει υποτονική και σημαντικά χαμηλότερη από τον καναδικό ρυθμό του ίδιου τριμήνου.

Για το μέσο πολίτη, άλλωστε, η αύξηση του ΑΕΠ κατά 0,2% έχει μικρή σημασία, εάν το κόστος στέγασης, τροφίμων και καθημερινών υπηρεσιών απορροφά μεγάλο μέρος του οικογενειακού εισοδήματος.

Το κρίσιμο ερώτημα για τους επόμενους μήνες θα είναι, κατά πόσο η μικρή αυτή οικονομική ανάπτυξη μπορεί να μεταφραστεί σε ισχυρότερη απασχόληση, επενδύσεις και πραγματική βελτίωση της αγοραστικής δύναμης.

Για την ώρα, τα στοιχεία δείχνουν μια οικονομία που προχωρά — αλλά με το πόδι ελαφρά πατημένο στο γκάζι.

Η διαφορά ανάμεσα στην αύξηση της κατανάλωσης και στην πολύ ασθενέστερη συνολική ανάπτυξη είναι ιδιαίτερα σημαντική. Δείχνει ότι τα νοικοκυριά εξακολουθούν να αποτελούν βασικό στήριγμα της οικονομίας, την ώρα που άλλες συνιστώσες, όπως οι επενδύσεις, δεν εμφανίζουν την ίδια δυναμική. Εάν η κατανάλωση επιβραδυνθεί, η οικονομία θα χρειαστεί ισχυρότερη συμβολή από τις επιχειρηματικές επενδύσεις και τις εξαγωγές για να διατηρήσει την ανάπτυξη.

Για τις οικογένειες του Κεμπέκ, επομένως, η ουσιαστική μέτρηση δεν είναι μόνο αν το ΑΕΠ έχει θετικό πρόσημο. Είναι αν οι μισθοί και το διαθέσιμο εισόδημα μπορούν να συμβαδίσουν με τα έξοδα, που δεν μπορούν εύκολα να περικοπούν: στέγη, τρόφιμα, μετακινήσεις και βασικές υπηρεσίες. Αυτό είναι το σημείο, όπου οι επόμενοι οικονομικοί δείκτες θα αποκτήσουν πραγματικό καθημερινό νόημα.

Χάσαμε και πάλι το τρένο

Στις επαρχιακές εκλογές της 5ης Οκτωβρίου στο Κεμπέκ, ένα γεγονός περνά σχεδόν απαρατήρητο, παρόλο που θα έπρεπε να μας προβληματίζει βαθιά. Ανάμεσα στα πέντε μεγάλα πολιτικά κόμματα που διεκδικούν την ψήφο των πολιτών, δεν υπάρχει ούτε ένας υποψήφιος ελληνικής καταγωγής!

Για μια ελληνική παροικία που αριθμεί δεκάδες χιλιάδες πολίτες, που ζει, εργάζεται, επιχειρεί και συνεισφέρει στην οικονομική και κοινωνική ζωή του Κεμπέκ εδώ και δεκαετίες, η απουσία αυτή δεν μπορεί να θεωρηθεί τυχαία. Είναι ένα ακόμη σημάδι ότι η ελληνική παροικία, παρά τη σημαντική παρουσία της σε πολλούς τομείς, συνεχίζει να παραμένει στο περιθώριο της επαρχιακής πολιτικής εκπροσώπησης.

Η κατάσταση αυτή δεν προέκυψε ξαφνικά. Είναι το αποτέλεσμα μιας μακροχρόνιας αδράνειας και της σταδιακής απομάκρυνσης της παροικίας από το πολιτικό γίγνεσθαι. Ενώ άλλες εθνοπολιτισμικές ομάδες επένδυσαν στην ανάδειξη νέων στελεχών, στη δημιουργία πολιτικών δικτύων και στην καλλιέργεια σχέσεων με τα κόμματα, η δική μας παροικία αρκέστηκε συχνά στο να στηρίζει υποψηφίους άλλων, χωρίς να διεκδικεί τη δική της παρουσία στα κέντρα λήψης αποφάσεων.

Αξίζει να θυμηθούμε ότι στο παρελθόν τα ελληνικά κογκρέσα και οι οργανωμένοι φορείς της παροικίας διαδραμάτιζαν καθοριστικό ρόλο στην ανάδειξη και στήριξη υποψηφίων ελληνικής καταγωγής. Αποτελούσαν χώρους πολιτικού διαλόγου και κινητοποίησης, όπου καλλιεργούνταν σχέσεις με τα πολιτικά κόμματα και ενθαρρύνονταν νέα στελέχη να διεκδικήσουν δημόσια αξιώματα. Δεν ήταν τυχαίο ότι εκείνα τα χρόνια βλέπαμε συχνότερα ελληνικά ονόματα στα ψηφοδέλτια των μεγάλων κομμάτων και εξετάζαμε σοβαρά τις πιθανότητες εκλογής τους. Τα κογκρέσα λειτουργούσαν ως η γέφυρα ανάμεσα στην παροικία και τα κέντρα λήψης αποφάσεων του Κεμπέκ.

Σήμερα, όμως, η εικόνα είναι εντελώς διαφορετική. Τα κογκρέσα έχουν απομακρυνθεί από τον ενεργό πολιτικό τους ρόλο και οι μηχανισμοί πολιτικής κινητοποίησης έχουν ατονήσει. Η απουσία υποψηφίων δεν είναι μόνο αποτέλεσμα των επιλογών των κομμάτων. Είναι και συνέπεια της αποδυνάμωσης εκείνων των θεσμών που κάποτε εντόπιζαν, ενθάρρυναν και προωθούσαν ανθρώπους με πολιτικές φιλοδοξίες.

Ασφαλώς, η εκπροσώπηση δεν πρέπει να βασίζεται αποκλειστικά στην εθνική καταγωγή. Οι βουλευτές υπηρετούν όλους τους πολίτες. Ωστόσο, η παρουσία ανθρώπων που γνωρίζουν από πρώτο χέρι τις ανάγκες και τις ιδιαιτερότητες της ελληνικής παροικίας αποτελεί πλεονέκτημα. Δεν είναι θέμα προνομίων αλλά συμμετοχής και ορατότητας.

Όταν δεν υπάρχουν Έλληνες υποψήφιοι, δεν υπάρχουν και Έλληνες μέσα στους κομματικούς μηχανισμούς που επηρεάζουν τις αποφάσεις. Δεν υπάρχουν άνθρωποι που να θέτουν στο τραπέζι ζητήματα που αφορούν την παροικία ή να διεκδικούν ενεργά προσοχή σε θέματα που επηρεάζουν τις οικογένειες, τις επιχειρήσεις, τα σχολεία και τους ηλικιωμένους μας.

Το ακόμη πιο ανησυχητικό είναι, ότι η απουσία αυτή αντιμετωπίζεται σχεδόν με αδιαφορία. Δε βλέπουμε οργανωμένες αντιδράσεις ούτε δημόσια συζήτηση. Σαν να έχουμε αποδεχθεί ότι η πολιτική εκπροσώπηση δε μας αφορά άμεσα.

Κι όμως, η πραγματικότητα αποδεικνύει ακριβώς το αντίθετο. Οι αποφάσεις που λαμβάνονται στο Κοινοβούλιο του Κεμπέκ επηρεάζουν τη γλώσσα, την εκπαίδευση, την υγεία, τη φορολογία, τη μετανάστευση και την οικονομία. Επηρεάζουν το μέλλον των παιδιών μας και της ίδιας της παροικίας. Όσοι απουσιάζουν από τη διαδικασία λήψης αποφάσεων, δύσκολα μπορούν να επηρεάσουν την κατεύθυνσή τους.

Η ελληνική παροικία διαθέτει όλα τα ανθρώπινα και κοινωνικά εφόδια, για να αποκτήσει ισχυρότερη παρουσία στην πολιτική ζωή του Κεμπέκ. Διαθέτει επιτυχημένους επαγγελματίες, επιχειρηματίες, πανεπιστημιακούς και νέους επιστήμονες. Αυτό που λείπει δεν είναι το ανθρώπινο δυναμικό. Είναι ο σχεδιασμός, η κινητοποίηση και η βούληση να επενδύσουμε στη δημιουργία μιας νέας γενιάς πολιτικών στελεχών.

Οι πολιτικές καριέρες δε χτίζονται λίγους μήνες πριν από τις εκλογές. Ξεκινούν χρόνια νωρίτερα μέσα από τη συμμετοχή σε οργανισμούς, δημοτικά συμβούλια, επαγγελματικές ενώσεις και κομματικές δομές. Χρειάζονται μια ελληνική παροικία που να ενθαρρύνει τους νέους να συμμετέχουν στα κοινά και όχι να τους αποθαρρύνει με αδιαφορία ή κυνισμό.

Δυστυχώς, πολλές φορές προτιμούμε να σχολιάζουμε τα αποτελέσματα αντί να συμμετέχουμε στη διαδικασία που τα διαμορφώνει. Παραπονιόμαστε ότι δε μας ακούνε, αλλά σπάνια διεκδικούμε θέση στο τραπέζι των αποφάσεων. Αναρωτιόμαστε γιατί άλλες παροικίες έχουν μεγαλύτερη επιρροή, χωρίς να εξετάζουμε τις δικές μας αδυναμίες στην οργάνωση και την πολιτική παρουσία.

Η απουσία Ελλήνων υποψηφίων από τα μεγάλα κόμματα δεν είναι απλώς μια χαμένη ευκαιρία. Είναι ένα προειδοποιητικό μήνυμα. Αν δεν υπάρξει σχεδιασμός σήμερα, η ίδια συζήτηση θα επαναλαμβάνεται και στις επόμενες εκλογές.

Σήμερα, λοιπόν, δεν αρκεί να διαπιστώσουμε ότι δεν υπάρχει ούτε ένας Έλληνας υποψήφιος στα πέντε μεγάλα κόμματα. Πρέπει να παραδεχθούμε μια δυσάρεστη αλήθεια: η ελληνική παροικία έχει αποσυρθεί από το πολιτικό προσκήνιο του Κεμπέκ και η απουσία της γίνεται πλέον ορατή σε όλους.

Κάποτε η φωνή της παροικίας ακουγόταν. Τα πολιτικά κόμματα αναζητούσαν την υποστήριξή της, τα κογκρέσα ασκούσαν επιρροή και Έλληνες διεκδικούσαν θέσεις σε όλα τα επίπεδα της πολιτικής ζωής. Σήμερα, τα κόμματα δεν αισθάνονται καμία πίεση να αναζητήσουν ελληνικές υποψηφιότητες, γιατί γνωρίζουν ότι δεν υπάρχει οργανωμένη πολιτική δύναμη που να το απαιτεί.

Η πολιτική απουσία, όμως, έχει κόστος. Όταν δεν είσαι παρών, δε σε υπολογίζουν. Όταν δε διεκδικείς θέση στο τραπέζι των αποφάσεων, άλλοι αποφασίζουν για λογαριασμό σου.

Η απουσία υποψηφίων στις εκλογές της 5ης Οκτωβρίου δεν αποτελεί απλώς μια εκλογική λεπτομέρεια. Αποτελεί πολιτική χρεοκοπία της παροικίας. Είναι η απόδειξη ότι εδώ και χρόνια καταναλώνουμε πολιτική, αντί να παράγουμε πολιτική.

Αν η ελληνική παροικία θέλει να έχει μέλλον ως πολιτική δύναμη στο Κεμπέκ, οφείλει να ξυπνήσει τώρα. Να δημιουργήσει νέα στελέχη, να στηρίξει νέους ηγέτες και να επιστρέψει εκεί όπου κάποτε είχε παρουσία και επιρροή. Διαφορετικά, στις επόμενες εκλογές δε θα συζητούμε γιατί δεν εκλέχθηκε κάποιος Έλληνας. Θα συζητούμε γιατί κανείς δεν μπήκε καν στον κόπο να είναι υποψήφιος. Και τότε δε θα έχουμε χάσει απλώς το τρένο. Θα έχουμε εγκαταλείψει το σταθμό…

Κεμπέκ: Πολιτικός «σεισμός» προ των πυλών καθώς η επαρχία οδεύει προς τις κάλπες

0

Σε τροχιά ιστορικών πολιτικών ανακατατάξεων βρίσκεται το Κεμπέκ, καθώς η προεκλογική εκστρατεία για τις επαρχιακές εκλογές της 5ης Οκτωβρίου 2026 εισέρχεται στην τελική της ευθεία. Με το πολιτικό θερμόμετρο στα ύψη, οι ψηφοφόροι προσήλθαν ήδη μαζικά στις κάλπες για τον πρώτο γύρο της πρόωρης ψηφοφορίας την Κυριακή 27 και τη Δευτέρα 28 Σεπτεμβρίου. Σύμφωνα με επίσημα στοιχεία της Élections Québec, σχεδόν το ένα τέταρτο των εγγεγραμμένων εκλογέων έχει ήδη ασκήσει το εκλογικό του δικαίωμα, γεγονός που μαρτυρά την έντονη κινητοποίηση των πολιτών.

Η σημερινή ημέρα βρίσκει τα κόμματα σε κατάσταση εκλογικού συναγερμού. Οι τελευταίες δημοσκοπήσεις αποτυπώνουν μια πρωτοφανή κατάρρευση των ποσοστών του κυβερνώντος κόμματος και τη διαμόρφωση ενός σκηνικού που θα μπορούσε να οδηγήσει σε αυτοδύναμη κυβέρνηση της αντιπολίτευσης.

Η ΕΝΤΥΠΩΣΙΑΚΗ ΑΝΟΔΟΣ ΤΩΝ ΑΥΤΟΝΟΜΙΣΤΩΝ

ΚΑΙ ΤΟ ΠΡΟΒΑΔΙΣΜΑ ΤΟΥ PARTI QUEBECOIS

Το κεντρικό πρόσωπο των τελευταίων ημερών είναι αναμφίβολα ο ηγέτης του κυρίαρχου αυτονομιστικού κόμματος Parti Québécois (PQ), Paul St-Pierre Plamondon. Σύμφωνα με την πλέον πρόσφατη δημοσκόπηση της εταιρείας Léger που δημοσιεύθηκε στις 28 Σεπτεμβρίου 2026, το PQ εδραιώνει την κυριαρχία του στην πρώτη θέση με ποσοστό 30% σε παν-κεμπεκιώτικο επίπεδο. Το εντυπωσιακότερο στοιχείο είναι η απόδοσή του ανάμεσα στους γαλλόφωνους ψηφοφόρους, όπου αγγίζει το 37%, εξασφαλίζοντας μια διαφορά 18 ποσοστιαίων μονάδων από τον πλησιέστερο αντίπαλό του.

Με αυτά τα δεδομένα, οι αναλυτές επισημαίνουν ότι το PQ φλερτάρει έντονα με τη δημιουργία αυτοδύναμης πλειοψηφίας στην Εθνοσυνέλευση των 127 εδρών. Ο Plamondon, μιλώντας σε ψηφοφόρους κατά τη διάρκεια περιοδείας του, δήλωσε χαρακτηριστικά ότι «η διαφορά μεταξύ μιας κυβέρνησης πλειοψηφίας και μειοψηφίας δεν αφορά μόνο τη σταθερότητα, αλλά και την ικανότητα να εκπληρώσουμε τις δεσμεύσεις μας». Αν και απέφυγε να προφέρει τη λέξη «δημοψήφισμα», είναι σαφές ότι η προοπτική ενός νέου ερωτήματος για την κυριαρχία του Κεμπέκ αποτελεί το βασικό πυλώνα της στρατηγικής του.

ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΠΤΩΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ

COALITION AVENIR QUEBEC (CAQ)

Στην αντίπερα όχθη, η κυβερνώσα παράταξη Coalition Avenir Québec (CAQ), υπό τη νέα ηγεσία της Πρωθυπουργού Christine Fréchette, βιώνει μια πραγματική εκλογική πανωλεθρία. Η CAQ, η οποία κατείχε 79 έδρες πριν από τη διάλυση του κοινοβουλίου, υποχώρησε στην τέταρτη θέση της πρόθεσης ψήφου με μόλις 16%. Ορισμένα ακραία μοντέλα πρόβλεψης εδρών, όπως αυτό του ιστοτόπου Route127.ca, αφήνουν ανοιχτό ακόμα και το ενδεχόμενο το κυβερνών κόμμα να μην εκλέξει ούτε ένα βουλευτή!

Η Fréchette προσπάθησε τις τελευταίες ημέρες να αλλάξει την ατζέντα, προειδοποιώντας για πιθανή «αμερικανική παρέμβαση» με σκοπό την ενίσχυση των αυτονομιστών και την αποσταθεροποίηση του Καναδά. Ωστόσο, η στρατηγική αυτή γύρισε μπούμερανγκ, καθώς οι πολιτικοί της αντίπαλοι τη χαρακτήρισαν ως κίνηση απελπισίας, αναγκάζοντας την ίδια να αποστασιοποιηθεί εν μέρει από τις δηλώσεις της, επιρρίπτοντας την ευθύνη σε στελέχη του επικοινωνιακού της επιτελείου.

Η ΜΑΧΗ ΓΙΑ ΤΗ ΔΕΥΤΕΡΗ ΘΕΣΗ

ΚΑΙ ΟΙ ΥΠΟΛΟΙΠΟΙ ΔΙΕΚΔΙΚΗΤΕΣ

Το Φιλελεύθερο Κόμμα του Κεμπέκ (PLQ), με επικεφαλής τον Charles Milliard, εμφανίζει σημάδια ανάκαμψης, σκαρφαλώνοντας στη δεύτερη θέση με 26%. Ο Milliard έχει επικεντρώσει την κριτική του στο PQ, τονίζοντας στις τηλεοπτικές αναμετρήσεις ότι «αυτές οι εκλογές είναι στην πραγματικότητα ένα κρυφό δημοψήφισμα» για την απόσχιση από τον Καναδά. Οι Φιλελεύθεροι διατηρούν την ισχυρή τους βάση στο νησί του Μόντρεαλ, όπου συγκεντρώνουν το 38% των προτιμήσεων.

Στην τρίτη θέση βρίσκεται το Συντηρητικό Κόμμα του Κεμπέκ (PCQ) του Éric Duhaime με 18%. Οι Συντηρητικοί καταγράφουν εξαιρετικά ποσοστά στην ευρύτερη περιοχή της πόλης του Κεμπέκ και στις ηλικίες 35-54 ετών, διεκδικώντας με αξιώσεις την εκλογή των πρώτων τους βουλευτών στη σύγχρονη ιστορία του κόμματος.

Τέλος, το αριστερό κόμμα Québec solidaire (QS), υπό την ηγεσία της Ruba Ghazal, περιορίζεται στην πέμπτη θέση με 11-12%. Παρά τη χαμηλή πτήση στα γενικά ποσοστά, το QS παραμένει η δημοφιλέστερη επιλογή ανάμεσα στους νέους ψηφοφόρους ηλικίας 18 έως 34 ετών με ποσοστό 25%.

ΤΑ ΚΡΙΣΙΜΑ ΖΗΤΗΜΑΤΑ

ΠΟΥ ΚΑΘΟΡΙΖΟΥΝ ΤΗΝ ΨΗΦΟ

Η καθημερινότητα των πολιτών και η οικονομία αναδεικνύονται σε ρυθμιστές της κάλπης. Το αυξανόμενο κόστος διαβίωσης, η στεγαστική κρίση, η κατάσταση στο σύστημα υγείας και η προστασία της γαλλικής γλώσσας αποτελούν τα κυρίαρχα θέματα συζήτησης.

Τα ποσοστά των κομμάτων (σύμφωνα με τη Leger) και ο κύριος στόχος της πλατφόρμας τους έχει ως εξής:

◙ Parti Québécois (PQ) 30% | Διενέργεια δημοψηφίσματος για την ανεξαρτησία, μείωση μετανάστευσης στις 35.000.

◙ Parti libéral (PLQ) 26% | Διατήρηση της ομοσπονδιακής ενότητας, οικονομική σταθερότητα.

◙ Parti conservateur (PCQ) 18% | Μειώσεις φόρων, περιορισμός των κρατικών δαπανών.

◙ Coalition Avenir Québec (CAQ) 16% | Προστασία της γαλλικής κουλτούρας, έμφαση στις υποδομές.

◙ Québec solidaire (QS) 11% | Κοινωνική στεγαστική πολιτική, αύξηση ορίου μετανάστευσης στις 70.000.

ΑΝΤΙΣΤΡΟΦΗ ΜΕΤΡΗΣΗ

ΓΙΑ ΤΙΣ 5 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ

Ένα από τα πιο καθοριστικά στοιχεία των τελευταίων ημερών, είναι η σταθεροποίηση της γνώμης των ψηφοφόρων. Το 71% των αποφασισμένων εκλογέων δηλώνει πλέον ότι η επιλογή του είναι οριστική και δεν πρόκειται να αλλάξει μέχρι τη Δευτέρα. Την ίδια στιγμή, το κύμα δυσαρέσκειας απέναντι στο πολιτικό κατεστημένο διογκώνεται, με το 74% των Κεμπεκιωτών να δηλώνει ότι επιθυμεί αλλαγή κυβέρνησης, παρουσιάζοντας άνοδο εννέα μονάδων μέσα σε μία μόλις εβδομάδα.

Ο χρόνος των υποψηφίων έχει ουσιαστικά τελειώσει. Με την Élections Québec να συνεχίζει και να ολοκληρώνει τις διαδικασίες επικαιροποίησης των εκλογικών καταλόγων, όλα δείχνουν ότι η προσέλευση την προσεχή Δευτέρα θα είναι ιστορική. Το Κεμπέκ βρίσκεται στο κατώφλι μιας νέας εποχής και το αποτέλεσμα της κάλπης αναμένεται να επηρεάσει όχι μόνο την επαρχία, αλλά ολόκληρη την πολιτική γεωγραφία του Καναδά.

Συμφωνία ΗΠΑ-ΚΙΝΑ για δασμούς

0

Ανακοινώνουν σχέδιο αμοιβαίας μείωσης δασμών για εμπορεύματα αξίας 30 δισ. δολαρίων ◙ Ανακοίνωσαν επίσης συμφωνίες για το Ιράν και τη διεξαγωγή συνομιλιών σχετικά με την τεχνολογία

✒️ TOM OZIMEK

© THE EPOCH TIMES

Οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Κίνα ανακοίνωσαν σχέδιο μείωσης των δασμών σε εμπορεύματα αξίας 30 δισ. δολαρίων από κάθε χώρα, μετά την επίσημη επίσκεψη του Κινέζου ηγέτη στην Ουάσιγκτον. Η συμφωνία αφορά μη ευαίσθητα προϊόντα. Το κινεζικό υπουργείο Εξωτερικών επιβεβαίωσε τη συμφωνία σε ανακοίνωσή του το Σάββατο 26/9, μετά τη δημοσιοποίηση ενημερωτικού δελτίου από το Λευκό Οίκο την προηγουμένη.

Οι ανακοινώσεις έγιναν μετά τις συνομιλίες μεταξύ του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ και του Κινέζου ηγέτη Σι Τζινπίνγκ, οι οποίες κατέληξαν σε κοινές θέσεις σχετικά με το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν και τα τέλη διέλευσης από διεθνείς θαλάσσιες οδούς, καθώς και σε σχέδια για διάλογο σχετικά με τους κινδύνους και τα οφέλη που συνδέονται με την τεχνητή νοημοσύνη.

Ο Σι αναχώρησε στις 25 Σεπτεμβρίου, μετά από επίσκεψη που περιλάμβανε στρατιωτική τελετή υποδοχής, διμερείς συνομιλίες και επίσημο δείπνο. Πριν αναχωρήσει, ο Σι και η σύζυγός του, Πενγκ Λιγιουάν, συναντήθηκαν με τον Τραμπ και την Πρώτη Κυρία Μελάνια Τραμπ για τσάι και επίσκεψη στα Εθνικά Αρχεία.

«Πολλά πολύ θετικά πράγματα συνέβησαν», δήλωσε ο Τραμπ στους δημοσιογράφους κατά τη διάρκεια της συνάντησης για τσάι. Οι δύο ηγέτες «συζήτησαν την προώθηση της ειρήνης και της ευημερίας, με στόχο την ενίσχυση της εμπιστοσύνης των επιχειρήσεων και των καταναλωτών σε όλο τον κόσμο», ανέφερε ο Λευκός Οίκος, προσθέτοντας ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Κίνα θα επιδιώξουν «μια εποικοδομητική σχέση στρατηγικής σταθερότητας».

Στις αμερικανικές εξαγωγές προς την Κίνα που αναφέρονται στην ανακοίνωση του Λευκού Οίκου περιλαμβάνονται αγροτικά προϊόντα, ψάρια και θαλασσινά, κορμοί δέντρων και προϊόντα ξυλείας, καλλυντικά και ιατροτεχνολογικά προϊόντα. Οι εισαγωγές από την Κίνα προς τις Ηνωμένες Πολιτείες περιλαμβάνουν μικρές ηλεκτρικές συσκευές, παιχνίδια, είδη για τις γιορτές και παιδικά καθίσματα αυτοκινήτου.

Καμία από τις δύο ανακοινώσεις δε διευκρίνισε, κατά πόσο θα μειωθούν οι δασμοί ή πότε θα τεθούν σε ισχύ οι αλλαγές. Ο εκπρόσωπος Εμπορίου των ΗΠΑ, Τζέιμισον Γκριρ, δήλωσε στο CNBC στις 25 Σεπτεμβρίου ότι περισσότερες λεπτομέρειες θα δημοσιοποιούνταν τη Δευτέρα 28/9.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Κίνα είχαν παρατείνει την υφιστάμενη εμπορική εκεχειρία πριν από τη συνάντηση των δύο ηγετών. Ο υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ, Σκοτ Μπέσεντ, δήλωσε στις 23 Σεπτεμβρίου ότι η εκεχειρία θα διαρκούσε έως τις 10 Ιανουαρίου, παρέχοντας περισσότερο χρόνο για την επίτευξη μιας ευρύτερης οικονομικής συμφωνίας.

Ο Λευκός Οίκος ανέφερε ότι οι ηγέτες έθεσαν σε λειτουργία τους μηχανισμούς εμπορίου και επενδύσεων που είχαν συμφωνηθεί κατά τη σύνοδο του Μαΐου. Μια νέα ομάδα εργασίας θα ασχοληθεί με τα εμπόδια στην πρόσβαση στην αγορά στον αγροτικό τομέα, ενώ ένα επενδυτικό συμβούλιο θα εξετάσει επενδυτικές ευκαιρίες και εμπόδια.

Ανέφερε επίσης ότι η Κίνα θα εισάγει τουλάχιστον 10 εκατομμύρια μετρικούς τόνους αμερικανικού άνθρακα το 2027 και άλλα 10 εκατομμύρια μετρικούς τόνους το 2028. Η ανακοίνωση του Πεκίνου δεν έκανε αναφορά στη δέσμευση για τον άνθρακα.

Το ζήτημα των προμηθειών σπάνιων γαιών παραμένει άλυτο. Ο Λευκός Οίκος ανέφερε ότι οι δύο χώρες συνεχίζουν να εργάζονται για την αντιμετώπιση των αμερικανικών ανησυχιών, σχετικά με τις ελλείψεις σπάνιων γαιών και άλλων κρίσιμων ορυκτών, καθώς και για την αποκατάσταση των επιπέδων των αποστολών σε «κατάλληλα επίπεδα».

ΣΥΜΦΩΝΙΑ ΓΙΑ ΤΟ ΙΡΑΝ ΚΑΙ ΤΑ ΤΕΛΗ

ΔΙΕΛΕΥΣΗΣ ΑΠΟ ΘΑΛΑΣΣΙΕΣ ΟΔΟΥΣ

Σύμφωνα με τις ανακοινώσεις και των δύο χωρών, οι δύο ηγέτες συμφώνησαν ότι το Ιράν δεν πρέπει να αποκτήσει πυρηνικά όπλα και ότι καμία χώρα ή οργανισμός δε θα πρέπει να επιβάλλει τέλη διέλευσης στις διεθνείς θαλάσσιες οδούς. Η Κίνα ανέφερε ότι το Ιράν θα πρέπει να τηρήσει τη δέσμευσή του να μην αναπτύξει πυρηνικά όπλα, ενώ ο Λευκός Οίκος δήλωσε ότι το Ιράν «δεν μπορεί ποτέ να αποκτήσει πυρηνικό όπλο». Καμία από τις δύο ανακοινώσεις δεν κατονόμασε τα Στενά του Ορμούζ στην αναφορά της σχετικά με τα τέλη διέλευσης από θαλάσσιες οδούς.

Ο Ντέιβιντ Περντιού, πρέσβης των ΗΠΑ στην Κίνα, δήλωσε το Σάββατο 26/9 στο CNBC, ότι ο Τραμπ είχε προειδοποιήσει τον Σι πως η άμεση ή έμμεση κινεζική υποστήριξη προς το Ιράν —συμπεριλαμβανομένης της παροχής πληροφοριών, εξαρτημάτων ή στρατιωτικού εξοπλισμού— ήταν απαράδεκτη.

ΑΣΦΑΛΕΙΑ, ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ

ΚΑΤΑΠΟΛΕΜΗΣΗ ΤΩΝ ΝΑΡΚΩΤΙΚΩΝ

Ο Λευκός Οίκος ανέφερε επίσης, ότι ο Τραμπ παρότρυνε τον Σι να αυξήσει την παραγωγή διυλισμένων πετρελαϊκών προϊόντων, ώστε να σταθεροποιηθούν οι παγκόσμιες προμήθειες, και τάχθηκε υπέρ συνομιλιών για τον έλεγχο των εξοπλισμών μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών, της Ρωσίας και της Κίνας.

Το Πεκίνο ανέφερε στην ανακοίνωσή του ότι οι ένοπλες δυνάμεις των δύο χωρών συμφώνησαν να υπογράψουν το συντομότερο δυνατόν μνημόνιο για την ενίσχυση της επικοινωνίας σε περιόδους κρίσης και την πρόληψη κρίσεων.

Οι δύο χώρες ανακοίνωσαν επίσης τη διεξαγωγή διαλόγου για την τεχνολογία, με επίκεντρο τους κινδύνους και τα οφέλη της τεχνητής νοημοσύνης. Σύμφωνα με την ανακοίνωση του Λευκού Οίκου, οι δύο χώρες συμφώνησαν να χρησιμοποιούν τον όρο «υπερνοημοσύνη» αντί για «τεχνητή νοημοσύνη». Συμφώνησαν επίσης να δημιουργήσουν δίαυλο επικοινωνίας για περιστατικά που σχετίζονται με αυτή την αναδυόμενη τεχνολογία.

Η ανακοίνωση του Λευκού Οίκου χαιρέτισε επίσης τους νέους κινεζικούς εξαγωγικούς περιορισμούς, σε δύο επιπλέον χημικές ουσίες που χρησιμοποιούνται ως πρόδρομες ουσίες για την παραγωγή φαιντανύλης. Και οι δύο ανακοινώσεις υπογράμμισαν τη συνεργασία μεταξύ των δύο χωρών, σχετικά με τις πρόσφατες συλλήψεις σε υποθέσεις που αφορούν ναρκωτικά και πρόδρομες χημικές ουσίες.

Ο Καναδάς δε θα πετύχει καν το στόχο εκπομπών του 2030 έως το 2050

0

Μια νέα μελέτη που δημοσιεύθηκε την Παρασκευή 11/9 δείχνει, ότι ο Καναδάς βρίσκεται σε καλό δρόμο για να… χάσει το στόχο εκπομπών του για το 2030 στο πλαίσιο της Συμφωνίας του Παρισιού – και δε θα τον φτάσει καν μέχρι το 2050, το έτος που υποτίθεται ότι θα φτάσει στο καθαρό μηδέν.

Η ανάλυση, που δημοσιεύθηκε από το Καναδικό Ινστιτούτο Κλίματος, υποδηλώνει ότι οι πρόσφατες ανατροπές της πολιτικής για το κλίμα από την ομοσπονδιακή κυβέρνηση, έχουν καθυστερήσει τον Καναδά περισσότερο από 20 χρόνια, όσον αφορά τη μείωση των εκπομπών.

Υπό την κυβέρνηση του πρωθυπουργού Στίβεν Χάρπερ, ο Καναδάς υποσχέθηκε να μειώσει τις εκπομπές του Καναδά στο 30% κάτω από τα επίπεδα του 2005.

Το 2021, η κυβέρνηση του πρωθυπουργού Τζάστιν Τρουντό αύξησε αυτόν το στόχο μεταξύ 40% και 45% και έθεσε ως στόχο να φτάσει στο καθαρό μηδέν – όπου όλες οι εκπομπές δεσμεύονται από τη φύση ή την τεχνολογία – μέχρι τα μέσα του αιώνα.

Ενώ ο πρωθυπουργός Μαρκ Κάρνεϊ και οι υπουργοί του δήλωσαν επανειλημμένα τον περασμένο χρόνο, ότι ο Καναδάς εξακολουθεί να είναι προσηλωμένος στους κλιματικούς του στόχους, αναγνώρισε τον Ιούνιο ότι οι εκπομπές της χώρας θα είναι υψηλότερες «τα επόμενα χρόνια» από ό,τι προβλεπόταν προηγουμένως. Είπε ότι οι πολιτικές της εποχής Τρουντό ήταν «πολύ ακριβές και διχαστικές». […]

Μια μελέτη που κυκλοφόρησε το Φεβρουάριο από το Καναδικό Ινστιτούτο για το Κλίμα – το οποίο λαμβάνει τα τρία τέταρτα της χρηματοδότησής του από την ομοσπονδιακή κυβέρνηση – έδειξε ήδη ότι ο Καναδάς ήταν εκτός τροχιάς για να φτάσει στο καθαρό μηδέν έως το 2050.

Ωστόσο, η έκθεση της Παρασκευής 11/9, η οποία ενσωματώνει πρόσφατες αλλαγές πολιτικής στη μοντελοποίηση εκπομπών του ινστιτούτου, λέει ότι ο Καναδάς θα ήταν ακόμη και «τυχερός να πετύχει το στόχο του για το 2030, το 2050».

«Αυτό που έχει ήδη δείξει η χώρα είναι ότι μπορούμε να μειώσουμε τις εκπομπές ενώ αναπτύσσουμε την οικονομία», δήλωσε ο Ρικ Σμιθ, πρόεδρος του ινστιτούτου, στον Καναδικό Τύπο. «Αλλά, ξέρετε, αυτό δεν πρόκειται να συμβεί ως διά μαγείας».

Ο Κάρνεϊ, ο οποίος υπηρέτησε ως απεσταλμένος του ΟΗΕ για το κλίμα για ένα διάστημα πριν γίνει πρωθυπουργός, έχει κατηγορηθεί για οπισθοδρόμηση στην πολιτική για το κλίμα για το μεγαλύτερο μέρος του περασμένου έτους.

Κατάργησε την τιμή καταναλωτή του άνθρακα την πρώτη ημέρα της θητείας του το Μάρτιο του 2025. Ενώ υποσχέθηκε ένα ενισχυμένο βιομηχανικό σύστημα τιμολόγησης άνθρακα, κατηγορήθηκε ότι αποδυνάμωσε αυτό το σύστημα μέσω μιας συμφωνίας με την Αλμπέρτα το Μάιο που έχει επιπτώσεις σε κάθε άλλη επαρχία και περιοχή.

Η κυβέρνησή του κινείται επίσης για να καταργήσει την εντολή πωλήσεων ηλεκτρικών οχημάτων – η Οτάβα έχει υποσχεθεί ισχυρότερα πρότυπα εξάτμισης, αλλά αυτά απέχουν ακόμη χρόνια – και να ακυρώσει το ανώτατο όριο εκπομπών πετρελαίου και φυσικού αερίου. Η κυβέρνηση του Carney έχει επίσης καθυστερήσει τους κανονισμούς για το μεθάνιο στην Αλμπέρτα.

Ο Carney έχει επίσης θέσει ως στόχο να αυξήσει το ποσοστό υιοθέτησης ηλεκτρικών οχημάτων στο 75% έως το 2035, με την ελπίδα να φτάσει το 90% έως το 2040. Η εθνική στρατηγική ηλεκτρικής ενέργειας της κυβέρνησης, που κυκλοφόρησε το Μάιο, υποσχέθηκε επίσης να μειώσει τις εκπομπές, αν και η Οτάβα δεν έχει ακόμη παρουσιάσει σχέδιο για την εφαρμογή της στρατηγικής.

«Αυτά είναι απλώς ένα είδος φιλόδοξων σχολίων αυτή τη στιγμή, δεν υπάρχει συγκεκριμένη κυβερνητική πολιτική που να συνδέεται με κανένα από αυτά», είπε ο Smith. «Δεν μπορούσαμε να ενσωματώσουμε τίποτα από αυτά στην ανάλυση που δημοσιεύουμε. Αλλά καθώς οι λεπτομέρειες αυτών των πολιτικών υλοποιούνται τους επόμενους μήνες, αυτοί είναι οι τύποι σημαντικών κινήσεων που θα βελτιώσουν αυτούς τους υπολογισμούς».

Μια έκθεση του Επιτρόπου Περιβάλλοντος Jerry DeMarco το 2024 ανέφερε, ότι η χώρα είχε περίπου 20 έως 30 χρόνια μείωσης των εκπομπών για να επιτύχει το στόχο της για το 2030. Σύμφωνα με τα τελευταία κυβερνητικά στοιχεία, ο Καναδάς είχε επιτύχει μόνο μείωση 10,3% από τα επίπεδα του 2005, με τις συνολικές εκπομπές να μειώνονται κατά 78 εκατομμύρια τόνους σε 21 χρόνια – καθιστώντας τον τη χώρα με τις χειρότερες επιδόσεις στη G7. Ο Καναδάς θα πρέπει να μειώσει τις εκπομπές που ισοδυναμούν με 102 εκατομμύρια επιβατικά οχήματα που κινούνται με φυσικό αέριο για να επιτύχει το στόχο του 2030.

Σε δήλωση που απαντά στη μελέτη, το γραφείο της υπουργού Περιβάλλοντος Julie Dabrusin είπε, ότι η Οτάβα εξακολουθεί να δεσμεύεται να φτάσει στο καθαρό μηδέν έως το 2050 μέσω «μιας ρεαλιστικής και διαρκούς προσέγγισης».

«Αυτό περιλαμβάνει την κατασκευή μεγάλων έργων καθαρής ενέργειας σε ολόκληρη τη χώρα, την προώθηση της μαζικής ηλεκτροδότησης και την πραγματοποίηση σημαντικών επενδύσεων στην οικονομία χαμηλών εκπομπών άνθρακα», δήλωσε ο γραμματέας Τύπου Keean Nembhard, επικαλούμενος τη σχεδιαζόμενη γραμμή μεταφοράς της Βόρειας Ακτής, η οποία σύμφωνα με την Οτάβα θα μειώσει τις εκπομπές κατά τρία εκατομμύρια τόνους ετησίως.

«Η επίτευξη καθαρού μηδενικού ισοζυγίου απαιτεί επίσης την κατασκευή καθαρής, οικονομικά προσιτής και αξιόπιστης ενέργειας σε ολόκληρη τη χώρα και κινούμαστε γρήγορα για να δημιουργήσουμε την υποδομή καθαρής ενέργειας που το καθιστά δυνατό. Αυτό περιλαμβάνει το διπλασιασμό του δικτύου ηλεκτρικής ενέργειας του Καναδά στη στρατηγική μας για την ηλεκτρική ενέργεια, την κατασκευή μεγάλων έργων καθαρής ενέργειας και τη μετασκευή ενός εκατομμυρίου σπιτιών για ενεργειακή απόδοση».