Η πληροφορία ότι ο Καναδάς και η Τουρκία προχώρησαν στην υπογραφή της πρώτης διμερούς αμυντικής συμφωνίας, έρχεται σε μια ιδιαίτερα ευαίσθητη γεωπολιτική συγκυρία. Ταυτόχρονα, η επικείμενη επίσκεψη του Μαρκ Κάρνεϊ στην Τουρκία, ενισχύει την εντύπωση ότι δεν πρόκειται για μια μεμονωμένη κίνηση, αλλά για την αρχή μιας ευρύτερης προσέγγισης ανάμεσα στις δύο χώρες.
ΜΙΑ ΣΥΜΦΩΝΙΑ ΜΕ ΠΟΛΛΑ
ΑΝΑΠΑΝΤΗΤΑ ΕΡΩΤΗΜΑΤΑ
Το βασικό πρόβλημα με τη συγκεκριμένη συμφωνία δεν είναι μόνο το περιεχόμενό της – αλλά κυρίως η απουσία σαφούς και δημόσιας πληροφόρησης γύρω από αυτό. Μέχρι στιγμής, δεν έχουν δημοσιοποιηθεί συγκεκριμένες λεπτομέρειες για το εύρος της συνεργασίας: αφορά ανταλλαγή τεχνολογίας; Κοινή παραγωγή οπλικών συστημάτων; Ή απλώς ένα πλαίσιο μελλοντικής συνεργασίας; Εδώ ας σημειώσουμε, ότι στις 12 Απρίλιου 2021, ο τότε υπουργός εξωτερικών του Καναδά, Marc Garneau, διέκοψε την πώληση πολεμικού υλικού και τεχνογνωσίας προς την Τουρκία. Η απόφαση του πάρθηκε, όταν έκθεση παρουσίασε πως η Τουρκία χρησιμοποίησε τον Καναδικό οπλισμό κατά άμαχου πληθυσμού, στο Azerbaijan στις μάχες του Nagorno-Karabakh, στη Λιβύη και στη Συρία από το 2019.
Ο ΚΑΝΑΔΑΣ ΑΓΝΟΕΙ ΤΙΣ ΕΠΕΚΤΑΤΙΚΕΣ
ΒΛΕΨΕΙΣ ΤΗΣ ΤΟΥΡΚΙΑΣ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ;
Αν και δεν μπορεί να αγνοηθεί το γεγονός, ότι η Τουρκία κατέχει μια ιδιαίτερη και συχνά περίπλοκη θέση στη διεθνή σκηνή, ως μέλος του ΝΑΤΟ αποτελεί στρατηγικό εταίρο για πολλές δυτικές χώρες. Ωστόσο, τα τελευταία χρόνια έχει ακολουθήσει μια πιο ανεξάρτητη – και σε ορισμένες περιπτώσεις συγκρουσιακή – εξωτερική πολιτική.
Εξελίξεις στην Ανατολική Μεσόγειο, εντάσεις με γειτονικές χώρες, καθώς και ευρύτερες περιφερειακές πολιτικές πρωτοβουλίες, έχουν προκαλέσει ανησυχία σε πολλούς διεθνείς παρατηρητές. Υπό αυτό το πρίσμα, η εμβάθυνση της αμυντικής συνεργασίας δεν είναι απλώς ένα τεχνικό ζήτημα – έχει πολιτικές και στρατηγικές προεκτάσεις.
Ήδη η Τουρκία άρχισε να διαλαλεί ότι «θα βυθίσουμε ως τον Οκτώβρη ελληνικό πλοίο» ενώ την ίδια στιγμή κάνει ασκήσεις με καταδρομείς απέναντι από τα Ελληνικά νησιά μας.
ΕΛΛΕΙΨΗ ΛΟΜΠΙ ΑΝΤΕΔΡΑΣΕ ΜΟΝΟ
ΤΟ ΕΛΛΗΝΟΚΑΝΑΔΙΚΟ ΚΟΓΚΡΕΣΟ
Το Ελληνοκαναδικό κογκρέσο έστειλε αμέσως επιστολή διαμαρτυρίας στον αρμόδιο υπουργό, Στέφεν Φουρ, εκφράζοντας τη σαφή αντίθεση όχι μόνο στην αμυντική συνεργασία, αλλά και σε ενδεχόμενη επέκταση εμπορικών σχέσεων με την Τουρκία. Όμως θα ήταν πιο αποτελεσματικό, αν η επιστολή αυτή στελνόταν στον πρωθυπουργό και σε όλους τους βουλευτές και γερουσιαστές του Καναδά. Μια πολιτική που ακολουθεί το εβραϊκό λόμπι στην Αμερική και στον Καναδά, σε τέτοιες περιπτώσεις.
Όμως παρόλο τους αγώνες που κάνει το Ελληνοκαναδικό Κογκρέσο, η «μεταμόρφωση» του τα τελευταία δέκα και πλέον χρόνια, σε έναν οργανισμό που δεν εκλέγεται από τα σωματεία, συλλόγους και κοινότητες του Καναδά, έχουν μειώσει τη δύναμη που είχε στο παρελθόν, με προέδρους προπαντός όπως ο Βασίλης Κατσαμπάνης και ο Δημήτρης Μανωλάκος. Και οι δύο τους κατάφερναν να κινητοποιούν δεκάδες χιλιάδες ομογενείς σε γιγαντιαίες διαμαρτυρίες για την υπεράσπιση των Εθνικών μας θεμάτων.
Το Ελληνοκαναδικό Κογκρέσο, παρόλο που είναι στελεχωμένο από μεγάλα ονόματα, όπως ο καθηγητής Μάζης και ο στρατηγός Φράγκος, δεν εκπροσωπεί πλέον την καναδική ομογένεια, διότι δεν εκλέγεται από τους οργανισμούς της. Τελεία και Παύλα. Ευτυχώς αυτό δεν το γνωρίζουν οι καναδικές αρχές, πιστεύοντας στο θεσμό και την ονομασία του Ελληνοκαναδικού Κογκρέσου. Αυτό και μόνο δίνει οντότητα στον οργανισμό, ο οποίος κατάφερε πολλούς δήμους να αναγνωρίσουν τη γενοκτονία των Ποντίων από τους τούρκους, με τους οποίους πρόκειται να συνάψει αμυντική συμφωνία ο καναδός πρωθυπουργός.
ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΑ ΣΥΜΦΕΡΟΝΤΑ
ή ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΡΙΣΚΟ;
Οι σχέσεις με την Τουρκία δεν αντιμετωπίζονται ως απλή διπλωματική εξίσωση, αλλά ως ζήτημα αρχών, ιστορίας και περιφερειακής σταθερότητας. Δεν υπάρχει αμφιβολία, ότι οι κυβερνήσεις καλούνται να ισορροπήσουν ανάμεσα σε στρατηγικά συμφέροντα και πολιτικές ευαισθησίες.
Από τη μια πλευρά, η ενίσχυση σχέσεων με μια χώρα όπως η Τουρκία μπορεί να θεωρηθεί ως μέρος μιας ευρύτερης στρατηγικής διαφοροποίησης των διεθνών συνεργασιών του Καναδά. Σε έναν κόσμο όπου οι γεωπολιτικές ισορροπίες μεταβάλλονται, οι χώρες επιδιώκουν νέες συμμαχίες και συνεργασίες – ιδιαίτερα στους τομείς της άμυνας και της βιομηχανίας. Μια τέτοια συμφωνία θα μπορούσε, θεωρητικά, να ανοίξει και οικονομικές ευκαιρίες, όπως συμπράξεις σε βιομηχανικά έργα ή τεχνολογική συνεργασία.
Από την άλλη πλευρά, το πολιτικό ρίσκο είναι υπαρκτό. Η απουσία διαφάνειας, σε συνδυασμό με τις ευαισθησίες που υπάρχουν γύρω από την Τουρκία, μπορεί να οδηγήσει σε έντονες αντιδράσεις και να δημιουργήσει εσωτερικές πιέσεις στην κυβέρνηση.
Η προγραμματισμένη επίσκεψη του Μαρκ Κάρνεϊ στην Τουρκία αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Δεν είναι απλά μια επίσκεψη, αλλά ένα ευρύτερο πλαίσιο μιας συνεργασίας. Υπάρχουν κρίσιμα ερωτήματα.
Θα επιδιώξει ο Καναδάς μια στρατηγική επαναπροσέγγιση; Θα υπάρξουν ανακοινώσεις για συγκεκριμένα έργα; Ή θα παραμείνει η συμφωνία σε ένα γενικό επίπεδο χωρίς άμεση εφαρμογή;
Η ΑΝΑΓΚΗ ΓΙΑ ΣΑΦΗΝΕΙΑ ΚΑΙ ΔΙΑΛΟΓΟ
Σε τελική ανάλυση, η συζήτηση γύρω από τη συμφωνία Καναδά–Τουρκίας δεν αφορά μόνο τις λεπτομέρειες της συνεργασίας.
Ο Καναδάς έχει οικοδομήσει τη διεθνή του εικόνα πάνω σε αξίες, όπως ο σεβασμός του διεθνούς δικαίου, η πολυμέρεια και η υπεύθυνη διπλωματία. Κάθε νέα πρωτοβουλία, ιδιαίτερα στον τομέα της άμυνας, οφείλει να αξιολογείται με τον ίδιο τρόπο.
Η υπογραφή μιας τέτοιας συμφωνίας μπορεί να ανοίγει νέους δρόμους. Μπορεί όμως και να δημιουργεί νέα διλήμματα.
Τα όπλα που θα προέλθουν από αυτή τη συμφωνία, μπορεί στο άμεσο μέλλον να κτυπήσουν την Ελλάδα μας.
Αυτή ήταν η αιτία, που η κυβέρνηση Τρουντό έβαλε εμπάργκο όπλων κατά της Τουρκίας. Αξίζει να σημειωθεί, ότι σε αυτό το εμπάργκο έπαιξαν καθοριστικό ρόλο οι βουλευτές ελληνικής καταγωγής, Εμμανουέλα Λαμπροπούλου και Άννυ Κουτράκη. Μπορούν και πάλι να βάλουν «φρένο», εφόσον δεν έχουμε Ελληνοκαναδικό λόμπι…




