Home Blog Page 16

Αλάτι, άμμος και πάγος: πώς διαφέρουν Λαβάλ, Μόντρεαλ και Λονγκέι

0

Γιατί στο Λαβάλ γλιστράμε… περισσότερο απ’ ό,τι στο Μόντρεαλ;

Του Γιώργου Στυλ. Γκιούσμα

Ο χειμώνας στον Καναδά ήταν ανέκαθεν απαιτητικός… Είναι όμως πολύ ανησυχητικό, το πόσο συχνά οι δρόμοι και τα πεζοδρόμια, προπαντός στο Λαβάλ, μετατρέπονται σε «παγίδες πάγου». Το θέμα απασχολεί έντονα τους Λαβαλιώτες και έχει ήδη φτάσει μέχρι τα έδρανα του Δημοτικού Συμβουλίου.

Το ερώτημα που θέτουν πολλοί είναι απλό: «Γιατί στο Λαβάλ δε ρίχνουν αρκετό αλάτι;». Η απάντηση, ωστόσο, είναι πιο σύνθετη και γίνεται πιο κατανοητή, όταν συγκρίνουμε τις πρακτικές του Λαβάλ με εκείνες του Μόντρεαλ και του Λονγκέι.

ΛΑΒΑΛ: ΜΕΡΙΜΝΑ ΓΙΑ ΤΟ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ 
«Η ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ ΕΠΑΝΕΞΕΤΑΖΕΤΑΙ»

Η πόλη του Λαβάλ εφαρμόζει μια ιδιαίτερα προσεκτική πολιτική χρήσης αλατιού, ακολουθώντας πιστά τις οδηγίες της κυβέρνησης του Κεμπέκ, για τη μείωση της περιβαλλοντικής ρύπανσης. Όταν η θερμοκρασία του οδοστρώματος πέφτει κάτω από –15 βαθμούς Κελσίου, το αλάτι θεωρείται αναποτελεσματικό και αντικαθίσταται από άμμο ή χαλίκι.

Το πρόβλημα; Τα υλικά αυτά δε λιώνουν τον πάγο – απλώς μειώνουν, θεωρητικά, την ολισθηρότητα. Στην πράξη, πολλοί κάτοικοι, μεταξύ τους και ηλικιωμένοι ομογενείς, καταγγέλλουν πτώσεις και τραυματισμούς, κυρίως νωρίς το πρωί και μετά από παγωμένη βροχή.

Τον Ιανουάριο του 2026, το ζήτημα συζητήθηκε δημόσια στο Δημοτικό Συμβούλιο, με δημότες να μιλούν για «χαοτικές συνθήκες» και να ζητούν άμεσες αλλαγές στις πρακτικές αποπαγοποίησης.

«Τις τελευταίες εβδομάδες, ο μαύρος πάγος μετέτρεψε δρόμους και πεζοδρόμια του Λαβάλ σε πραγματικό ναρκοπέδιο», ανέφερε ο κάτοικος της Fabreville, Ζαν-Κλοντ Κλερζέ, απευθυνόμενος στο δήμαρχο και τους δημοτικούς συμβούλους, κατά την περίοδο ερωτήσεων στο Δημοτικό Συμβούλιο του Ιανουαρίου. «Η κατάσταση έγινε χαοτική, τόσο για τους κατοίκους όσο και για τους οδηγούς».

Ο ίδιος δεν μίλησε θεωρητικά. Όπως αποκάλυψε, γλίστρησε ο ίδιος στον πάγο και παραλίγο να σπάσει το πόδι του. Απευθυνόμενος στο δημοτικό σύμβουλο της περιοχής l’Orée-des-Bois, Γιανίκ Λανγκλουά, έθεσε ευθέως το ερώτημα: «Δε θα μπορούσε να είχε γίνει κάτι προληπτικά, ώστε να αποφευχθεί μια τόσο επικίνδυνη κατάσταση;».

Ο κ. Κλερζέ ζήτησε από το σύμβουλο να τοποθετηθεί, αν είναι ικανοποιημένος από την παρούσα εικόνα – και ρώτησε το δήμαρχο Στεφάν Μπουαγιέ ποια μέτρα σκοπεύει να λάβει η πόλη για να ενισχύσει την ασφάλεια.

Στο διάλογο παρενέβη και η κ. Γκιρλάντ, επίσης κάτοικος της πόλης, η οποία έθεσε πρακτικά ερωτήματα:

Ποια εναλλακτικά μέτρα εφαρμόζει ο δήμος όταν η θερμοκρασία είναι τόσο χαμηλή που το αλάτι δεν λειτουργεί;

Υπάρχει επαρκής εξοπλισμός;

Υπάρχουν αρκετοί διανομείς αδρανών υλικών, ώστε να αντιμετωπίζονται αποτελεσματικά μεγάλες περίοδοι παγετού; Και, τέλος,

Πώς συγκρίνεται το Λαβάλ με άλλες μεγάλες πόλεις στη διαχείριση μιας χιονοθύελλας, η οποία σε κάποιες περιπτώσεις μετατρέπεται σε… παγοθύελλα;

«Μετά τον αποχιονισμό δεν ρίχνεται αλάτι», σημείωσε, «κάτι που κάνει τη ζωή των πεζών –ιδίως των παιδιών– πιο επικίνδυνη και αυξάνει τον κίνδυνο πτώσεων».

Απαντώντας, ο δημοτικός σύμβουλος, Γιανίκ Λανγκλουά, αναγνώρισε ότι τα προβλήματα είναι υπαρκτά.

«Δεν είναι όλα τέλεια», παραδέχτηκε, «γι’ αυτό και αποφασίσαμε να επανεξετάσουμε τη στρατηγική μας για το χιόνι και τον πάγο». Δήλωσε μάλιστα ότι θα επισκεφθεί ο ίδιος συγκεκριμένους δρόμους και θα προχωρήσει σε παρεμβάσεις όπου κριθεί απαραίτητο.

Ο δήμαρχος, Στεφάν Μπουαγιέ, από την πλευρά του, εξήγησε ότι η πόλη δεν μπορεί να καθαρίσει όλους τους δρόμους μέσα σε 24 ώρες και αναγκάζεται να θέτει προτεραιότητες: πρώτα περιοχές γύρω από σχολεία και νοσοκομεία, στη συνέχεια μεγάλες αρτηρίες και ράμπες αυτοκινητοδρόμων, έπειτα συλλεκτικούς δρόμους και τελευταίες τις γειτονιές. «Όλη αυτή η διαδικασία διαρκεί ημέρες», σημείωσε.

Τέλος, παραδέχτηκε ότι σε πολύ χαμηλές θερμοκρασίες, ειδικά μετά από απότομη πτώση του υδράργυρου έπειτα από απόψυξη, το αλάτι είναι λιγότερο αποτελεσματικό – «χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν το χρησιμοποιούμε», όπως διευκρίνισε.

Δεν είναι τυχαίο ότι η αποχιονιστική πολιτική συγκαταλέγεται εδώ και χρόνια στα συχνότερα παράπονα προς το Συνήγορο του Πολίτη του Λαβάλ.

ΑΠΡΟΣΠΕΛΑΣΤΕΣ ΚΑΙ ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΕΣ ΟΙ ΓΕΦΥΡΕΣ

Όπως διαπίστωσαν πολλοί οδηγοί, τη Δευτέρα 26 Ιανουαρίου, για άλλη μια φορά σχεδόν όλες οι γέφυρες στο Λαβάλ ήταν απροσπέλαστες. Παρόλο την έντονη παρουσία της αστυνομίας, οι οδηγοί δεν μπορούσαν να προσπεράσουν διαβάσεις με γεφυρώματα, διότι η άσφαλτος ήταν… γυαλί από τον πάγο. Συγκεκριμένα, στη γέφυρα που περνάει πάνω από τον αυτοκινητόδρομο 15 επί της λεωφόρου Labelle, τεράστιο φορτηγό νταλίκα είχε ακινητοποιηθεί. Αποτέλεσμα να μην μπορούν να περάσουν τα υπόλοιπα οχήματα. Τέτοια συμβάντα είναι απαράδεκτα!

ΜΟΝΤΡΕΑΛ: Η ΑΣΦΑΛΕΙΑ ΠΑΝΩ ΑΠ’ ΟΛΑ

Σε αντίθεση με το Λαβάλ, το Μόντρεαλ ακολουθεί μια πιο «επιθετική» στρατηγική κατά του πάγου. Οι υπηρεσίες της πόλης προχωρούν συχνά σε προληπτική ρίψη άλμης (υγρού αλατιού) πριν από κακές καιρικές συνθήκες, αποτρέποντας το σχηματισμό πάγου εξαρχής.

Επιπλέον, χρησιμοποιούνται ειδικά άλατα, όπως το χλωριούχο ασβέστιο, τα οποία είναι αποτελεσματικά και σε χαμηλότερες θερμοκρασίες. Το αποτέλεσμα είναι λιγότερα παράπονα και σαφώς καλύτερη οδική ασφάλεια, αν και με αυξημένο κόστος και περιβαλλοντικό αποτύπωμα.

ΛΟΝΓΚΕΪ: ΜΙΑ ΠΙΟ ΙΣΟΡΡΟΠΗΜΕΝΗ ΕΠΙΛΟΓΗ

Το Λονγκέι φαίνεται να κινείται στη μέση οδό. Χρησιμοποιεί περισσότερο αλάτι απ’ ό,τι το Λαβάλ, ιδιαίτερα σε κεντρικούς δρόμους και περιοχές με αυξημένη κυκλοφορία, χωρίς όμως να φτάνει τα επίπεδα του Μόντρεαλ. Στις γειτονιές εφαρμόζονται συχνά αδρανή υλικά, αλλά με πιο ευέλικτη χρήση αλατιού όταν οι συνθήκες το απαιτούν.

ΠΡΩΤΙΣΤΩΣ Η  ΑΣΦΑΛΕΙΑ

Η ασφάλεια στους δρόμους και στα πεζοδρόμια δεν είναι θεωρητικό ζήτημα πολιτικής· είναι μέρος της καθημερινής ζωής. Η εμπειρία άλλων πόλεων δείχνει πως υπάρχουν εναλλακτικές και πιο ευέλικτες λύσεις, χωρίς να θυσιάζεται ούτε το περιβάλλον ούτε η ανθρώπινη ασφάλεια. Με την ανεπάρκεια που έχουν τα νοσοκομεία, δε χρειάζονται να ενταχθούν περισσότερα άτομα για κατάγματα λόγω του πάγου στα πεζοδρόμια…

Καναδάς: Νέο πακέτο στήριξης για μεσαία – χαμηλά εισοδήματα

0

«Επίδομα για ψώνια και βασικά αγαθά», ο Καναδικός δρόμος της ανακούφισης μέσω GST

Τη στιγμή που ο λογαριασμός στο ταμείο παραμένει για πολλούς Καναδούς η πιο σκληρή υπενθύμιση της κρίσης ακρίβειας, η ομοσπονδιακή κυβέρνηση ανακοίνωσε ένα νέο πακέτο στήριξης που «χτίζει» πάνω σε έναν ήδη υπάρχοντα μηχανισμό: την πίστωση GST/HST.

Τη Δευτέρα 26 Ιανουαρίου 2026, ο πρωθυπουργός Μαρκ Κάρνεϊ παρουσίασε το νέο «Canada Groceries and Essentials Benefit», δηλαδή ένα προσωρινό, πενταετές ενισχυμένο σχήμα της γνωστής πίστωσης GST, με στόχο να κατευθύνει περισσότερα χρήματα σε νοικοκυριά χαμηλού και μέτριου εισοδήματος.

Στην καρδιά της εξαγγελίας βρίσκονται δύο παρεμβάσεις:

ΠΡΩΤΟΝ, αύξηση κατά 25% στο ποσό του επιδόματος για πέντε χρόνια, ξεκινώντας από τον Ιούλιο του 2026, δηλαδή στην αρχή της νέας «περιόδου πληρωμών» του GST/HST credit που τυπικά τρέχει από Ιούλιο μέχρι Ιούνιο.

ΔΕΥΤΕΡΟΝ, μια εφάπαξ πληρωμή μέσα στο 2026, ίση με 50% «TOP UP» της πίστωσης, ως άμεση «ένεση» ρευστότητας, πριν μπει σε εφαρμογή η πενταετής αύξηση. Σύμφωνα με την ανακοίνωση του Γραφείου του Πρωθυπουργού, ο συνδυασμός των δύο μέτρων μεταφράζεται, στο ανώτατο επίπεδο, σε έως 1.890 δολάρια για οικογένεια τεσσάρων ατόμων «φέτος» και περίπου 1.400 δολάρια ετησίως τα επόμενα τέσσερα χρόνια, ενώ για ένα άτομο το ανώτατο επίπεδο αναφέρεται έως 950 δολάρια «φέτος» και περίπου 700 δολάρια ετησίως τα επόμενα τέσσερα χρόνια.

Η κυβέρνηση παρουσιάζει το μέτρο ως στοχευμένη βοήθεια για όσους αισθάνονται πιο έντονα την πίεση των βασικών αγαθών. Το Reuters σημειώνει, ότι ο Κάρνεϊ απέδωσε την άνοδο των τιμών τροφίμων σε «παγκόσμιους κλυδωνισμούς της εφοδιαστικής αλυσίδας», σε καιρικά φαινόμενα που συνδέονται με την κλιματική αλλαγή και σε γεωπολιτικές αναταράξεις, ενώ παραπέμπει και στις επιπτώσεις δασμών των ΗΠΑ στην αλυσίδα κόστους.

Πέρα από το καθαρά εισοδηματικό σκέλος, το Reuters καταγράφει και συμπληρωματικές δαπάνες που εντάσσονται στο ίδιο πακέτο: 500 εκατ. δολάρια Καναδά για κεφαλαιουχικές επενδύσεις στο διατροφικό τομέα, 150 εκατ. για μικρομεσαίες επιχειρήσεις, καθώς και στήριξη προς food banks και κοινοτικά προγράμματα τροφίμων. Το συνολικό δημοσιονομικό κόστος, κατά το ίδιο δημοσίευμα, εκτιμάται σε 3,1 δισ. δολάρια Καναδά τον πρώτο χρόνο και 1,3 έως 1,8 δισ. ετησίως για τα επόμενα τέσσερα χρόνια.

Στην τρέχουσα περίοδο (Ιούλιος 2025 έως Ιούνιος 2026), το CRA αναφέρει ως ενδεικτικά ανώτατα ετήσια ποσά: έως 533 δολάρια για άγαμο άτομο, έως 698 δολάρια για ζευγάρι και 184 δολάρια για κάθε παιδί κάτω των 19 ετών. Οι πληρωμές επαναϋπολογίζονται κάθε Ιούλιο, με βάση τη φορολογική δήλωση του προηγούμενου έτους, κάτι που σημαίνει ότι η συνέπεια στην υποβολή δήλωσης είναι κρίσιμη για να μην υπάρξουν διακοπές.

Οι ημερομηνίες καταβολής για το 2026 είναι συγκεκριμένες και επίσημες: 5 Ιανουαρίου, 2 Απριλίου, 3 Ιουλίου και 5 Οκτωβρίου 2026. Η CRA διευκρινίζει επίσης, ότι οι πληρωμές Ιανουαρίου και Απριλίου βασίζονται στο εισόδημα της δήλωσης 2024, ενώ οι πληρωμές Ιουλίου και Οκτωβρίου βασίζονται στη δήλωση 2025, άρα η αύξηση που ανακοινώθηκε να ξεκινήσει τον Ιούλιο 2026 «κουμπώνει» με την αλλαγή περιόδου πληρωμών.

Η συγκεκριμένη επιλογή πολιτικής δεν εμφανίζεται στο κενό. Η ομοσπονδιακή κυβέρνηση έχει χρησιμοποιήσει ξανά τον ίδιο «αγωγό» πληρωμών για στοχευμένη ενίσχυση. Το 2023, για παράδειγμα, θεσπίστηκε η εφάπαξ «Grocery Rebate» μέσω του συστήματος GST/HST, με το Υπουργείο Οικονομικών να αναφέρει τότε ότι θα δοθεί σε επιλέξιμους Καναδούς στις 5 Ιουλίου 2023, ως στοχευμένη ανακούφιση για 11 εκατ. άτομα και οικογένειες. Παράλληλα, σε μεταγενέστερο backgrounder, το ίδιο Υπουργείο υπενθύμιζε ότι είχε προηγηθεί και προσωρινός διπλασιασμός της πίστωσης GST για έξι μήνες το φθινόπωρο του 2022.

Το ερώτημα που προκύπτει είναι, αν η νέα παρέμβαση μπορεί να «νικήσει» την ταχύτητα με την οποία κινούνται οι τιμές τροφίμων. Η γενική εικόνα πληθωρισμού εμφανίζεται πιο ήπια: η ετήσια ανασκόπηση του Δείκτη Τιμών Καταναλωτή για το 2025 από τη Statistics Canada δίνει ετήσια μέση αύξηση 2,1%. Ωστόσο, στο πεδίο των τροφίμων, η πίεση δεν εξαφανίζεται.

Το Canada’s Food Price Report 2026, μια πανεπιστημιακή συνεργασία υπό την αιγίδα του Agri Food Analytics Lab, προβλέπει αύξηση τιμών τροφίμων 4% έως 6% μέσα στο 2026 και εκτιμά ότι η μέση οικογένεια τεσσάρων ατόμων θα ξοδέψει 17.571,79 δολάρια για τρόφιμα, έως 994,63 δολάρια περισσότερα από την προηγούμενη χρονιά.

Σε αυτό το πλαίσιο, το «Canada Groceries and Essentials Benefit» μοιάζει σχεδιασμένο ως άμεση ανακούφιση, όχι ως θεραπεία για τις βαθύτερες αιτίες της ακρίβειας. Οι πιστώσεις τύπου GST έχουν το πλεονέκτημα ότι είναι στοχευμένες και διοικητικά «έτοιμες», φτάνουν αυτόματα σε δικαιούχους που έχουν υποβάλει φορολογική δήλωση, χωρίς νέες αιτήσεις και χωρίς να μεσολαβούν πολύπλοκοι έλεγχοι. Από την άλλη, παραμένει ανοικτό το κατά πόσο μια προσωρινή ενίσχυση πέντε ετών αρκεί για να σταθεροποιήσει τον οικογενειακό προϋπολογισμό, όταν οι προβλέψεις για το κόστος τροφίμων δείχνουν ότι η πίεση συνεχίζεται.

Το πολιτικό στοίχημα είναι διπλό. Αφενός, η κυβέρνηση θέλει να δείξει γρήγορα αποτελέσματα σε ένα πεδίο που αγγίζει σχεδόν κάθε οικογένεια, το κόστος τροφίμων. Αφετέρου, με το δημόσιο ταμείο να αναλαμβάνει κόστος δισεκατομμυρίων, η συζήτηση αναμένεται να μεταφερθεί στο αν το μέτρο είναι επαρκές και δίκαιο, ή αν χρειάζονται πιο δομικές παρεμβάσεις στην αγορά τροφίμων και στην αλυσίδα παραγωγής και διανομής. Για την ώρα, το μήνυμα της Οτάβας είναι σαφές: περισσότερα μετρητά, στοχευμένα, γρήγορα, για όσους πλήττονται περισσότερο στο ταμείο του σούπερ μάρκετ.

Ένας στους πέντε στο Κεμπέκ δεν κατάφερε να πληρώσει το ενοίκιο

0

Η κρίση στέγης παίρνει διαστάσεις κοινωνικής έκτακτης ανάγκης

Η στεγαστική κρίση στο Κεμπέκ παύει πλέον να είναι μια αφηρημένη στατιστική και μετατρέπεται σε καθημερινό άγχος για εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπους. Νέα έρευνα της Léger, σε συνεργασία με την οργάνωση Vivre en Ville, αποκαλύπτει ότι ένας στους πέντε κατοίκους του Κεμπέκ δυσκολεύτηκε να πληρώσει το ενοίκιό του μέσα στο τελευταίο έτος. Με απλά λόγια, περίπου 700.000 άνθρωποι βρέθηκαν αντιμέτωποι με την αδυναμία κάλυψης μιας από τις πιο βασικές τους ανάγκες, της στέγης.

Ακόμη πιο ανησυχητικό είναι το γεγονός, ότι για έναν στους δέκα το πρόβλημα δεν ήταν περιστασιακό. Οι ερωτηθέντες δηλώνουν πως η δυσκολία πληρωμής ενοικίου επαναλήφθηκε περισσότερες από μία φορές, στοιχείο που υποδηλώνει μόνιμη οικονομική πίεση και όχι ένα μεμονωμένο ατύχημα στον οικογενειακό προϋπολογισμό. Η κατάσταση είναι ιδιαίτερα οξεία στο Μόντρεαλ, όπου το 25% των ενοικιαστών ανέφεραν ότι το 2025 βρέθηκαν σε αδιέξοδο μπροστά στο λογαριασμό του ενοικίου.

Η έρευνα της Vivre en Ville συνδέει άμεσα αυτή την πίεση με την εκρηκτική άνοδο των ενοικίων τα τελευταία χρόνια. Σύμφωνα με τα στοιχεία της, το μέσο ενοίκιο στο Κεμπέκ αυξήθηκε κατά σχεδόν 150 δολάρια το μήνα από το 2023. Σε ετήσια βάση, αυτό μεταφράζεται σε επιβάρυνση περίπου 1.800 δολαρίων για κάθε ενοικιαστή, ένα ποσό που ισοδυναμεί, όπως υπογραμμίζει η οργάνωση, με δύο επιπλέον μήνες ενοικίου μέσα σε μόλις δύο χρόνια. Για πολλά νοικοκυριά, αυτή η αύξηση ξεπερνά κατά πολύ την όποια αύξηση μισθών ή κοινωνικών παροχών.

Ο διευθυντής της Vivre en Ville, Κριστιάν Σαβάρ, δεν κρύβει τη σοβαρότητα της κατάστασης. «Δεν πρόκειται πια για μια μεμονωμένη κρίση, αλλά για μια κοινωνική έκτακτη ανάγκη που πλήττει το Κεμπέκ», δηλώνει, περιγράφοντας μια πραγματικότητα, όπου η πρόσβαση σε προσιτή στέγη υπονομεύεται σε ολόκληρη την επαρχία. Η έρευνα δείχνει, ότι η πίεση δεν αφορά μόνο τα χαμηλά εισοδήματα ή τους πιο ευάλωτους, αλλά αγγίζει και ομάδες που παραδοσιακά θεωρούνταν οικονομικά σταθερές.

Ιδιαίτερα εκτεθειμένοι εμφανίζονται οι εργαζόμενοι ηλικίας 35 έως 54 ετών, δηλαδή άνθρωποι στην καρδιά της επαγγελματικής και οικογενειακής τους ζωής. Περίπου το ένα τρίτο των ερωτηθέντων σε αυτή την ηλικιακή ομάδα δηλώνουν ότι αισθάνονται έντονη οικονομική πίεση. Πρόκειται συχνά για γονείς με εξαρτώμενα μέλη, με σταθερή εργασία και ενεργό ρόλο στην οικονομία, που όμως βλέπουν το εισόδημά τους να μην επαρκεί πλέον για τα βασικά.

Η προοπτική ιδιοκατοίκησης, που για δεκαετίες αποτελούσε στόχο ζωής για πολλές οικογένειες στο Κεμπέκ, μοιάζει ολοένα και πιο μακρινή. Μόλις το 22% των ερωτηθέντων δηλώνουν ότι σκέφτονται κάποια στιγμή να αγοράσουν κατοικία. Για τη μεγάλη πλειονότητα, το όνειρο αυτό φαίνεται πλέον απρόσιτο, καθώς οι τιμές ακινήτων, τα επιτόκια και το κόστος ζωής, συνθέτουν ένα σχεδόν ανυπέρβλητο φραγμό.

Ο Αντάμ Μονγκρέν από τη Vivre en Ville τονίζει, ότι το πρόβλημα έχει σαφές κοινωνικό αποτύπωμα. «Μιλάμε για ανθρώπους που εργάζονται, που έχουν εξαρτώμενα μέλη, που συνεισφέρουν στην οικονομία. Δεν μπορούν πια να ανταπεξέλθουν» σημειώνει, υπογραμμίζοντας ότι οι οικογένειες πλήττονται δυσανάλογα. Κατά τον ίδιο, αυτή η πίεση εξηγεί και γιατί «αλλάζει το πρόσωπο της αστεγίας και της επισφάλειας», με όλο και περισσότερους εργαζόμενους να κινδυνεύουν να βρεθούν χωρίς σταθερή στέγη.

Παρά το γεγονός, ότι δείκτες όπως το ποσοστό κενών κατοικιών και οι νέες οικοδομές στο Μόντρεαλ δείχνουν κάποια βελτίωση στην προσφορά, η Vivre en Ville επισημαίνει ότι αυτό δε μεταφράζεται σε καλύτερη προσιτότητα. Με απλά λόγια, χτίζονται περισσότερα σπίτια, αλλά όχι απαραίτητα σπίτια που μπορούν να πληρώσουν όσοι τα χρειάζονται περισσότερο. Η οργάνωση καταλήγει, ότι για σχεδόν όλους στο Κεμπέκ η κατάσταση είτε παραμένει στάσιμη, είτε επιδεινώνεται.

Στο ίδιο μήκος κύματος κινείται και ο οικονομικός διευθυντής της Ένωσης Επαγγελματιών Κατασκευών και Στέγασης του Κεμπέκ, Νταβίντ Γκουλέ. Όπως υπογραμμίζει, είναι «επιτακτικό» οι κυβερνήσεις και όλοι οι εμπλεκόμενοι φορείς να κατανοήσουν πώς αλλάζει το στεγαστικό απόθεμα και ποια είναι η πραγματική δυνατότητα πληρωμής των νοικοκυριών. «Βλέπουμε ξεκάθαρα ότι οι επιλογές για τον κόσμο λιγοστεύουν συνεχώς», προειδοποιεί.

Η εικόνα που προκύπτει είναι σαφής και ανησυχητική. Η στεγαστική κρίση στο Κεμπέκ δεν αφορά πια μόνο τους πιο ευάλωτους, αλλά διαπερνά ολόκληρη την κοινωνία, απειλώντας τη σταθερότητα οικογενειών που μέχρι πρόσφατα θεωρούνταν ασφαλείς. Το ερώτημα που μένει ανοιχτό είναι, αν οι πολιτικές παρεμβάσεις που συζητούνται θα καταφέρουν να ανακουφίσουν ουσιαστικά αυτή την πίεση ή αν η στέγη θα συνεχίσει να γίνεται, για όλο και περισσότερους, ένα δυσεύρετο και ακριβό αγαθό.

Αφαίρεση του βρετανικού στέμματος από το θυρεό

0

Ένας συμβολικός εκσυγχρονισμός με περιορισμένο αντίκτυπο στην καθημερινότητα

Η κυβέρνηση του Κεμπέκ ανακοίνωσε στις 23 Ιανουαρίου 2026, ότι προχωρά στην αφαίρεση του βρετανικού στέμματος από τον επίσημο θυρεό της Επαρχίας, παρουσιάζοντας την κίνηση ως επαναβεβαίωση της αυτονομίας και της ταυτότητας του Κεμπέκ. Η απόφαση, που γνωστοποιήθηκε από τον υπουργό Δικαιοσύνης Simon Jolin-Barrette και τον υπουργό Γαλλικής Γλώσσας Jean-François Roberge, στηρίζεται, όπως τονίστηκε, σε σύσταση επιτροπής με εντολή να μελετήσει συνταγματικά ζητήματα.

Στις δηλώσεις του, ο Jolin-Barrette έθεσε σαφές πλαίσιο για το τι επιδιώκει η κυβέρνηση. «Η συντριπτική πλειονότητα των κατοίκων του Κεμπέκ, δεν έχει καμία προσκόλληση στη βρετανική μοναρχία και την απορρίπτει», ανέφερε, προσθέτοντας ότι η αφαίρεση του στέμματος διασφαλίζει πως «τα θεσμικά σύμβολα σέβονται τον πληθυσμό του Κεμπέκ, εκσυγχρονίζονται και αντικατοπτρίζουν καλύτερα την ταυτότητά του». Η τοποθέτηση αυτή, ωστόσο, περιορίζει ρητά το σκοπό της αλλαγής στο πεδίο του συμβολισμού και της ταυτότητας, χωρίς αναφορά σε οποιοδήποτε κοινωνικό ή οικονομικό όφελος.

Ο θυρεός του Κεμπέκ αποτελείται από ένα στέμμα που δεσπόζει πάνω από ασπίδα με τρία χρυσά fleur-de-lis, ένα χρυσό λέοντα και τρία πράσινα φύλλα σφενδάμου. Ο λέοντας, σύμβολο που συνδέεται επίσης με το βρετανικό στέμμα και συχνά αποκαλείται στα γαλλικά «λεοπάρδαλη», δεν αφαιρείται. Σύμφωνα με τα ιστορικά στοιχεία που επικαλείται η κυβέρνηση, το αρχικό έμβλημα απονεμήθηκε στο Κεμπέκ το 1868 από τη βασίλισσα Βικτώρια, ενώ το στέμμα τύπου Tudor προστέθηκε το 1939, την ίδια χρονιά που ενσωματώθηκε και το επαρχιακό μότο «Je me souviens».

Ο Roberge υπογράμμισε, ότι ο θυρεός δεν είχε τροποποιηθεί εδώ και σχεδόν 90 χρόνια και δήλωσε πως «η ανάγκη να γυρίσει σελίδα το Κεμπέκ σε σχέση με τη μοναρχία είναι πλέον πολύ παρούσα». Και αυτή η δήλωση, ωστόσο, εστιάζει στη συμβολική διάσταση της αλλαγής και στην ιστορική της φόρτιση, χωρίς να συνδέει την πρωτοβουλία με απτές βελτιώσεις στην καθημερινότητα των πολιτών.

Η κυβέρνηση διευκρίνισε, ότι ο αναθεωρημένος θυρεός θα χρησιμοποιείται σε ορισμένα επίσημα έγγραφα και, σε δεύτερη φάση, στα μετάλλια που απονέμονται από τον εκπρόσωπο του κράτους. Για λόγους προστασίας της πολιτιστικής κληρονομιάς, τα υπάρχοντα εμβλήματα σε δημόσια κτίρια ή έπιπλα δε θα αντικατασταθούν. Παράλληλα, η κυβέρνηση δεν απάντησε άμεσα σε ερώτημα σχετικά με το κόστος των αλλαγών, αφήνοντας αδιευκρίνιστο το οικονομικό αποτύπωμα μιας πρωτοβουλίας που χαρακτηρίζεται από την ίδια ως περιορισμένης εμβέλειας.

Η αφαίρεση του στέμματος εντάσσεται σε μια σειρά κινήσεων με στόχο τη χαλάρωση των δεσμών της Επαρχίας με τη μοναρχία. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνεται η κατάργηση της υποχρεωτικής ορκωμοσίας στο βασιλιά για τα εκλεγμένα μέλη της Εθνοσυνέλευσης, καθώς και η πρόθεση μετονομασίας του τίτλου του lieutenant-governor σε «officer of Quebec». Και σε αυτές τις περιπτώσεις, οι επίσημες ανακοινώσεις επικεντρώνονται στην ταυτότητα και το θεσμικό εκσυγχρονισμό, όχι σε λειτουργικές αλλαγές.

Η ανακοίνωση έτυχε θετικής υποδοχής από τον αρχηγό του Parti Québécois, Paul St-Pierre Plamondon, ο οποίος τη συνέδεσε με τη δημόσια συζήτηση που άνοιξε μετά την ομιλία του πρωθυπουργού του Καναδά, Mark Carney, στην πόλη του Κεμπέκ, στα Πεδία του Αβραάμ. Ο St-Pierre Plamondon σημείωσε, ότι η κίνηση της κυβέρνησης ήρθε την επόμενη ημέρα από μια ομιλία που χαρακτήρισε την ήττα των Γάλλων το 1759 ως απαρχή «συνεργασίας», διατύπωση που προκάλεσε αντιδράσεις τόσο από το κυβερνών κόμμα όσο και από το PQ.

Αξιοσημείωτη είναι και η απουσία δημόσιων τοποθετήσεων από κοινωνικούς και κοινοτικούς φορείς που δραστηριοποιούνται σε τομείς όπως η στέγαση, η υγεία ή η καταπολέμηση της φτώχειας. Σε μια περίοδο όπου τα ζητήματα αυτά κυριαρχούν στο δημόσιο διάλογο, η σιωπή τους ενισχύει την εικόνα μιας πρωτοβουλίας με κυρίως θεσμικό και συμβολικό χαρακτήρα, όπως άλλωστε περιγράφεται και από τις ίδιες τις κυβερνητικές δηλώσεις.

Η κυβέρνηση απορρίπτει την ιδέα, ότι η αλλαγή του θυρεού λειτουργεί ως αντιπερισπασμός, υποστηρίζοντας ότι ο εκσυγχρονισμός των συμβόλων μπορεί να συνυπάρξει με την αντιμετώπιση των κοινωνικών προκλήσεων. Ωστόσο, με βάση τις επίσημες τοποθετήσεις, η πρωτοβουλία δεν προβάλλεται ως εργαλείο για την επίλυση πιεστικών προβλημάτων, αλλά ως μια πράξη ιστορικής και ταυτοτικής αναθεώρησης.

Έτσι, η αφαίρεση του βρετανικού στέμματος από το θυρεό του Κεμπέκ, αποκτά σαφές πολιτικό μήνυμα και ισχυρό συμβολισμό. Την ίδια στιγμή, οι ίδιες οι δηλώσεις της κυβέρνησης καταδεικνύουν, ότι πρόκειται για μια αλλαγή με περιορισμένο πρακτικό αντίκτυπο, αφήνοντας ανοιχτό το ερώτημα κατά πόσο τέτοιες κινήσεις ανταποκρίνονται στις πιο άμεσες ανάγκες της κοινωνίας.

Η πορεία προς ένα τρίτο δημοψήφισμα

Με το βλέμμα στραμμένο στις επερχόμενες επαρχιακές εκλογές και την πρωτιά στις δημοσκοπήσεις να του δίνει αέρα νίκης, το Parti Québécois οριστικοποίησε το προσχέδιο της πολιτικής του πλατφόρμας, κατά το πρόσφατο ετήσιο συνέδριό του.

Το λεγόμενο «Μπλε Βιβλίο» δεν αποτελεί απλώς ένα προεκλογικό πρόγραμμα, αλλά έναν οδικό χάρτη για την ίδρυση ενός νέου κράτους. Ο αρχηγός του κόμματος, Paul St-Pierre Plamondon, ξεκαθάρισε τις προθέσεις του, εστιάζοντας σε τέσσερα κρίσιμα σημεία, που θα αποτελέσουν τη βάση της αυριανής διακυβέρνησης.

Δημοψήφισμα: Δέσμευση για διεξαγωγή τρίτου δημοψηφίσματος για την ανεξαρτησία.

Νόμισμα: Πρόταση για δημιουργία εθνικού νομίσματος ή, εναλλακτικά, υιοθέτηση του αμερικανικού δολαρίου.

Γλώσσα: Περαιτέρω αυστηροποίηση των γλωσσικών κανονισμών για την προστασία της γαλλικής γλώσσας, σε όλες τις εκφάνσεις της δημόσιας ζωής.

Ιθαγένεια: Πρόβλεψη για ιθαγένεια του Κεμπέκ, με την πρόταση οι πολίτες να μπορούν να διατηρήσουν και την καναδική υπηκοότητα, εφόσον το επιθυμούν.

Παρά την εκλογική άνοδο του PQ, τα δεδομένα παρουσιάζουν μια ενδιαφέρουσα αντίφαση. Ενώ το κόμμα προηγείται στην πρόθεση ψήφου, η υποστήριξη προς την ίδια την ανεξαρτησία (μία κίνηση που χαρακτηρίζεται από πολλούς ως «πολιτικό ρίσκο υψηλού κινδύνου») παραμένει σταθερά κοντά στο 35%. Αυτό το χάσμα υποδηλώνει, ότι ένα μεγάλο μέρος των ψηφοφόρων εμπιστεύεται το κόμμα, αλλά παραμένει διστακτικό απέναντι στο ενδεχόμενο μιας οριστικής ρήξης με την Οτάβα.

Οι επικριτές του προγράμματος προειδοποιούν, για το τεράστιο οικονομικό και θεσμικό κόστος μιας τέτοιας μετάβασης. Η διαδικασία απόσχισης θα απαιτούσε εξαντλητικές διαπραγματεύσεις με την ομοσπονδιακή κυβέρνηση, που θα μπορούσαν να διαρκέσουν χρόνια, βυθίζοντας την αγορά σε αβεβαιότητα.

Η πρόταση για το νόμισμα φέρνει στο προσκήνιο νέες προκλήσεις. Η υιοθέτηση του αμερικανικού δολαρίου, για τη «διασφάλιση» της οικονομικής συνέχειας, μπορεί να προσφέρει σταθερότητα, αλλά ενέχει τον κίνδυνο να αυξήσει την οικονομική και πολιτιστική εξάρτηση από τις ΗΠΑ.

Σε μια εποχή όπου η Τεχνητή Νοημοσύνη και η παγκόσμια τεχνολογία μιλούν κατά βάση Αγγλικά, η προσπάθεια για αυστηροποίηση των γλωσσικών κανονισμών φαντάζει ως ένας δύσκολος αγώνας, ενάντια στο ρεύμα της εποχής.

Στελέχη της αντιπολίτευσης σχολίασαν, ότι η υπόσχεση για διατήρηση της καναδικής υπηκοότητας, ενώ εγκαταλείπεται το εθνικό σύστημα, είναι ένα «πολιτικό τρικ».

Με το 17% του πληθυσμού να αποτελείται από αλλογενείς, η έννοια του «εθνικισμού» επαναπροσδιορίζεται. Η ιστορική δυσαρέσκεια πολλών Γαλλο-Κεμπεκουά προς τον υπόλοιπο Καναδά παραμένει ζωντανή, ωστόσο η πραγματικότητα είναι ότι το Κεμπέκ έχει κερδίσει μια προνομιακή θέση εντός της Συνομοσπονδίας, απολαμβάνοντας απόλυτα δικαιώματα.

Συνεπώς, το στοίχημα για το Parti Québécois είναι πλέον ξεκάθαρο: Μπορεί να πείσει μια σύγχρονη, υλιστική κοινωνία, ότι το όραμα ενός κυρίαρχου έθνους αξίζει τις μακρόχρονες θυσίες και τις στερήσεις που θα απαιτηθούν;

Η επιτυχία του θα εξαρτηθεί από το αν μπορεί να αποδείξει ότι η ανεξαρτησία δεν είναι απλώς ένα συναίσθημα, αλλά ένα βιώσιμο οικονομικό και κοινωνικό πλάνο που θα ευοδωθεί στο μέλλον…

Είμαστε παροικία δεύτερης κατηγορίας;

Καθώς περιμένουμε να αναγνωριστεί από την Καναδική βουλή ο μήνας Μάρτιος, ως μήνας της Ελληνικής κληρονομιάς, μια άλλη παροικία, για άλλη μια χρονιά, γιόρτασε το μήνα Ιανουάριο, το δικό της μήνα κληρονομιάς. Πρόκειται για το Μήνα Ταμιλικής Κληρονομιάς. Ο μήνας συνδέεται με το Thai Pongal, μία από τις σημαντικότερες εορτές ευχαριστίας των Ταμίλ, που σηματοδοτεί ανανέωση και ελπίδα.

Συγκεκριμένα, την Κυριακή 18 Ιανουαρίου, πάνω από 3.000 άτομα της παροικίας των Ταμίλ, γιόρτασαν το μήνα της κληρονομιάς τους. Στη μεγάλη εκδήλωση που έγινε στο CHATEAU ROYAl, συμμετείχαν από όλα τα επίπεδα των κυβερνήσεων – Καναδά, Κεμπέκ και Δήμοι – πάρα πολλοί πολιτικοί, ακόμα και υπουργοί, όπως ο υπουργός Κληρονομιάς του Καναδά Marc Miller, καθώς και η δήμαρχος του Μόντρεαλ Soraya Martinez. Βλέπετε, η οντότητα που παρουσιάζει η παροικία των Ταμίλ, δεν περνά απαρατήρητη στα διάφορα πολιτικά επίπεδα…

Δεν ξέρω πως τα κατάφεραν, αλλά το βρίσκω παράδοξο ότι το 2016, κατάφεραν να περάσουν ομόφωνα από την Καναδική βουλή το ψήφισμα Μ-24 που αναγνωρίζει και τιμά τη συμβολή των Ταμίλ – Καναδών, καθιερώνοντας το μήνα Ιανουάριο ως το Μήνα Κληρονομιάς των Ταμίλ.

Και το βρίσκω παράδοξο, διότι η παροικία των Ταμίλ έφθασε στον Καναδά μόλις τη δεκαετία του ’80, ενώ η δικιά μας παροικία συμβάλει στη κοινωνία και στην οικονομική ανάπτυξη του Καναδά από το 19ο αιώνα!

Αξίζει να ξέρουμε, ότι πριν τις προηγούμενες καναδικές εκλογές υπήρχαν 6 άτομα Ταμίλ στα έδρανα της Καναδικής βουλής. Με ιδιαίτερη πολιτική άνοδο της νυν υπουργού εξωτερικών του Καναδά, Anita Anand. Από το 2019, η Anand έχει υπηρετήσει στα πιο κύρια υπουργεία της καναδικής κυβέρνησης, όπως: Εξωτερικών, Βιομηχανίας, Μεταφορών, Εμπορίου, Θησαυροφυλακίου, Εθνικής Άμυνας και Δημόσιων Προμηθειών! Επιπλέον, στις ομοσπονδιακές εκλογές του 2025, εξελέγησαν και άλλα δύο άτομα Ταμιλικής καταγωγής.

Θα μου πείτε, κι εμείς έχουμε τρία άτομα στην ομοσπονδιακή φιλελεύθερη κυβέρνηση, τις Λαμπροπούλου και Κουτράκη, και τον Φραγκισκάτο, καθώς και τη Niki Ashton του NDP. Πιστεύω όμως, ότι θα έπρεπε να είχαμε περισσότερα άτομα στο κοινοβούλιο του Καναδά, καθώς και στα άλλα πολιτικά επίπεδα της χώρας. Επίσης, πάλι μας «τρώνε» οι Ταμίλ, μια και έχουν υπουργό από το 2019.

Εδώ πρέπει να σημειώσω, ότι η μη επανεκλογή της Μαίρη Ντέρου θα έχει γενικά επιπτώσεις στην παροικία μας και στους συμπάροικους, που τώρα πολλοί από αυτούς κατάλαβαν, ότι η γραμμή επικοινωνίας που είχαν στην περιοχή του Παρκ Εξτένσιον «κόπηκε» λόγω αμέλειας και απάθειας.

ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΕΙΣ…

Εκτός από την αναγνώριση του Ιανουαρίου ως μήνας κληρονομιάς των Ταμίλ, η Καναδική κυβέρνηση έχει αναγνωρίσει και άλλους Μήνες Κληρονομιάς: Ο Φεβρουάριος αναγνωρίστηκε το 1995 μήνας της Ιστορίας των Μαύρων, ο Μάρτιος έχει αναγνωριστεί από το 2017 Μήνας Κληρονομιάς των Ιρλανδών.

Ερώτηση: Εφόσον ο Μήνας Μάρτιος είναι για την κληρονομιά των Ιρλανδών, θα μπορούσε επίσης να αναγνωριστεί και ως Μήνας Ελληνικής Κληρονομιάς; Την απάντηση θα τη βρούμε παρακάτω, στο Μήνα Μάιο. Πριν όμως να ξέρουμε, ότι ο Απρίλιος αναγνωρίστηκε το 2019 ως Μήνας Κληρονομιάς των Σιχ.

Και ερχόμαστε στο Μάιο. Αυτός ο μήνας είναι αναγνωρισμένος από το 2002 ως Μήνας Κληρονομιάς των Ασιατών, από το 2018 ως Μήνας Κληρονομιάς των Εβραίων και από το 2019 ως Μήνας Κληρονομιάς των Πολωνών. Ο δε Ιούνιος είναι αναγνωρισμένος από το 2009 ως Μήνας της Ιστορίας των Ιθαγενών, καθώς επίσης από το 2010 έχει αναγνωριστεί ως Μήνας Κληρονομιάς των Ιταλών, από το 2018 Μήνας Κληρονομιάς των Φιλιππινέζων και από το 2017 ως Μήνας Κληρονομιάς των Πορτογάλων. Μετά περνάμε στον Οκτώβριο, που έχει αναγνωριστεί, ήδη από το 1992, ως Μήνας Ιστορίας των γυναικών, από το 2007 ως Μήνας Κληρονομιάς των Ισλαμιστών και πιο πρόσφατα, το 2018, ως Μήνας Κληρονομιάς των Λατινοαμερικανών. Ο Νοέμβριος τέλος, αναγνωρίστηκε το 2021 ως Μήνας Κληρονομιάς των Λιβανέζων και το 2022 ως Μήνας Κληρονομιάς των Ινδών.

ΓΙΑΤΙ ΑΥΤΟΙ ΚΑΙ ΟΧΙ ΕΜΕΙΣ;

Τι έκανε λοιπόν όλα αυτά τα χρόνια η οργανωμένη παροικία, για να θεσπιστεί ο Μήνας Μάρτιος ως μήνας Ελληνικής Κληρονομιάς; Μια τρύπα στο νερό! Ναι μεν υπήρχαν προτάσεις, και επαναλαμβανόμενα αιτήματα, αλλά χωρίς κανένα αποτέλεσμα.

Ας είμαστε ειλικρινείς. Το Κοινοβούλιο του Καναδά δε λειτουργεί με ιστορικό συναίσθημα. Λειτουργεί με πολιτική πίεση, οργάνωση και επιμονή. Και σε αυτά τα τρία, αποτύχαμε. Δεν είχαμε μία φωνή – είχαμε πολλές και… τσακωμένες.

Καμία παροικία δεν πέτυχε αναγνώριση Μήνα Κληρονομιάς επειδή ήταν «αρχαία» ή «ιστορική». Το πέτυχε επειδή παρουσιάστηκε ενιαία. Εμείς παρουσιαστήκαμε με διαφορετικά κογκρέσα που βρισκόντουσαν σε διαμάχη, και ακόμα με… προσωπικές ατζέντες και με εσωτερικούς πολέμους.

Η Βουλή δε συνομιλεί με παροικίες σε εμφύλιο. Συνομιλεί με συγκροτημένες πολιτικές οντότητες. Πράγμα που έχει σχεδόν μηδενιστεί, αν συγκρίνουμε τις δεκαετίες των ‘80 και ‘90.

Όταν εμείς μαλώναμε για καρέκλες, οι άλλες παροικίες περνούσαν νομοσχέδια… Μπερδέψαμε την προβολή με την πολιτική. Κάναμε μεγάλες εκδηλώσεις. Γεμίσαμε αίθουσες. Βγάλαμε φωτογραφίες με υπουργούς. Και νομίσαμε ότι αυτό αρκεί.

Δεν αρκεί. Η αναγνώριση Μήνα Κληρονομιάς δε γίνεται με δεξιώσεις. Γίνεται με οργανωμένο σχέδιο, με συνομιλίες με όλα τα κόμματα στη βουλή. Εμείς νομίσαμε ότι η Ιστορία αρκεί.

«Είμαστε εδώ από το 19ο αιώνα». Σωστό. «Συμβάλαμε στην οικονομία και στην κοινωνία». Σωστό.

Αλλά η Βουλή και τα κόμματα ρωτάνε κάτι άλλο: Πόσους ψηφοφόρους κινητοποιείτε σήμερα; Πόσους βουλευτές επηρεάζετε; Πόσο κοστίζει πολιτικά να σας αγνοήσουν; Σε αυτά, δεν είχαμε απάντηση.

Οι Ταμίλ, παρότι νεότερη παροικία, είχαν εκλογική βαρύτητα και πολιτική πειθαρχία. Εμείς είχαμε μνήμη – όχι πολιτική δύναμη.

Μέχρι πότε; Το ερώτημα δεν είναι αν «μας αδικούν». Το ερώτημα είναι: Πότε θα σοβαρευτούμε πολιτικά ως παροικία;

Μόνο όταν αποκτήσουμε πραγματικά ενιαία φωνή, σαφή στρατηγική και επιμονή, χωρίς εσωτερικές μικρότητες.

Μέχρι τότε, ας μην ψάχνουμε ενόχους αλλού. Ο καθρέφτης αρκεί. Από «φρου φρου κι αρώματα» δεν μπορώ να πω, πρέπει να είμαστε πρώτοι ως παροικία. Αλλά για όλα τα άλλα μάλλον τρίτοι και… καταϊδρωμένοι. Έως πότε;

Κόστος ζωής: Ο πολιτικός αντίκτυπος, οι επόμενοι μήνες και οι επιπτώσεις από την εκλογική πολιτική

0

Γράφει ο David Coletto*

Το δείγμα των 1500 Καναδών που ρωτήθηκαν πρόσφατα, σε δημοσκόπηση της Abacus Data, ήταν ξεκάθαρο. Το 67% απάντησε ότι το κόστος ζωής εν έτη 2026 είναι το χειρότερο που έχει υπάρξει στον Καναδά! Ποιος είναι όμως ο πολιτικός αντίκτυπος για την κατάσταση αυτή που έχει διαμορφωθεί; Ποια σημασία έχουν οι επόμενοι μήνες και ποιες θα είναι οι επιπτώσεις της κυβερνητικής πολιτικής; Ας τα δούμε όλα με τη σειρά:

Καταρχήν, οι πολιτικές συνέπειες των ανησυχιών για την οικονομική προσιτότητα είναι ορατές, αλλά δεν έχουν ακόμη αποκρυσταλλωθεί πλήρως. Μεταξύ των Καναδών που λένε ότι το κόστος ζωής είναι κορυφαίο ζήτημα γι’ αυτούς, η πρόθεση ψήφου ευνοεί τους Συντηρητικούς στο 44%, με τους Φιλελεύθερους στο 38% και το NDP στο 8%.

Η κυβερνητική έγκριση αλλάζει επίσης. Μεταξύ εκείνων που δίνουν προτεραιότητα στο κόστος ζωής, το 41% εγκρίνει τις επιδόσεις της κυβέρνησης, το 20% είναι ουδέτερο και το 39% αποδοκιμάζει. Μεταξύ όλων των άλλων, η έγκριση αυξάνεται στο 57%, με την αποδοκιμασία να πέφτει στο 28%.

Το ίδιο μοτίβο εμφανίζεται στις εντυπώσεις του πρωθυπουργού Μαρκ Κάρνεϊ. Μεταξύ εκείνων που δίνουν προτεραιότητα στο κόστος ζωής, η καθαρή του εντύπωση είναι οριακά θετική στο +2, με 40% θετική και 38% αρνητική. Μεταξύ όλων των άλλων, η καθαρή του εντύπωση αυξάνεται απότομα στο +20, με 52% θετική και 30% αρνητική.

Αυτά τα κενά έχουν σημασία. Δείχνουν ότι οι ανησυχίες σχετικά με την οικονομική προσιτότητα συνδέονται με ασθενέστερη έγκριση και πιο ήπιες προσωπικές αξιολογήσεις. Ταυτόχρονα, δείχνουν επίσης ότι το θέμα δεν έχει γίνει ακόμη καθοριστική πολιτική ευθύνη για την κυβέρνηση Carney.

ΓΙΑΤΙ Η ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΠΡΟΣΙΤΟΤΗΤΑ

ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΑΚΟΜΗ «ΣΠΑΣΕΙ» ΠΟΛΙΤΙΚΑ

Υπάρχουν διάφοροι λόγοι για τους οποίους το κόστος ζωής, παρά την έντασή του, δεν έχει ακόμη μεταφραστεί πλήρως σε πολιτικό σημείο ρήξης. Πολλοί Καναδοί βλέπουν την οικονομική προσιτότητα ως διαρθρωτική και παγκόσμια και όχι ως αποτέλεσμα αποφάσεων μιας μεμονωμένης κυβέρνησης. Αυτό μετριάζει την ευθύνη, ακόμη και όταν η απογοήτευση παραμένει υψηλή.

Η κυβέρνηση Κάρνεϊ έχει λάβει κάποια μέτρα για να δείξει ότι είναι συμπονετική για το θέμα. Εξάλειψε την τιμή του άνθρακα, μείωσε τους φόρους εισοδήματος, έκανε μόνιμο το εθνικό πρόγραμμα σχολικών τροφίμων και ξεκίνησε την αυτόματη φορολογική δήλωση για τους Καναδούς με χαμηλότερο εισόδημα, για να διασφαλίσει ότι μπορούν να έχουν πρόσβαση σε κρατικά επιδόματα.

Η οικονομική προσιτότητα ανταγωνίζεται επίσης άλλες ανησυχίες αντί να τις παραγκωνίζει. Ο Τραμπ, το εμπόριο, η υγειονομική περίθαλψη και η παγκόσμια αστάθεια, τοποθετούνται πάνω από τις πιέσεις κόστους, δημιουργώντας μια περίπλοκη ατζέντα και όχι ένα μοναδικό δημοψήφισμα που μπορεί να είναι μοναδικά καναδικό.

ΓΙΑΤΙ ΕΧΟΥΝ ΣΗΜΑΣΙΑ

ΟΙ ΕΠΟΜΕΝΟΙ ΜΗΝΕΣ

Ο συγχρονισμός μπορεί να αλλάξει τη δυναμική. Την περίοδο των εορτών οι δαπάνες αυξήθηκαν, ακόμη και για τα νοικοκυριά που βρίσκονται υπό πίεση. Βρισκόμαστε ήδη στον Ιανουάριο, που είναι ο μήνας που φτάνουν οι λογαριασμοί πιστωτικών καρτών, οι αποταμιεύσεις φαίνονται πιο αραιές και η οικονομική συμπίεση μετά τις διακοπές ξεκινά.

Αυτό το εποχιακό μοτίβο έχει τη δυνατότητα να εντείνει τις ανησυχίες για την οικονομική προσιτότητα τους πρώτους μήνες του νέου έτους. Για τις κυβερνήσεις, τα ιδρύματα και τις οργανώσεις υπεράσπισης, αυτή είναι μια στιγμή που η ενσυναίσθηση, ο τόνος και η συνάφεια, θα έχουν μεγαλύτερη σημασία από τη φιλοδοξία ή την αφαίρεση.

ΕΠΙΠΤΩΣΕΙΣ ΠΕΡΑ ΑΠΟ

ΤΗΝ ΕΚΛΟΓΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Τα ευρήματα έχουν επίσης σαφείς επιπτώσεις για τις ενώσεις, τις εταιρείες και τους μη κερδοσκοπικούς οργανισμούς που διαμορφώνουν τις ατζέντες υπεράσπισης. Η οικονομική προσιτότητα έχει γίνει ένα τεστ αξιοπιστίας. Το κοινό φιλτράρει τα μηνύματα μέσω του δικού του οικονομικού άγχους και οι προτάσεις που δε συνδέονται σαφώς με τον αντίκτυπο στα νοικοκυριά, κινδυνεύουν να απορριφθούν ως εκτός πραγματικότητας.

Για τις επιχειρήσεις και τους βιομηχανικούς ομίλους, τα επιχειρήματα σχετικά με την ανάπτυξη, την ανταγωνιστικότητα ή την καινοτομία, θα έχουν απήχηση μόνο εάν συνδέονται ρητά με τη σταθερότητα, την προβλεψιμότητα και την ελάφρυνση του κόστους για τους καταναλωτές ή τους εργαζόμενους.

Προς το παρόν, το κόστος ζωής παραμένει προειδοποιητικό φως και όχι κόκκινο φως για την κυβέρνηση Κάρνεϊ. Αλλά η ένταση του συναισθήματος, σε συνδυασμό με τις εποχιακές πιέσεις και τα εύθραυστα οικονομικά των νοικοκυριών, σημαίνει ότι το ζήτημα είναι απίθανο να ξεθωριάσει ήσυχα στο παρασκήνιο.

*Ιδρυτής, Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος της Abacus Data

Ίμια (1996): Τι θα μπορούσε να είχε γίνει αλλιώς

0

Το κείμενο γράφτηκε την επόμενη μέρα της κρίσης…

Γράφει ο Σταύρος Λυγερός*

«Η κρίση για τη νησίδα Ίμια (1996) έχει πολλαπλές επιπτώσεις, που θα φανούν στο προσεχές μέλλον. Η Τουρκία όχι μόνο διεκδίκησε έδαφος, αλλά και ενέγραψε ισχυρή πολιτική υποθήκη».

Με αυτή τη φράση αρχίζει άρθρο μου που γράφτηκε την επομένη της κρίσης στα Ίμια και δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Επενδυτής». Η αναφορά σ’ αυτό που συνέβη πριν 30 χρόνια δεν έχει καθόλου να κάνει μόνο με την Ιστορία. Αφορά με τον πιο άμεσο τρόπο και το παρόν της ελληνοτουρκικής διένεξης.

Εάν εκείνη η κρίση στα Ίμια (1996) είχε εξελιχθεί διαφορετικά, και η κατάσταση σήμερα στο μέτωπο με την Τουρκία θα ήταν πολύ διαφορετική. Πληρώνουμε όλα αυτά τα 30 χρόνια και θα πληρώνουμε εκείνη την ήττα. Αναδημοσιεύω εκείνο το άρθρο μου, επειδή το θεωρώ επίκαιρο και κυρίως επειδή δείχνει επιγραμματικά μία άλλη πολιτική και μάλιστα τότε, όχι με την απόσταση του χρόνου.

Η συνέχειά του είχε ως εξής: «Το αίσθημα ταπείνωσης της κοινής γνώμης και οι οξύτατες αντιθέσεις στους κόλπους της κυβέρνησης για τον επιμερισμό των ευθυνών, είναι η μία μόνο πλευρά του προβλήματος. Η πρόκληση θερμού επεισοδίου, με σκοπό η Ελλάδα να συρθεί σε διαπραγματεύσεις για το καθεστώς του Αιγαίου, είναι ένα ενδεχόμενο που συζητείται από το Σεπτέμβριο του 1994. Ο «Επενδυτής» είχε από τότε γράψει σχετικά, προειδοποιώντας ότι η νέα αμερικανική διπλωματία (και βεβαίως η Άγκυρα) αρέσκεται στο δόγμα «η κρίση είναι η μήτρα επιβολής ρυθμίσεων». Η τουρκική πλευρά δοκίμασε την αντοχή και την αποφασιστικότητα της νέας ελληνικής κυβέρνησης και εξήγαγε επικίνδυνα συμπεράσματα.

» Η πάγια τουρκική τακτική είναι να εγείρει επεκτατικές διεκδικήσεις και στη συνέχεια να μας καλεί να διαπραγματευθούμε, δηλαδή να μοιράσουμε τα δικά μας δικαιώματα. Το επεισόδιο στα Ίμια είναι κάτι περισσότερο: Είναι η πρώτη φορά που η Άγκυρα όχι μόνο διεκδίκησε έδαφος, αλλά και δημιούργησε τετελεσμένο, εγγράφοντας ισχυρή πολιτική υποθήκη. Γι’ αυτό και ηχεί ειρωνικά η διαβεβαίωση του Κώστα Σημίτη στη Βουλή, ότι δεν άλλαξε τίποτα απ’ ό,τι ίσχυε πριν. Είναι προφανές ότι η τουρκική νίκη, που ταπείνωσε το ελληνικό έθνος, θα παροξύνει τις επεκτατικές πιέσεις της Άγκυρας και θα φέρει πιο κοντά τον κίνδυνο της αναμέτρησης.

» Η πείρα έχει αποδείξει, ότι κάθε υποχώρηση της Ελλάδας με μαθηματική ακρίβεια οδηγεί σε κλιμάκωση των επεκτατικών προκλήσεων της Άγκυρας και φέρνει πιο κοντά τη σύρραξη. Κι αυτό, γιατί όσο υποχωρούμε τόσο εδραιώνουμε την εντύπωση της Άγκυρας, ότι για να επιτύχει τον κάθε φορά στόχο της δεν έχει παρά να μας εκβιάζει με πόλεμο. Θα πρέπει να τονισθεί, ότι η Τουρκία είναι πολύ πιο απρόθυμη να κάνει πόλεμο, γιατί έχει ανοικτό το κουρδικό μέτωπο, αντιπάλους σ’ όλη την περίμετρο των συνόρων της και εκρηκτικές ταξικές αντιθέσεις. Ξέρει όμως άριστα, πως να χρησιμοποιεί την απειλή του πολέμου, για να δημιουργεί τετελεσμένα και να προωθεί τις επεκτατικές επιδιώξεις του.

ΤΟ ΦΟΒΗΤΡΟ ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ ΣΤΑ ΙΜΙΑ (1996)

» Η συνέπεια της θέσης ότι η Ελλάδα πρέπει πάση θυσία να αποφύγει τον πόλεμο, είναι η κατάργηση των ενόπλων δυνάμεων, αφού έχει αποκλεισθεί εξ αρχής η χρησιμοποίηση της αμυντικής ισχύος. Θέλουμε, όμως, να γίνουμε «φόρου υποτελείς» του σουλτάνου; Από οικονομικής απόψεως μπορεί να μας στοιχίσει και λιγότερο, αφού θα εξοικονομήσουμε τεράστια κονδύλια που δίνουμε για αμυντικές δαπάνες και δε θα υπάρχει στρατιωτική θητεία. Εάν αυτή είναι η λογική της κυβέρνησης, ας το πει ευθέως.

» Όσο η Ελλάδα αποφεύγει να αναλάβει την ευθύνη μίας σθεναρής κι αποφασιστικής αντίστασης, η Άγκυρα θα είναι ο καλύτερος προβοκάτορας, γιατί έχει μόνο να κερδίσει. Τη μέθοδο πρόκλησης κρίσης την ξέρει απ’ έξω κι ανακατωτά, γιατί την έχει εφαρμόσει επανειλημμένως. Μόνο η ελληνική πολιτική ηγεσία αιφνιδιάσθηκε. Αυτή ξέρει άριστα τη μέθοδο να μετακυλύει τις ευθύνες στις ένοπλες δυνάμεις.

» Τα λάθη της Αθήνας σ’ αυτή την κρίση ήταν αλλεπάλληλα. Το πρώτο ήταν η στρατικοποίηση του προβλήματος με την αποστολή αγήματος. Θα αρκούσε να σταλεί εκεί κάποια πολιτική αρχή (λιμενικοί) για να υποδηλώσει ότι η βραχονησίδα είναι μέρος της ελληνικής επικράτειας. Από τη στιγμή, όμως, που έστειλε στρατιώτες, γιατί δεν έστειλε και στη διπλανή, όπου αποβιβάσθηκαν οι Τούρκοι κομάντος;

» Η κυβέρνηση γνώριζε ότι υπήρχε ενδεχόμενο αποβίβασης Τούρκων κομάντος. Το λάθος της ήταν ότι έθεσε ως στόχο των ελληνικών ναυτικών μονάδων να επιτηρήσουν την περιοχή για να αποτρέψουν την αποβίβαση. Κι αυτό, γιατί σε συνθήκες νύκτας και κακών καιρικών συνθηκών, είναι σχετικά εύκολο να ξεφύγει της προσοχής μία λέμβος με κομάντος και να δημιουργηθεί η εντύπωση τουρκικής στρατιωτικής επιτυχίας.

ΤΟ ΜΟΙΡΑΙΑ ΣΦΑΛΜΑ ΣΤΑ ΙΜΙΑ (1996)

» Το μοιραίο σφάλμα ήταν ότι η κυβέρνηση Σημίτη εγκλωβίσθηκε στο ψευδές δίλημμα «πόλεμος ή υποχώρηση». Όταν αποβιβάσθηκαν οι Τούρκοι κομάντος, άλλωστε, η κυβέρνηση Σημίτη είχε ήδη δεχθεί τη φόρμουλα Χόλμπρουκ. Γι’ αυτό και απέρριψε την πρόταση Λυμπέρη να εκκαθαρίσει τη δεύτερη βραχονησίδα. Φοβήθηκε ότι μία τέτοια ενέργεια θα κλιμάκωνε καθέτως την αντιπαράθεση κι αυτό θα χρεωνόταν στην Ελλάδα.

» Κι όμως, στο δίλημμα «πόλεμος ή υποχώρηση», υπήρχε και τρίτη λύση, που θα έβγαζε την Ελλάδα νικήτρια, χωρίς να διακινδυνεύσει την πρόκληση σύρραξης. Στη θεωρία της διαχείρισης κρίσεων είναι «αλφαβήτα» ότι σ’ ένα τετελεσμένο απαντάς με ένα ισοδύναμο τετελεσμένο για να διατηρήσεις την ισορροπία και να μην αποκτήσει η αντίπαλη πλευρά διαπραγματευτικό πλεονέκτημα. Αυτό ήταν εφικτό, επειδή κοντά στη θαλάσσια μεθοριακή γραμμή υπάρχουν εκατοντάδες ελληνικές βραχονησίδες και αρκετές τουρκικές. Ούτε οι μεν ούτε οι δε φυλάσσονταν.

» Μόλις η κυβέρνηση έμαθε την αποβίβαση των Τούρκων στη νησίδα Ίμια, θα έπρεπε να είναι έτοιμη να αποβιβάσει αμέσως ανάλογο αριθμό Ελλήνων κομάντος σε μία από τις γειτονικές τουρκικές βραχονησίδες, υποστηρίζοντάς τους με την παρουσία ναυτικών μονάδων. Με τον τρόπο αυτό, όχι μόνο θα είχε εξισορροπήσει τις πολιτικές εντυπώσεις, αλλά και θα είχε ανταποδώσει τα ίσα, χωρίς να κατηγορηθεί ότι κλιμάκωσε την αντιπαράθεση.

ΟΙ ΕΠΙΠΤΩΣΕΙΣ ΑΠΟ ΤΑ ΙΜΙΑ (1996)

» Είναι κοινός τόπος ότι σε περιπτώσεις κρίσης, η τάση της διεθνούς κοινότητας είναι να πιέζει τα εμπλεκόμενα μέρη σε διάλογο και σε συμβιβασμό. Εάν η Αθήνα είχε αμέσως δημιουργήσει ισοδύναμο τετελεσμένο, θα είχε όλη την άνεση να αποδεχθεί και την αμερικανική μεσολάβηση και κάθε ισόρροπη αποκλιμάκωση, γιατί θα ήταν από διαπραγματευτικής απόψεως ακριβώς στην ίδια θέση με την Άγκυρα. Δυστυχώς, οι φοβισμένοι και σπασμωδικοί χειρισμοί της κυβέρνησης Σημίτη οδήγησαν τη χώρα σε ταπείνωση, τη στιγμή που υπήρχαν όλες οι προϋποθέσεις για το αντίθετο. Το ελληνικό Ναυτικό στην περιοχή είχε τακτικό πλεονέκτημα.

» Το επόμενο βήμα της Τουρκίας θα είναι να επεκτείνει την αμφισβήτηση της ελληνικής κυριαρχίας πέρα από τα Ίμια και σε βραχονησίδες του ανατολικού Αιγαίου, που απέχουν αρκετά από τη θαλάσσια μεθοριακή γραμμή. Στόχος της Άγκυρας δεν είναι να επεκτείνει κατά δύο-τρία μίλια δυτικότερα τα θαλάσσια σύνορά της με την Ελλάδα, αλλά να μετατρέψει σε αμφισβητούμενης κυριαρχίας ζώνη ένα σημαντικό τμήμα του Αιγαίου.

» Η δήλωση Τσιλέρ στη Χουριέτ ήταν σαφέστατη. Η διεκδίκηση ελληνικών βραχονησίδων αποσκοπεί στο να τις μετατρέψει σε περιοχές αμφισβητούμενης κυριαρχίας και κατ’ αυτόν τον τρόπο να ανοίξει το δρόμο για εφ’ όλης της ύλης συγκυριαρχία στο Αιγαίο. Συνδέεται, επίσης, με την τουρκική πίεση για αποστρατικοποίηση των νησιών του ανατολικού Αιγαίου. Με το θόρυβο που δημιουργεί επιχειρεί να φέρει από άλλο δρόμο στην επιφάνεια το θέμα της οχύρωσης των ανατολικών Σποράδων (Λέσβου, Χίου, Σάμου κ.λπ.) και της Δωδεκανήσου και κατ’ αυτό τον τρόπο να προωθήσει συνολικές ρυθμίσεις».

*Ο Σταύρος Λυγερός είναι δημοσιογράφος. Έχει εργασθεί σε εφημερίδες (για 23 χρόνια στην Καθημερινή), ραδιοφωνικούς και τηλεοπτικούς σταθμούς. Σήμερα είναι διευθυντής του ιστότοπου SLpress.gr 

30 χρόνια μετά: Τα Ίμια δοκιμάζουν τις σχέσεις Κυριάκου – Σημιτισμού

0

Γράφει η Νεφέλη Λυγερού*

Τα Ίμια, δύο μικροσκοπικές βραχονησίδες του νοτιοανατολικού Αιγαίου, μέχρι και τα Χριστούγεννα του 1995 ήταν σχετικά άγνωστα. Κανείς δε διέμενε μόνιμα εκεί. Ένας Καλύμνιος τα επισκεπτόταν καθημερινά για να φροντίσει τα κατσίκια του που βοσκούσαν αμέριμνα και αρκετοί συντοπίτες του ψαράδες με τα καΐκια τους. Και όμως, εκεί έμελλε να πληγωθεί ανεπανόρθωτα το εθνικό γόητρο, εξαιτίας λαθών τόσο σε στρατιωτικό, όσο κυρίως σε πολιτικό επίπεδο.

Τα Ίμια προκάλεσαν εκρηκτική αντιπαράθεση στη Βουλή, μεταξύ των κοινοβουλευτικών εκπροσώπων Μακάριου Λαζαρίδη (ΝΔ) και Παύλου Χρηστίδη (ΠΑΣΟΚ), με αφορμή τις ευθύνες της κυβέρνησης Σημίτη κατά την κρίση. Ο Λαζαρίδης μίλησε για «γκριζάρισμα» περιοχών του Αιγαίου, επικρίνοντας τους χειρισμούς τού τότε πρωθυπουργού, προκαλώντας την οργισμένη αντίδραση του ΠΑΣΟΚ και του ίδιου του αρχηγού του, Νίκου Ανδρουλάκη.

Το ΠΑΣΟΚ ανέφερε ότι δεν υπάρχει κανένα «γκριζάρισμα» στο Αιγαίο και χαρακτήρισε ντροπιαστικές τις δηλώσεις Λαζαρίδη, ο οποίος αρνήθηκε να ανακαλέσει. Ο κ. Λαζαρίδης είχε πει μεταξύ άλλων, απευθυνόμενος στο ΠΑΣΟΚ, ότι «οδηγήσατε τρεις πιλότους στο θάνατο» και πως η κρίση έδωσε το πάτημα στην Τουρκία για τη Γαλάζια Πατρίδα, υπενθυμίζοντας και τη δήλωση του Θεόδωρου Πάγκαλου για τη «σημαία που πήρε ο αέρας».

Τις δηλώσεις Λαζαρίδη κλήθηκε να σχολιάσει ο υπουργός Εξωτερικών, Γιώργος Γεραπετρίτης, ο οποίος πήρε αποστάσεις, αναφέροντας ότι το ιδεολόγημα της Τουρκίας δεν έχει «καμία απολύτως βάση και νομικό επιχείρημα». Έπειτα από τις δηλώσεις του, το ΠΑΣΟΚ ζητά από τον πρωθυπουργό να αποπέμψει τον Λαζαρίδη από τη θέση του κοινοβουλευτικού εκπροσώπου.

Με δεδομένο το ότι ο Κυριάκος Μητσοτάκης εμφανίζεται ως ένα είδος συνεχιστή του Κώστα Σημίτη και με πρωτοκλασάτα στελέχη της σημιτικής περιόδου να έχουν ρόλο στις κυβερνήσεις του, η αντιπαράθεση Λαζαρίδη – ΠΑΣΟΚ αποκτά και εσωκομματική διάσταση. Ουσιαστικά, ο Λαζαρίδης υπενθύμισε τη στάση που είχε κρατήσει η ΝΔ εκείνη την περίοδο, με πρωτοφανείς τότε εντάσεις στη Βουλή και με χαρακτηρισμούς όπως «προδότες» από την πλευρά της ΝΔ και «πατριδοκάπηλοι» από πλευράς ΠΑΣΟΚ.

Ακολούθησαν οι αποχωρήσεις της ΝΔ, αλλά και της Πολιτικής Άνοιξης του Αντώνη Σαμαρά, από τη συνεδρίαση και συνεχείς διακοπές, τόσο από βουλευτές της ΝΔ, όσο και του ΠΑΣΟΚ, κατά τις ομιλίες των τριών πρωταγωνιστών της κρίσης από ελληνικής πλευράς: Του πρωθυπουργού, Κώστα Σημίτη, και των υπουργών Εθνικής Άμυνας, Γεράσιμου Αρσένη, και Εξωτερικών, Θεόδωρου Πάγκαλου.

Ο τότε επικεφαλής της ΝΔ, Μιλτιάδης Έβερτ, είχε ζητήσει την παραίτηση της κυβέρνησης, την οποία χαρακτήρισε «ανίκανη», ενώ, απευθυνόμενος στον πρωθυπουργό και τους υπουργούς, είπε πως «σ’ αυτές τις περιπτώσεις δεν προκαλούν το Κοινοβούλιο, κάνουν χαρακίρι» και ότι η απόσυρση ελληνικών στρατιωτικών δυνάμεων και η υποστολή της σημαίας «συνιστούν εγκατάλειψη εθνικού εδάφους. Αποτελούν πράξη προδοσίας».

30 ΧΡΟΝΙΑ ΠΡΙΝ ΣΤΑ ΙΜΙΑ

30 χρόνια μετά, το ζήτημα δεν έχει σβήσει από τη μνήμη, με πληθώρα ντοκιμαντέρ και ειδικών εκδόσεων στον Τύπο να ασχολούνται με την πρωτοφανή σε ένταση ελληνοτουρκική κρίση, που είχε φέρει τις δύο χώρες στα πρόθυμα του πολέμου. Όμως, όντως με αφορμή αυτήν την κρίση, η Άγκυρα λανσάρισε την καινοφανή και ανυπόστατη αναμφισβήτητα θεωρία της περί «γκρίζων ζωνών», με την οποία για πρώτη φορά διεκδίκησε, όχι απλά ελληνικά κυριαρχικά δικαιώματα, αλλά και ελληνικό έδαφος.

Με μία τραβηγμένη από τα μαλλιά «ερμηνεία» της Συνθήκης της Λοζάνης, οι Τούρκοι χαρακτήρισαν ένα μεγάλο αριθμό ελληνικών βραχονησίδων, αλλά και κατοικημένων μικρών νησιών του ανατολικού Αιγαίου «γκρίζες ζώνες», δηλαδή εδάφη αδιευκρίνιστης εθνικής κυριαρχίας. Αυτά τότε, γιατί πλέον ισχυρίζονται ότι οι «γκρίζες ζώνες» δεν είναι γκρίζες, αλλά τουρκικά εδάφη!

30 χρόνια πριν, λοιπόν, τη νύχτα της 30ης προς την 31η Ιανουαρίου του 1996, η Τουρκία, εκμεταλλευόμενη μια δύσκολη πολιτική συγκυρία στην Ελλάδα, αποβίβασε κομάντος στη μία από τις δύο βραχονησίδες. Είχε προηγηθεί η παραίτηση του ασθενούς πρωθυπουργού Ανδρέα Παπανδρέου και η νέα κυβέρνηση του Κώστα Σημίτη δεν είχε πάρει ακόμα ψήφο εμπιστοσύνης από τη Βουλή.

Μέσα σ’ αυτό το κλίμα πολιτικής ρευστότητας, στις 25 Δεκεμβρίου 1995, το τουρκικό φορτηγό πλοίο «Φιγκέν Ακάτ» είχε προσαράξει κοντά στην ανατολική Ίμια και είχε εκπέμψει σήμα κινδύνου. Το λιμεναρχείο Καλύμνου διέθεσε ρυμουλκό για να αποκολλήσει το τουρκικό πλοίο, αλλά ο Τούρκος πλοίαρχος αρνήθηκε, υποστηρίζοντας ότι βρισκόταν σε τουρκική περιοχή και άρα οι τουρκικές αρχές είχαν την αρμοδιότητα να του προσφέρουν βοήθεια. Με τα πολλά, δύο ελληνικά ρυμουλκά αποκόλλησαν το τουρκικό φορτηγό και το οδήγησαν στο λιμάνι Κιουλούκ της Τουρκίας.

ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΔΡΑΜΑΤΙΚΕΣ

ΑΠΩΛΕΙΕΣ ΤΟΥ ΝΑΥΤΙΚΟΥ

Σαράντα οκτώ ώρες αργότερα, το τουρκικό υπουργείο Εξωτερικών ενημερώνει την ελληνική πρεσβεία ότι υπήρχε θέμα κυριαρχίας στα Ίμια. Παράλληλα, βρίσκεται σε εξέλιξη ο «πόλεμος της σημαίας». Ο δήμαρχος Καλύμνου, Δημήτρης Διακομιχάλης, συνοδευόμενος από τον αστυνομικό διευθυντή και δύο κατοίκους του νησιού, υψώνουν την ελληνική σημαία στα Ίμια. Δύο «δημοσιογράφοι» της  τουρκικής εφημερίδας Χουριέτ πήγαν με ελικόπτερο στη μικρή Ίμια, κατεβάζουν την ελληνική σημαία και υψώνουν την τουρκική. Βιντεοσκοπούν την πράξη τους και το βίντεο διαχέεται στα τουρκικά Μέσα Ενημέρωσης και μετά στα διεθνή.

Τη δραματική εκείνη νύχτα, τρία στελέχη του Πολεμικού Ναυτικού – ο υποπλοίαρχος Χριστόδουλος Καραθανάσης, ο υποπλοίαρχος Παναγιώτης Βλαχάκος και ο αρχικελευστής Έκτωρας Γιαλοψός, έχασαν τη ζωή τους. Είναι το πλήρωμα του ελικοπτέρου, που εκτέλεσε αποστολή αναγνώρισης στα Ίμια και συνετρίβη, χωρίς ποτέ να διευκρινιστεί επίσημα εάν το κατέρριψαν οι Τούρκοι κομάντος με τα πυροβόλα όπλα τους.

Ο πρωθυπουργός Κώστας Σημίτης και το ΚΥΣΕΑ είχαν δώσει εντολή στον αρχηγό ΓΕΕΘΑ ναύαρχο Χρήστο Λυμπέρη να στείλει το ελικόπτερο σε αποστολή αναγνώρισης για να διαπιστωθεί εάν πράγματι είχαν αποβιβαστεί στη μία βραχονησίδα Τούρκοι κομάντος. Στις 04.25′ π.μ. η φρεγάτα «Ναβαρίνο» αναφέρει ότι έχει ήδη απογειώσει το ελικόπτερό της, που εκείνη τη στιγμή βρισκόταν πάνω από τη βραχονησίδα και ανέμενε την αναφορά από το πλήρωμά του. Το στίγμα του ελικοπτέρου, όμως, κάποια στιγμή χάνεται από τα ραντάρ.

Το ότι Τούρκοι κατόρθωσαν να αποβιβάσουν ομάδα κομάντος στη μία βραχονησίδα οφείλεται σε παράλειψη της ελληνικής στρατιωτικής ηγεσίας. Ακόμα παραμένει αναπάντητο, γιατί η μικρή Ίμια είχε μείνει αφύλακτη. Κατά τα άλλα, από επιχειρησιακής απόψεως, οι ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις εκείνο το βράδυ ήταν και ετοιμοπόλεμες και με υψηλό ηθικό, έτοιμες να απαντήσουν στην τουρκική πρόκληση.

Ο ΣΗΜΙΤΗΣ ΑΙΦΝΙΔΙΑΣΤΗΚΕ

Η νεοσύστατη κυβέρνηση Σημίτη αιφνιδιάστηκε πλήρως και αποδείχτηκε κατώτερη των περιστάσεων. Είναι ενδεικτικό ότι το ΚΥΣΕΑ συνεδρίαζε στη Βουλή και όχι στο Κέντρο Επιχειρήσεων του ΓΕΕΘΑ. Ο τότε υπουργός Εξωτερικών, Θεόδωρος Πάγκαλος, αντί να βρίσκεται μαζί με τον πρωθυπουργό και τη στρατιωτική ηγεσία, συμμετείχε σε τηλεοπτική εκπομπή στο Mega! Ο δε αρχηγός της ΕΥΠ περίμενε για ώρες έξω από την αίθουσα που συνεδρίαζε το ΚΥΣΕΑ να τον φωνάξουν!

Όση ώρα διήρκησε η τουρκική επιχείρηση, η τότε Τουρκάλα πρωθυπουργός, Τανσού Τσιλέρ, είχε αποφύγει να απαντήσει στις συνεχείς τηλεφωνικές κλήσεις του προέδρου Κλίντον. Οι ΗΠΑ προσπαθούσαν να αποτρέψουν μία πολεμική σύγκρουση, αναλαμβάνοντας ρόλο μεσολαβητή.

Οι Τούρκοι ανταποκρίθηκαν στην αμερικανική διαμεσολάβηση μόνο όταν είχαν ολοκληρώσει το τετελεσμένο τους. Έτσι φτάσαμε στη συμφωνία «όχι πλοία, όχι στρατιώτες, όχι σημαίες», με την οποία ουσιαστικά η Άγκυρα κατάφερε να «γκριζάρει» τις δύο βραχονησίδες, δημιουργώντας ένα προηγούμενο που στη συνέχεια επικαλέστηκε, για να διευρύνει τις ανυπόστατες και εκτός διεθνούς δικαίου επεκτατικές διεκδικήσεις της…

Πηγή: slpress.gr

*Η Νεφέλη Λυγερού είναι δημοσιογράφος. Εκτός από το SLpress.gr εργάζεται στο Πρώτο Θέμα και στην ΕΡΤ. Στο παρελθόν έχει εργαστεί στην εφημερίδα «Επενδυτής», στο περιοδικό «Επίκαιρα», στο περιοδικό «Κάπα» της Καθημερινής και στον Real FM. Πτυχίο κοινωνιολογίας από το Πάντειο πανεπιστήμιο. Δύο μεταπτυχιακά από το πανεπιστήμιο του Λονδίνου και από το πανεπιστήμιο Columbia της Νέας Υόρκης στην Επικοινωνία, στη Δημοσιογραφία και σε Film and TV Studies.

«Σπριντ» μέχρι το Πάσχα για την κυβέρνηση

0

Η ατζέντα των παρεμβάσεων και ο σχεδιασμός μήνα – μήνα

Αποφασισμένη να ανοίξει μια σειρά από «καυτά» θέματα στο διάστημα που μεσολαβεί μέχρι το Πάσχα είναι η ελληνική κυβέρνηση. Στόχος είναι να μπουν σε εφαρμογή μια σειρά ευνοϊκών ρυθμίσεων στο πεδίο της οικονομίας αλλά παράλληλα να ανοίξει και η συζήτηση για μια σειρά θεμάτων πρώτης γραμμής, για τα οποία αναζητούνται ευρύτερες συναινέσεις.

Οι τελευταίες δημοσκοπήσεις δείχνουν πως τα ποσοστά της Νέας Δημοκρατίας κινούνται κοντά στο 30% στην εκτίμηση ψήφου, ενώ παραμένει η απόσταση από το δεύτερο κόμμα που είναι το ΠΑΣΟΚ. Μέσα λοιπόν σε αυτό το πολιτικό τοπίο – και ενώ συνεχίζεται η συζήτηση για τα κυοφορούμενα κόμματα – από την κυβέρνηση δε θέλουν να χάσουν το momentum αλλά επιδιώκουν μία φυγή προς τα εμπρός.

Περίπου δέκα εβδομάδες μεσολαβούν μέχρι το Πάσχα και οι «γαλάζιοι» θέλουν να πατήσουν γκάζι, μετά από μια δύσκολη περίοδο που κυριάρχησε το θέμα των αγροτικών κινητοποιήσεων. Μια σειρά συσκέψεων γίνονται στο Μαξίμου για θέματα της επικαιρότητας, ενώ σταδιακά θα ξεδιπλώνονται πρωτοβουλίες σε διαφορετικούς τομείς.

ΤΟ «ΣΤΟΙΧΗΜΑ» ΤΩΝ ΜΙΣΘΩΝ

Με την πορεία των τιμών να αποτελεί το βασικό πονοκέφαλο των νοικοκυριών, ένα από τα κρισιμότερα στοιχήματα για την κυβέρνηση είναι η αύξηση των μισθών. Στο υπουργικό συμβούλιο του Μαρτίου θα κλειδώσει η νέα αύξηση του κατώτατου μισθού, που θα μπει σε εφαρμογή από την 1η Απριλίου. Να σημειωθεί ακόμα, πως ανάλογα με την αύξηση του κατώτατου μισθού στον ιδιωτικό τομέα, θα αυξηθούν και οι μισθοί των δημοσίων υπαλλήλων. Παράλληλα, θα υπάρξει τον Απρίλιο αύξηση και μιας σειράς επιδομάτων, μεταξύ των οποίων είναι και το επίδομα ανεργίας.

Να σημειωθεί εδώ πως με βάση τον αρχικό σχεδιασμό της κυβέρνησης, ο κατώτατος μισθός το 2027 επρόκειτο να φτάσει στα 950 ευρώ και ο μέσος μισθός τα 1500 ευρώ. Ωστόσο, πληροφορίες αναφέρουν, πως ανοιχτό είναι το ενδεχόμενο στο τέλος της τετραετίας ο κατώτατος μισθός να προσεγγίσει τα 1000 ευρώ, ενώ ο μέσος μισθός θα ξεπεράσει τα 1500 ευρώ.

ΠΡΩΤΟ «ΡΑΝΤΕΒΟΥ» ΓΙΑ

ΤΗΝ ΨΗΦΟ ΤΩΝ ΑΠΟΔΗΜΩΝ

Τη θεσμοθέτηση της επιστολικής ψήφου στις βουλευτικές εκλογές, αποκλειστικά για τους εκλογείς που βρίσκονται εκτός της χώρας, προτείνει η κυβέρνηση. Η πρόταση περιλαμβάνει επίσης τη δημιουργία μιας ειδικής τριεδρικής Περιφέρειας Απόδημου Ελληνισμού, όπου οι εκτός συνόρων εγγεγραμμένοι εκλογείς θα ψηφίζουν όποιον ή όποια επιθυμούν.

Στόχος της κυβέρνησης είναι να εκκινήσει άμεσα ο σχετικός διάλογος και να αναζητηθούν συναινέσεις στο συγκεκριμένο θέμα (καθώς για να ισχύσουν οι νέες ρυθμίσεις στις επόμενες εκλογές απαιτούνται 200 θετικές ψήφοι). Στο πλαίσιο αυτό, ο υπουργός Εσωτερικών Θ. Λιβάνιος έχει απευθύνει πρόσκληση προς τα κόμματα που εκπροσωπούνται στο Κοινοβούλιο, προκειμένου να συμμετάσχουν σε άτυπη διακομματική επιτροπή.

ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΗ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗ:

ΓΙΑ ΠΟΙΑ ΑΡΘΡΑ ΑΝΟΙΓΕΙ Η ΣΥΖΗΤΗΣΗ

«Πολύ σύντομα θα παρουσιάσουμε τη συγκροτημένη μας πρόταση για τη Συνταγματική Αναθεώρηση, διότι θέλω την άνοιξη η σχετική επιτροπή να ξεκινήσει» σημείωσε πρόσφατα ο πρωθυπουργός, δίνοντας μια εικόνα των επόμενων κινήσεων. Από την κυβέρνηση, μεταξύ άλλων, σκοπεύουν να ανοίξουν τη συζήτηση για τα άρθρα: 16 (που αφορά τα μη κρατικά πανεπιστήμια), 24 (για θέματα που έχουν σχέση με το περιβάλλον και τη χωροταξία), 30 (θα κατατεθεί πρόταση, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας να ψηφίζεται για μία και μόνο 6ετή θητεία), 86 (σχετικά με την ποινική ευθύνη υπουργών) καθώς και 103 (για την αξιολόγηση στο δημόσιο τομέα).

Επίσης, αναμένεται να ανοίξει η συζήτηση και για το άρθρο 90 που αφορά τον τρόπο επιλογής της ηγεσίας της δικαιοσύνης (θέμα που είχε τεθεί από το ΠΑΣΟΚ).

Να σημειωθεί εδώ, πως αυτή η Βουλή είναι η προτείνουσα και όσα άρθρα συγκεντρώσουν πλειοψηφία 180 βουλευτών μπορούν να αναθεωρηθούν από την επόμενη Βουλή με 151 «ναι». Ωστόσο, όσα άρθρα περάσουν με πλειοψηφία από 151 έως 179 βουλευτές χρειάζονται 180 θετικές ψήφους στην επόμενη Βουλή.

Πηγή: ΕΘΝΟΣ
Κατερίνα Κοκκαλιάρη