Στις 6 Μαΐου, η αστυνομία του Μόντρεαλ (SPVM) έλαβε από τα υπουργεία Δημόσιας Ασφάλειας και Δικαιοσύνης, χρηματοδότηση πάνω από 1 εκατομμύριο δολάρια ετησίως, για πέντε χρόνια, για τη δημιουργία μιας εξειδικευμένης ενότητας διαβούλευσης και έρευνας για την ενδοοικογενειακή βία.
Στις 6 Μαΐου, η αστυνομία του Μόντρεαλ (SPVM) έλαβε από τα υπουργεία Δημόσιας Ασφάλειας και Δικαιοσύνης, χρηματοδότηση πάνω από 1 εκατομμύριο δολάρια ετησίως, για πέντε χρόνια, για τη δημιουργία μιας εξειδικευμένης ενότητας διαβούλευσης και έρευνας για την ενδοοικογενειακή βία. Ως αστυνομική οργάνωση, το SPVM καλωσόρισε το νέο με ευγνωμοσύνη, ειδικά επειδή το τρέχον κοινωνικό πλαίσιο απαιτεί την ανάληψη δράσης γρήγορα.
ΕΝΤΟΛΗ ΤΗΣ ΜΕΛΛΟΝΤΙΚΗΣ ΕΝΟΤΗΤΑΣ
Για την αστυνομία του Μόντρεαλ, η εφαρμογή και η ανάπτυξη αυτής της καινοτόμου ενότητας θα της επιτρέψει, μεταξύ άλλων: να βελτιώσει την προσφορά υπηρεσιών της, ευνοώντας την πιο εξατομικευμένη υποστήριξη για τα θύματα ενδοοικογενειακής βίας, να βελτιώσει την παραπομπή των επιτιθέμενων στους κατάλληλους πόρους ενισχύοντας, ιδίως, τη συνεργασία με τις κοινότητες και τους οργανισμούς υγείας, για τη φροντίδα αυτής της κοινωνικής ομάδας και να εδραιώσει την παρουσία τής αστυνομίας στη συζυγική και ενδο-οικογενειακή βία (VCI), όπου ένας αστυνομικός καλούμενος να αντιμετωπίσει περιπτώσεις συζυγικής και ενδο-οικογενειακής βία ενεργεί παράλληλα και ως σύμβουλος με γνώσεις, που θα μπορούσαν να βοηθήσουν σε κάθε περίπτωση.
ΔΟΜΗ ΤΗΣ ΜΕΛΛΟΝΤΙΚΗΣ ΕΝΟΤΗΤΑΣ
Πιο συγκεκριμένα, η νέα ενότητα θα είναι ευθύνη του Τμήματος Πρόληψης και Αστικής Ασφάλειας (DPSU) του SPVM. Θα είναι υπό την επίβλεψη της Διοικητού Anouk St-Onge, η οποία είναι ήδη η υπεύθυνη του φακέλου ενδοοικογενειακής βίας σε εταιρικό επίπεδο για περισσότερα από δύο χρόνια. Τελικά, η δομή της ενότητας θα περιλαμβάνει έναν υπαστυνόμο ντετέκτιβ, ένα σύμβουλο στρατηγικού σχεδιασμού, τέσσερις λοχίες ντετέκτιβ και ένα σύμβουλο.
ΤΡΕΧΟΥΣΑ ΔΟΜΗ ΚΑΙ ΚΟΙΝΟΤΗΤΑ ΠΡΑΚΤΙΚΗΣ
Η δομή της συζυγικής και ενδο-οικογενειακής βίας (VCI) υπάγεται στην ευθύνη ενός εξουσιοδοτημένου υπαλλήλου. Αυτή τη στιγμή επικουρείται από έναν αστυνομικό (σύμβουλο) που εργάζεται με πλήρη απασχόληση σε αυτό το αρχείο.
Μια κοινότητα πρακτικής ιδρύθηκε το 2006. Αυτή είναι μια από τις βέλτιστες πρακτικές στο SPVM. Καθιστά δυνατή την ύπαρξη ειδικού προσωπικού σε θέματα ενδο-οικογενειακής βίας σε κάθε μονάδα και κέντρο έρευνας.
Έτσι, κάθε ένα από τα αστυνομικά τμήματα της γειτονιάς έχει έναν πράκτορα VCI που συναντά κάθε νέο αστυνομικό στη μονάδα του, για να του υπενθυμίσει το ρόλο και τις ευθύνες του σε αυτόν τον τομέα και να τον ενημερώσει για τις οργανώσεις και τους συνεργάτες τού τομέα. Οι υπαστυνόμοι ντετέκτιβ παίζουν λίγο πολύ τον ίδιο ρόλο στα τέσσερα κέντρα έρευνας του SPVM.
Οι συναντήσεις δικτύωσης συμβάλλουν στη διατήρηση καλών δεσμών μεταξύ της τοπικής κοινότητας και της κοινότητας πρακτικής της αστυνομίας. Οι αστυνόμοι της VCI συνδέονται με τοπικούς συνεργάτες για να κάνουν παρουσιάσεις, με στόχο την προώθηση υγιών ρομαντικών σχέσεων, μεταξύ άλλων.
Για το SPVM αυτό το έργο αποτελεί επέκταση όλων των προσπαθειών που έχει επενδύσει στην έρευνα και την εφαρμογή βέλτιστων πρακτικών, σε συνεργασία με τους συνεργάτες του, για περισσότερα από δεκαπέντε χρόνια. Χάρη στη χρηματοδότηση που αποκτήθηκε, το SPVM μπορεί να συνεχίσει το έργο του με σκοπό την υλοποίηση και την ανάπτυξη της ειδικής ενότητας διαβούλευσης και διερεύνησης σε θέματα ενδο-οικογενειακής βίας.
Η Μέλπα Καματερού,διευθύντρια της Ασπίδας της Αθηνάς, αποκάλεσε την καινούργια αστυνομική ενότητα «πολύ καλό σημάδι και μια πιο συγκεντρωμένη προσέγγιση στο φαινόμενο της συζυγικής και ενδο-οικογενειακής βίας».
«Είναι ένα φαινόμενο που δεν έχει σχέση με το φεμινισμό και δεν πρόκειται να εξαφανιστεί. Οι ηλικίες των εμπλεκομένων είναι ολοένα και πιο μικρές και στο Κεμπέκ, μόνο την περίοδο της πανδημίας, θρηνήσαμε 16 γυναικόπαιδα λόγω αυτού του προβλήματος» πρόσθεσε η Κυρία Καματερού.
Οι 32 καινούργιοι Καναδοί προέρχονταν από διάφορες χώρες, όπως η Κόστα Ρίκα, η Γαλλία, οι Φιλιππίνες και η Ζιμπάμπουε
Τη Δευτέρα 17 Μαΐου 2021 σε μια συγκινητική τελετή μέσω διαδικτύου, 32 υποψήφιοι έλαβαν την Καναδική υπηκοότητα. Η Τελετή αποτέλεσε μέρος του εορτασμού της εβδομάδας Καναδικής υπηκοότητας. Ο αξιότιμος Marco E. L. Mendicino, P.C., M.P., βουλευτής, Υπουργός Μετανάστευσης, Προσφύγων και Ιθαγένειας, μαζί με διακεκριμένους καλεσμένους, καλωσόρισαν τους 32 υποψήφιους από όλη τη χώρα στην καναδική οικογένεια, σε αυτή την εικονική τελετή που διοργανώθηκε από το Ινστιτούτο Καναδικής Ιθαγένειας. Οι επίτιμοι προσκεκλημένοι στην τελετή ήταν ο συνταγματάρχης Chris Hadfield, πρώτος Καναδάς που περπάτησε στο διάστημα, ο Gurdeep Pandher, εκπαιδευτής Bhangra με έδρα το Γιούκον και αστέρι του TikTok, η πρεσβύτερη Kim Wheatley από το Πρώτο Έθνος Shawanaga και η Reeny Smith, 3 φορές αφροκαναδή Καλλιτέχνης της Χρονιάς από το Music Nova Scotia. Η Τελετή ξεκίνησε με ένα βίντεο, παρουσιάζοντας τον Καναδά από άκρη σε άκρη. Η δικαστής Marie Senécal-Tremblay από την Καναδική Επιτροπή Ιθαγένειας / Πρώην Εκτελεστική Διευθύντρια – Fondation Héritage Montreal συντόνισε την τελετή. Οι 32 καινούργιοι Καναδοί προέρχονταν από διάφορες χώρες, όπως η Κόστα Ρίκα, η Γαλλία, οι Φιλιππίνες, η Τουρκία και η Ζιμπάμπουε. Η Marie Senécal-Tremblay καλωσόρισε θερμά τους νέους Καναδούς εν μέσω μιας άνευ προηγουμένου πανδημίας, υπενθυμίζοντας ότι παρόλο που συντόνιζε την όλη εκδήλωση από τα γραφεία της στο Μόντρεαλ, πατούσε στα ιερά χώματα των φυλών Χιούρον, Μόουχοκ, Ανισινάμπε, που ζούσαν σε αυτές τις περιοχές πολύ πριν την άφιξη των Ευρωπαίων. Με αυτή την ευκαιρία, η πρεσβύτερη Kim Wheatley από το Πρώτο Έθνος Shawanaga ξεκίνησε με ευχές που έχουν σχέση με τη φύση με λιβάνι, ακολουθούμενες από παραδοσιακό τραγούδι της φυλής της γυρνώντας προς τα 4 σημεία του ορίζοντα. Η Marie Senécal-Tremblay υπενθύμισε σε όλους τι σημαίνει να είσαι Καναδός, δίνοντας έμφαση στο γεγονός ότι τουλάχιστον 22 εκατομμύρια Καναδοί έχουν προσφέρει εθελοντική εργασία. «Αυτό σημαίνει να είσαι Καναδός. Να βοηθάει ο ένας τον άλλον, να σέβεται ο ένας τον άλλον» είπε η δικαστής, συγχαίροντας παράλληλα τους 32, από τους οποίους αρκετοί έπρεπε να φύγουν κάτω από δύσκολες συνθήκες διωγμών, πολέμων και μαρτυρίων. Ακολούθησε η ορκωμοσία, με τον υπουργό να λέει φράση – φράση τον όρκο της Καναδικής υπηκοότητας στα Αγγλικά και Γαλλικά, τον οποίον επαναλάμβαναν οι 32 υποψήφιοι. Μέρος του καλωσορίσματος στη συνέχεια περιλάμβανε μήνυμα από τον πρωθυπουργό Τζάστιν Τρουντό, καθώς και παρουσιάσεις από τους επίτιμους καλεσμένους καλλιτέχνες. Ο Καναδός αστροναύτης Chris Hadfield περιέγραψε την εμπειρία του να βλέπει τη χώρα από το διάστημα και τα συναισθήματα που του δημιούργησε. «Η οικογένειά μου ήρθε σε αυτή τη χώρα χάρις στην υπόσχεση χτισίματος ενός καινούργιου έθνους και καινούργιων ευκαιριών. Παρόλο που η χώρα μας είναι νέα, με ηλικία 154 χρόνων, ας κοιτάξουμε το γεγονός ότι από το 2000, μόνο μέσα σε 2 δεκαετίες, 5 εκατομμύρια καινούργιοι άνθρωποι έχουν γίνει Καναδοί. Ένας στους τέσσερις έχουν γεννηθεί σε άλλη χώρα, προσφέροντας τόσα πολλά σε όλους εμάς» είπε ο συνταγματάρχης Hadfield. Η Τελετή έκλεισε με τον εθνικό ύμνο του Καναδά που τραγούδησε η Reeny Smith, 3 φορές αφροκαναδή Καλλιτέχνης της Χρονιάς από το Music Nova Scotia.
Παρά τις ρητορικές εξάρσεις η Τουρκία και ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν δεν μπορούν να σταθούν στο πλευρό των Παλαιστίνιων με ένα τρόπο που θα οδηγούσε σε λύση του προβλήματος
Παρά τις ρητορικές εξάρσεις η Τουρκία και ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν δεν μπορούν να σταθούν στο πλευρό των Παλαιστίνιων με ένα τρόπο που θα οδηγούσε σε λύση του προβλήματος
Ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν σε επίπεδο ρητορικής, διεκδικεί να είναι ο πιο ένθερμος υποστηρικτής των Παλαιστίνιων στον ευρύτερο μουσουλμανικό κόσμο. Έχει κατηγορήσει ανοιχτά το Ισραήλ ότι ασκεί τρομοκρατία, έχει επιτεθεί στον Πρόεδρο Μπάιντεν, κατηγορώντας τον ότι έχει τα χέρια του βαμμένα στο αίμα, και έχει μιλήσει με σκληρά λόγια για τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις.
Την ίδια στιγμή, το σύνολο των κομμάτων στην Τουρκία έχει πάρει ανάλογες θέσεις, ενώ τα Τουρκικά μέσα προσφέρουν πλήρη κάλυψη στις εξελίξεις στη Γάζα, παίρνοντας σαφώς θέση αλληλεγγύης υπέρ των Παλαιστίνιων.
Σύμφωνα με αυτή τη ρητορική, η Τουρκία έχει μια καθαρή τοποθέτηση υπέρ της δικαιοσύνης, την ώρα που άλλες συλλογικές εκφράσεις του αραβικού και μουσουλμανικού κόσμου, όπως ο Οργανισμός της Ισλαμικής Διάσκεψης, έχουν αποτύχει.
Εξελίξεις εντυπωσιακές, εάν αναλογιστούμε ότι μιλάμε για μια χώρα που είχε αναγνωρίσει εξαρχής σχεδόν το κράτος του Ισραήλ και είχε σε αρκετές φάσεις πολύ καλές σχέσεις με το Ισραήλ, με αποκορύφωμα τη δεκαετία του 1990 όταν η κοινή ανησυχία για τη Συρία και τις κινήσεις της είχε φέρει κοντά την Τουρκία και το Ισραήλ (θυμίζουμε ότι τότε η Συρία διευκόλυνε τη δράση του PKK).
Αλλά και στις αρχές της δεκαετίας του 2000 οι πρώτες κυβερνήσεις του AKP είχαν επίσης επιδιώξει καλές και αναβαθμισμένες σχέσεις με το Ισραήλ. Μόνο μετά την κρίση της Γάζας το 2008-2009 επιδεινώθηκαν σημαντικά οι διμερείς σχέσεις. Όμως, από τις ρητορικές εξάρσεις μέχρι το να παίξει πραγματικά η Τουρκία ένα ρόλο που θα την καθιστούσε το βασικό πολιτικό στήριγμα των Παλαιστίνιων, υπάρχει μια μεγάλη απόσταση.
Η ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΗ ΔΙΑΣΤΑΣΗ ΤΩΝ ΣΧΕΣΕΩΝ ΤΟΥ AKP ΚΑΙ ΤΗΣ ΧΑΜΑΣ
Στον ελληνικό και διεθνή Τύπο γίνεται συχνή αναφορά στις σχέσεις ανάμεσα στο κυβερνών AKP και τη Χαμάς. Και είναι αλήθεια ότι υπάρχουν ιδεολογικές σχέσεις, κυρίως μέσα από την κοινή αναφορά σε αυτό που συνήθως περιγράφουμε ως το ρεύμα της Μουσουλμανικής Αδελφότητας. Είναι επίσης αλήθεια ότι Τουρκικές ΜΚΟ, συνδεδεμένες με το AKP, είχαν παίξει ρόλο στις αποστολές ανθρωπιστικής βοήθειας στη Γάζα στη δεκαετία του 2000, ενώ είχαν συμμετάσχει και στο στολίσκο αλληλεγγύης που προσπάθησε να σπάσει τον αποκλεισμό της Γάζας το 2010, τότε που η επίθεση Ισραηλινών κομάντο στο πλοίο «Μαβί Μαρμαρά» θα έχει ως αποτέλεσμα τον θάνατο Τούρκων πολιτών και τη ριζική επιδείνωση των τουρκο-ισραηλινών σχέσεων. Είναι τέλος γεγονός, ότι η Τουρκία έχει προσφέρει άσυλο σε στελέχη της Χαμάς και δηλώνει συχνά την αλληλεγγύη της.
Όμως, την ίδια στιγμή, η Τουρκική υποστήριξη δεν μπορεί να στηριχθεί με την οικονομική στήριξη που μπορεί να δίνει το Κατάρ. Ούτε με τον κρίσιμο ρόλο που παίζει η Αίγυπτος, όχι μόνο επειδή ελέγχει τα περάσματα προς τη Γάζα αλλά και επειδή πρόσφατα ανακοίνωσε γενναία οικονομική χρηματοδότηση.
Και βέβαια, στο αμιγώς «επιχειρησιακό» επίπεδο, η Τουρκία δε φαίνεται να έχει ρισκάρει κάποια μεγάλη εμπλοκή. Η Γάζα δεν είναι Λιβύη, όπου υπήρχε ένας εμφύλιος πόλεμος με διάφορες χώρες να παίρνουν ανοιχτά το μέρος της μίας ή της άλλης πλευράς (και όπου η Τουρκία, ας μην το ξεχνάμε, υποστήριζε τη διεθνώς αναγνωρισμένη κυβέρνηση). Και δεν είναι Συρία, όπου και πριν από τις επί της ουσίας εισβολές της η Τουρκία υποστήριζε πλευρές που εμπλέκονταν στη σύγκρουση. Και βέβαια, η Τουρκία δεν έχει ούτε τις υποδομές ούτε την τεχνογνωσία που έχει π.χ. συσσωρεύσει το Ιράν οικοδομώντας με επιμονή τον «άξονα της αντίστασης» από τη Συρία και το Λίβανο, μέχρι την Υεμένη. Οι συμβολικές δηλώσεις στήριξης της Χαμάς από την τουρκική κυβέρνηση δεν μπορούν να συγκριθούν π.χ. με τη μεταφορά τεχνογνωσίας που φαίνεται ότι έχει καταφέρει να κάνει η ιρανική πλευρά και που μάλλον έπαιξε ρόλο στην τρέχουσα σύγκρουση.
Σε όλα αυτά μετράει και μια άλλη παράμετρος: η κεμαλική παράδοση ήταν η αποφυγή εμπλοκής στα ζητήματα της Μέσης Ανατολής, κάτι που μπορεί να εξηγήσει, μαζί με την ειδική σχέση με τις ΗΠΑ και τη στενή σχέση παλαιότερα με το Ισραήλ.
ΤΑ ΟΡΙΑ ΤΗΣ ΝΕΟ-ΟΘΩΜΑΝΙΚΗΣ ΟΠΤΙΚΗΣ
Ας μην ξεχνάμε και μια άλλη παράμετρο. Η Τουρκία δεν είναι μια χώρα του αραβικού κόσμου. Ούτε είχε σχέση με τις μεγάλες διεργασίες που αναπτύχθηκαν εκεί, τα πολιτικά ρεύματα, είτε αυτό αφορά τον Αραβικό Εθνικισμό, είτε τις παραλλαγές του πολιτικού Ισλάμ. Ας μην ξεχνάμε, ότι η γέννηση της αραβικής ταυτότητας προήλθε μέσα από τη ρήξη με την Οθωμανική Αυτοκρατορία, από την προσπάθεια της Αιγύπτου να τραβήξει το δικό της δρόμο στο 19ο αιώνα (πριν γίνει τμήμα της Βρετανικής αποικιακής διαχείρισης) μέχρι όλα τα κινήματα που προσπάθησαν να επιταχύνουν την αποδιάρθρωση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Ακόμη και το τουρκικό εθνικό κίνημα και η διαμόρφωση της σύγχρονης Τουρκίας, δεν αντιμετωπίστηκε ως στιγμή μιας αντιαποικιακής πάλης, αλλά περισσότερο ως μια ιδιότυπη τομή και συνέχεια μιας πορείας, ενός ούτως ή άλλως ισχυρού τουρκικού έθνους.
Και σίγουρα δε βοηθούν τα πράγματα δηλώσεις όπως αυτές του κυβερνητικού εταίρου του Ερντογάν, του Ντεβλέτ Μπαχτσελί που υποστήριξε ότι αφού η διεθνής κοινότητα, είτε με τη μορφή του ΟΗΕ, είτε με αυτή των Ισλαμικών χωρών δεν αναλαμβάνει πρωτοβουλίες για την προστασία της Ιερουσαλήμ ως ιερής πόλης τριών θρησκειών, θα πρέπει να αναλάβει δράση η Τουρκία που έχει τη γνώση, αφού για 400 χρόνια η Ιερουσαλήμ ανήκε στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, μια δήλωση που δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι ακούγεται ιδιαιτέρως ελπιδοφόρα στα αυτιά των αραβικών κοινωνιών.
ΤΑ ΟΡΙΑ ΤΩΝ ΦΙΛΟΔΟΞΙΩΝ ΤΟΥ ΕΡΝΤΟΓΑΝ
Όλα αυτά μας φέρνουν στα πραγματικά όρια των φιλοδοξιών του Ερντογάν να παίξει ρόλο μεσολαβητή στην περιοχή. Και αυτά αφορούν την απόσταση ανάμεσα στην επιδίωξη του, η Τουρκία να παίξει ένα ρόλο περιφερειακής δύναμης στην περιοχή, που είναι η βασική στρατηγική φιλοδοξία του Ερντογάν, και το τι πραγματικά μπορεί να κάνει μέσα σε μια τόσο κρίσιμη σύγκρουση.
Γιατί η Τουρκία μπορεί να είναι μια μεγάλη χώρα, ως προς τον πληθυσμό αλλά και τις ένοπλες δυνάμεις, να έχει εμπλοκή σε δύο γεωπολιτικές κρίσεις, τη λιβυκή και τη συριακή, να έχει στρατεύματα εμπλεκόμενα σε συγκρούσεις, μπορεί η ρητορική της να προσλαμβάνεται θετικά στον ευρύτερο αραβικό κόσμο, όμως ειδικά για ένα ζήτημα όπως το Παλαιστινιακό αδυνατεί ακόμη να έχει ένα κρίσιμο ειδικό βάρος, που θα της επέτρεπε να μπορεί να παίξει διαμεσολαβητικό ρόλο, ή ρόλο δύναμης που μπορεί να σπρώξει τα πράγματα προς κάποια κατεύθυνση.
Γιατί αυτό θα σήμαινε, για να πούμε τα πράγματα με το όνομά τους, να μπορούσε να πιέσει ταυτόχρονα και τις δύο πλευρές, έχοντας πεδία κρίσιμα πάνω στα οποία να μπορούσε να ασκήσει πίεση, προσφέροντάς τους ταυτόχρονα εγγυήσεις ότι λαμβάνει υπόψη τις ανησυχίες και τα ιδιαίτερα συμφέροντά τους. Και βέβαια, να μπορεί να εγγυηθεί τους οικονομικούς αλλά και επιχειρησιακούς όρους που απαιτούνται για να στηριχθεί τυχόν συμφωνία. Είναι σαφές, ότι αυτή τη στιγμή η Τουρκία κάτι τέτοιο δεν μπορεί να το κάνει και θα χρειαστεί αρκετό καιρό και εμπλοκή στις υποθέσεις της περιοχής (και παροχή εχεγγύων στις διαφορετικές εμπλεκόμενες πλευρές) για να το κάνει.
Αυτό σημαίνει ότι και με δεδομένη την ταλάντευση των ΗΠΑ και την απροθυμία τους να παρέμβουν αποφασιστικά σε μια κατεύθυνση πίεσης προς το Ισραήλ (παρότι δεν επιθυμούσαν ανάφλεξη του Παλαιστινιακού σε αυτή τη φάση), στη σύγκρουση μπορούν να παίξουν ρόλο είτε δυνάμεις που έχουν διατηρήσει σχέσεις και με τις δύο πλευρές (όπως είναι η Ρωσία και ως ένα βαθμό η Κίνα) είτε τοπικές δυνάμεις, που ιστορικά επίσης έχουν παίξει ρόλο στη διαχείριση πλευρών ή επιπτώσεων αυτής της σύγκρουσης, όπως η Αίγυπτος.
Νέος νόμος για την «ασφάλιση» της γαλλικής γλώσσας
Νέος νόμος για την «ασφάλιση» της γαλλικής γλώσσας
Ενώ οι πολίτες αντιμετωπίζουν τις σκληρές δοκιμασίες από την πανδημία και τα περιοριστικά μέτρα, η κυβέρνηση του Κεμπέκ θέλει να «ανανεώσει» και να «δυναμώσει» το γλωσσικό νόμο 101. Την Πέμπτη 13 Μαΐου, ο αρμόδιος υπουργός Simon Jolin-Barrette κατέθεσε νομοσχέδιο, με το οποίο θα επιβληθούν αυστηρά μέτρα όσον αφορά τη χρησιμοποίηση της Γαλλικής Γλώσσας στην επαρχία του Κεμπέκ. Πριν πάμε όμως στα μέτρα, αξίζει να δούμε το ιστορικό των γλωσσικών νόμων.
ΤΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ Πολλοί νομίζουν, ότι το γλωσσικό άρχισε με το νόμο 22 που είχε επιβάλει το 1974 η τότε φιλελεύθερη κυβέρνηση του Robert Bourassa. Που εξαγρίωσε πολλούς αγγλόφωνους και αλλόφωνους οπαδούς του κόμματος, οι οποίοι μαύρισαν στις εκλογές του Νοεμβρίου 1976 την κυβέρνηση Μπουράσσα, με αποτέλεσμα να κάνει κυβέρνηση το Παρτί Κεμπεκουά. Όμως, η διαμάχη για το γλωσσικό αρχίζει το έτος δημιουργίας της συνομοσπονδίας του Καναδά, το 1867. Τότε, οι ηγέτες του Κεμπέκ με πρωτεργάτη τον Lionel-Adolphe Groulx, πίστευαν ότι καταπατούνται τα δικαιώματα των γαλλόφωνων, όχι μόνο στο Κεμπέκ αλλά επίσης στη Μανιτόμπα και το Οντάριο. Ζήτησαν τη βοήθεια της ομοσπονδιακής κυβέρνησης αλλά τίποτα δεν έγινε για τα δικαιώματα των γαλλόφωνων… Αυτή η άρνηση, ώθησε τη δημιουργία του πρώτου αυτονομιστικού κινήματος το Rassemblement pour l’indépendance nationale (RIN), απ’ όπου προήλθε η ύπαρξη του Parti Québécois. Εν τω μεταξύ, η Βασιλική Επιτροπή για Διγλωσσία και Διπολιτισμό, στο πόρισμα της για την περίοδο 1963-1971, αποκάλυψε ότι το 1965 οι γαλλόφωνοι του Κεμπέκ έπαιρναν 35% λιγότερο μισθό από τους αγγλόφωνους, την ώρα που το 80% των εργοδοτών ήταν αγγλόφωνοι! Επιπλέον, η αντιπροσώπευση των γαλλόφωνων στις ομοσπονδιακές δημόσιες υπηρεσίες και ομοσπονδιακούς κυβερνητικούς οργανισμούς, ήταν σχεδόν μηδαμινή. Επίσης, οι γαλλόφωνοι έξω από το Κεμπέκ δεν μπορούσαν να εξυπηρετηθούν από τις δημόσιες υπηρεσίες στη γαλλική. Αυτό, αύξησε την αντίδραση των αυτονομιστών και φούντωσε την ανάγκη επιβουλής γλωσσικού νόμου, για να μη χαθεί η γαλλική γλώσσα μέσα στον ωκεανό της αγγλικής στη Βόρεια Αμερική. Το Νοέμβριο του 1969, στο Κεμπέκ βγήκε ο νόμος 63, με τον οποίο υποχρέωνε τα παιδιά των αγγλικών σχολείων να διδάσκονται βάσεις της γαλλικής και οι μετανάστες να μάθουν γαλλικά όταν έρθουν στο Κεμπέκ. Η ανακήρυξη της γαλλικής ως η «επίσημη γλώσσα του Κεμπέκ» έγινε με το νόμο 22 του 1974, ο οποίος επίσης υποχρέωνε τα παιδιά των μεταναστών να πάνε σε γαλλικά σχολεία. Εδώ θα πρέπει να αναφέρουμε, τη διορατικότητα της τότε Ελληνικής Κοινοτικής Διοίκησης με πρόεδρο τον Δημήτριο Μανωλάκο, που πέρασε τα Σχολεία Σωκράτης από το 1971 στο γαλλικό εκπαιδευτικό σύστημα. Οι αυτονομιστές κατάφεραν και άρπαξαν την εξουσία στο Κεμπέκ, την 1 Νοεμβρίου 1976, με τη νίκη του Παρτί Κεμπεκουά υπό την ηγεσία του χαρισματικού Ρενέ Λεβέκ. Παρεμπιπτόντως, ο Λεβέκ ως πρώην φιλελεύθερος υπουργός ενέργειας και ορυκτού πλούτου την περίοδο 1961-1965 δημιούργησε τη HYDRO QUEBEC, για να έχει η επαρχία αυτονομία ηλεκτρικού ρεύματος. Το 1977 η κυβέρνηση του, καταθέτει το νόμο 1, ο οποίος αντικρούσθηκε σφοδρά από τη φιλελεύθερη αντιπολίτευση κι έτσι επανήλθε με το νόμο 101 από τον τότε υπουργό Camille Laurin. Πρόκειται για το «Καταστατικό της Γαλλικής Γλώσσας» το οποίο επιβάλει τη γαλλική ως τη μόνη επίσημη γλώσσα της κυβέρνησης του Κεμπέκ και των δικαστηρίων, καθώς και τη μόνη γλώσσα επικοινωνίας του εμπορίου και στο χώρο εργασίας. Στις 12 Δεκεμβρίου 1985 το φιλελεύθερο κόμμα επιστρέφει ως κυβέρνηση με πρωθυπουργό και πάλι τον Robert Bourassa. Το 1993 η κυβέρνησή του περνά το νόμο 86, ο οποίος αλλοιώνει κάπως το νόμο 101 επιτρέποντας εκτός της γαλλικής στις πινακίδες των καταστημάτων, να υπάρχουν τα αγγλικά με μικρότερα γράμματα. Το 2002 η κυβέρνηση του Parti Québécois του Bernard Landry, περνάει το νόμο 104 που μεταξύ άλλων έκλεινε την πρόσβαση στα αγγλικά σχολεία. Όμως, ο νόμος αυτός καταρρίφτηκε από το Εφετείο του Κεμπέκ το 2007 και το 2009 από το Ανώτατο Δικαστήριο του Καναδά, ζητώντας από το Κεμπέκ να τροποποιήσει το νόμο χωρίς να καταπατά το Καναδικό Σύνταγμα. Πράγμα που έγινε με το νόμο 103 και 115 με το οποίο επέβαλε τους μαθητές να πάνε τρία χρόνια σε ιδιωτικά αγγλικά σχολεία πριν σπουδάσουν στα δημόσια Αγγλικά. Το 2013 με την επαναφορά του Παρτί Κεμπεκουά, κατατέθηκε ο νόμος 14 τον οποίο οι αγγλόφωνοι βρήκαν χειρότερο από το νόμο 101 του 1977, διότι διέγραφε τη διγλωσσία ορισμένων δήμων που δεν είχαν 50% αγγλόφωνο πληθυσμό και επέβαλε τη γαλλική στις επιχειρήσεις.
ΤΑ ΤΟΥ ΝΟΜΟΥ 96 Και φτάνουμε στην κατάθεση του νέου γλωσσικού νόμου: -Δημιουργία νέου Υπουργείου Γαλλικής γλώσσας. -Η κυβέρνηση επίσης θα προσθέσει το Καταστατικό της Γαλλικής Γλώσσας, στο Καναδικό Σύνταγμα και στο Χάρτη Δικαιωμάτων του Κεμπέκ. -Το «Ανώτατο συμβούλιο γαλλικής γλώσσας» θα αντικατασταθεί από τον «Επίτροπο γαλλικής γλώσσας» (ένα άτομο). -Δημιουργία στο μέλλον υπηρεσίας για τους μετανάστες με την ονομασία «Γαλλοποίηση Κεμπέκ». Εκπαίδευση: Τα αγγλικά κολλέγια μπορούν να έχουν μόνο το 17,5% του συνόλου των μαθητών όλων των κολεγίων και η αύξηση νέων εγγραφών δεν πρέπει να ξεπεράσει το 8,7%. Σε περίπτωση που ξεπεράσουν τα ποσοστά, δε θα χρηματοδοτούνται από το υπουργείο Παιδείας. Στα δε γαλλικά κολλέγια τα αγγλικά προγράμματα δε θα ξεπερνούν το 2% του αριθμού των μαθητών. Υποχρέωση οι μαθητές των κολλεγίων να περνούν τις γαλλικές εξετάσεις εκτός αν ήταν σε αγγλικά δημοτικά σχολεία και γυμνάσια. Επιχειρήσεις: Δίδεται διορία τριών ετών για να διορθωθούν οι επιγραφές όπου η γαλλική δεν έχει την πρωτιά. Δημιουργία επιτροπών για τη «γαλλοποίηση» των επιχειρήσεων με 25 ως 99 υπαλλήλους. Οι επιχειρήσεις κάτω των πέντε υπαλλήλων θα έχουν δικαίωμα στις υπηρεσίες για τη «γαλλοποίηση» τους. Υποχρέωση των επιχειρήσεων να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους, τα προϊόντα τους και όλα τα ντοκουμέντα προς τους πελάτες τους στη γαλλική. Ο υπουργός μπορεί να διακόψει ή να ανακαλέσει την άδεια λειτουργίας των επιχειρήσεων που δεν ακολουθούν το νόμο. Επιβολή της νομοθεσίας και στις εταιρείες με άδεια ομοσπονδιακή. Απαγορεύεται η απαίτηση της διγλωσσίας στους υπαλλήλους αν ο εργοδότης δεν έχει πάρει τα ανάλογα μέτρα. Η Καναδική Ομοσπονδία ανεξάρτητων επιχειρήσεων, παρατηρεί ότι πάλι το οικονομικό βάρος θα πέσει στους επιχειρηματίες που ήδη οι περισσότεροι με το ζόρι κρατούν τις επιχειρήσεις τους λόγω πανδημίας. Δήμοι: Οι δήμοι που έχουν λιγότερο από 50% αγγλόφωνους πολίτες και θέλουν να κρατήσουν τα δικαιώματα διγλωσσίας, πρέπει να ψηφίσουν ειδικό κανονισμό.
Πολλές γενοκτονίες γνώρισε ο εικοστός αιώνας και η Μικρασιατική γη τις χειρότερες από αυτές. Ας θυμηθούμε τούτες τις μέρες την ιστορική πλέον τοποθέτηση του σφαγέα Μπεχαεντίν Σακίρ το 1915: «Τα έθνη που απόμειναν από παλιά στην αυτοκρατορία μας μοιάζουν με ξένα και βλαβερά χόρτα που πρέπει να ξεριζωθούν. Η Τουρκία πρέπει να γίνει μωαμεθανική χώρα, όπου η μωαμεθανική δύναμη και οι μωαμεθανικές αντιλήψεις θα κυριαρχούν και κάθε άλλη θρησκευτική προπαγάνδα θα καταπνίγεται… Και αυτό δεν μπορεί να γίνει με την πειθώ. Άρα πρέπει να χρησιμοποιηθεί βία…» Η αρχή έγινε με τους Αρμένιους. Η συστηματική προσπάθεια της εξόντωσής τους έχει μείνει στην ιστορία ως η πρώτη προσπάθεια αναζήτησης μιας τεχνικής της γενοκτονίας, το μόνο αξιοσημείωτο εξαγώγιμο προϊόν του Κεμαλισμού. Την εφάρμοσαν οι Γερμανοί επί των Εβραίων, την εφάρμοσαν οι Κεμαλιστές στον Πόντο, στην Μικτά Ασία, στην Πόλη, στην Κύπρο, στο Κουρδιστάν… Μετά την αναγνώριση της γενοκτονίας του Ποντιακού ελληνισμού από την Βουλή των Ελλήνων, η ανάγκη για τη διεθνή αναγνώρισή της είναι πλέον επιτακτική και αποτελεί ουσιαστικά μια προοδευτική πολιτική πράξη που αποσκοπεί στη διασφάλιση των εθνικών μας συμφερόντων, ενώ ταυτόχρονα συνεισφέρει ενεργά στην ειρήνη και τη σταθερότητα στην περιοχή. Διότι αν είχαμε εγκαίρως διεκδικήσει πολιτικά την καταδίκη της Γενοκτονίας, όπως σωστά έπραξαν οι Εβραίοι, είναι σίγουρο ότι δεν θα είχαμε τα τραγικά γεγονότα του Σεπτεμβρίου του 1955, τις απελάσεις του 1964, την εισβολή του Αττίλα στην Κύπρο το 1974… Δεν θα είχαμε τις συνεχιζόμενες απαράδεκτες προκλήσεις και διεκδικήσεις της Τουρκίας στο Αιγαίο και τη Θράκη… Θα πρέπει επιτέλους να κατατεθούν συγκεκριμένες προτάσεις για τον τρόπο προώθησης της διεθνούς αναγνώρισης της Γενοκτονίας του Ποντιακού ελληνισμού και θα πρέπει να ενταθούν οι προσπάθειες που γίνονται προς αυτό το σκοπό.
Ειδικότερα τώρα που το θέμα ήρθε ξανά στην επικαιρότητα με αφορμή την επίσημη αναγνώριση της Γενοκτονίας των Αρμενίων από τον πρόεδρο των ΗΠΑ Τζο Μπάιντεν ότι οι σφαγές του 1915 των Αρμενίων από το οθωμανικό καθεστώς συνιστούν Γενοκτονία.
Με πρωτοβουλία του Ελληνοκαναδικού Κογκρέσου, ως γνωστόν, 13 πόλεις μέχρι στιγμής προέβησαν στην αναγνώριση, μεταξύ των οποίων οι μεγαλουπόλεις Τορόντο, Οττάβα, Βανκούβερ, Μόντρεαλ, Λαβάλ, κ.α., ενώ συνεχίζονται οι προσπάθειες προς την Καναδική Γερουσία μέσω του ελληνικής καταγωγής γερουσιαστή Λεωνίδα Χουσάκου.
Ο Σύλλογος Ποντίων Μόντρεαλ «Ο Εύξεινος Πόντος», όπως κάθε χρόνο, θα τιμήσει την επέτειο της 19ης Μαΐου ως Ημέρα Μνήμης με την κατάθεση στεφάνου στο Μνημείο του Άγνωστου Στρατιώτη, ενώ η Αδελφότητα Ποντίων Τορόντο «Παναγία Σουμελά», στο Μνημείο των πεσόντων.
Σχεδόν σε όλο τον πλανήτη οι άνθρωποι διώκονται, αποβάλλονται ή σκοτώνονται λόγω της φυλής, της θρησκείας, του φύλου ή της πολιτικής τους ένταξης. Παρά τη ρητορική η διεθνής κοινότητα κλείνει τα μάτια της ή δεν πράττει τίποτα.
Με τη διεθνή αναγνώριση μπορούμε να μην επιτρέψουμε άλλες γενοκτονίες, άλλες κτηνωδίες…
Πριν ανακοινωθεί η αναβολή των παλαιστινιακών εκλογών, που είχαν προβλεφθεί για τις 22 Μαΐου, πολλοί ονειρεύονταν μια πολιτική αλλαγή. Άλλοι έβλεπαν ότι οι εκλογές ήταν ο μόνος τρόπος για να τεθεί επιτέλους τέλος στις διαφωνίες ανάμεσα στη Φάταχ και τη Χαμάς.
Κι ύστερα ήρθε ένας νέος κύκλος βίας και η αναβολή των εκλογών. Αιτία ήταν η Ιερουσαλήμ. «Η διεξαγωγή των εκλογών δεν ήταν εγγυημένη στην Ιερουσαλήμ, καθώς οι Ισραηλινοί δε δέχθηκαν να ψηφίσουν οι Παλαιστίνιοι στην πόλη», δήλωσε ο πρόεδρος της Παλαιστινιακής Αρχής, Μαχμούντ Αμπάς.
Αρχικά, η δυσαρέσκεια εκδηλώθηκε με μερικές διαδηλώσεις στη Ραμάλα. Αρκετοί που μετείχαν στις 30 λίστες οι οποίες είχαν κατατεθεί διαμαρτυρήθηκαν. ΟΙ τελευταίες βουλευτικές και προεδρικές εκλογές έγιναν πριν από 15 χρόνια και έκτοτε οι Παλαιστίνιοι έχουν μετατραπεί σε απλούς παρατηρητές της πολιτικής, της τύχης τους, όπως και της υπόθεσής τους. Αυτά τα δεκαπέντε χρόνια, οι αντιπαραθέσεις έχουν διαλύσει τις ελπίδες του πληθυσμού για μια ανανέωση, έχουν καταστρέψει την κοινωνία των πολιτών που είχε δημιουργηθεί και έχουν οξύνει τόσο τις κάθετες διαιρέσεις (ανάμεσα στο λαό και τους ηγέτες του) όσο και τις οριζόντιες (στους κόλπους των Παλαιστινίων). Η ξύλινη γλώσσα των πολιτικών δεν ενδιαφέρει πια κανέναν, ο μέσος όρος των Παλαιστινίων είναι χαμηλός, οι περισσότεροι δεν έχουν ψηφίσει ποτέ.
Παρά την απουσία αντιπροσώπευσης και προστασίας, όμως, η παλαιστινιακή υπόθεση είναι πάντα ζωντανή. Είναι αυτοί οι χιλιάδες νέοι που κινητοποιούνται κάθε βράδυ εδώ και εβδομάδες στο Σεϊχ Τζάρα, τη συνοικία της ανατολικής Ιερουσαλήμ, απ’ όπου κινδυνεύουν να εκδιωχθούν πολλές οικογένειες. Είναι οι διαδηλώσεις στη Ραμάλα, τη Ναπλούζ, τη Ναζαρέτ, την Τζάφα ή τη Χάιφα. Είναι οι άλλοι νέοι, που δεν ανήκουν σε κόμματα, και οργανώνονται στο Σιλουάν κατά της βίας της ισραηλινής αστυνομίας και του στρατού. Κι όλα αυτά, ενώ οι ξένες πρωτεύουσες κοιτάζουν αλλού.
«Σε αυτούς τους νέους ελπίζουμε, στη δική τους οργάνωση και κινητοποίηση, όχι στα κόμματα», λέει η Φαϊρούζ Σαρκαουί, διευθύντρια της οργάνωσης Grassroots al-Quds. Πριν κινητοποιηθούν για το Σεϊχ Τζάρα, οι ίδιοι αυτοί νέοι είχαν πετύχει πριν από δύο εβδομάδες να απομακρυνθούν τα οδοφράγματα από την Πύλη της Δαμασκού, όπου έποικοι φώναζαν «Θάνατος στους Άραβες!» Το 2017, πάλι μια κινητοποίηση πολιτών είχε αναγκάσει το Ισραήλ να εγκαταλείψει την ιδέα να εγκαταστήσει ανιχνευτές μετάλλων στην Πύλη των Λεόντων.
«Η ελπίδα μας είναι οι κοινότητες να ενωθούν στους αγώνες τους, ώστε να προστατεύουν η μία την άλλη κάθε φορά που γίνεται μια αδικία», προσθέτει η Φαϊρούζ Σαρκαουί.
Πάντως, το βράδυ της Δευτέρας 10 Μαΐου, ενώ οι ρουκέτες πολλαπλασιάζονταν και ο αριθμός των νεκρών αυξανόταν, ο φόβος για μια νέα έκρηξη της βίας κυριαρχούσε έναντι των ελπίδων της νεολαίας.
*Η Αλίς Φρουσάρ είναι ανταποκρίτρια της Libération στη Ραμάλα
Σε άλλες χρονιές υπήρχε πάντα κάποια ένταση την περίοδο αυτή στην Ιερουσαλήμ, όπου βρίσκεται το ιερό τέμενος των μουσουλμάνων, το τέμενος του Χαλίφη Ομάρ, διαδόχου του Μωάμεθ, αλλά φέτος τα πράγματα έχουν εκτραχυνθεί και ένας άτυπος πόλεμος βρίσκεται σε εξέλιξη, με νεκρούς Παλαιστινίους που ανεβάζουν επικίνδυνα το θερμόμετρο στην ούτος ή άλλως καυτή περιοχή. Μέσα σε αυτά τα εκρηκτικά γεγονότα, ο Τούρκος πρόεδρος, Ταγίπ Ερντογάν, άρπαξε τη μεγάλη αυτή ευκαιρία να προβληθεί σαν ο μεγάλος υπερασπιστής του Ισλάμ κατά του Ισραήλ, αλλά εκείνο που βασικά επιδιώκει είναι να αντιστρέψει μια αρνητική εικόνα που έχει στον αραβικό κόσμο, εξ αιτίας της νέο-οθωμανικής του αλαζονείας τα τελευταία χρόνια. Σήμερα, οι πιο εχθρικές αραβικές χώρες για τον Ερντογάν είναι φυσικά το καθεστώς Άσαντ στη Συρία, κυρίως όμως τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, που μάλιστα διαθέτουν και αξιόλογες ένοπλες δυνάμεις που παρεμβαίνουν σε πολλά μέτωπα κατά της Τουρκίας, όπως αυτό της Λιβύης. Σε δεύτερη φάση, εχθρικές χώρες είναι η Αίγυπτος και η Σαουδική Αραβία, δύο από τις πιο σημαντικές χώρες του αραβικού κόσμου και ακολουθεί και η Ιορδανία, που πρόσφατα απαγόρεψε τη δραστηριότητα των Αδελφών Μουσουλμάνων, αδελφό κόμμα του Ερντογάν. Η κρίση της Ιερουσαλήμ έδωσε τη χρυσή ευκαιρία στον Ερντογάν και εν όψει του Μπαϊράμ, να συνταυτιστεί με την Αίγυπτο και τη Σαουδική Αραβία και σε προέκταση και με τα Η.Α.Ε. στην καταδίκη του Ισραήλ, σε συνδυασμό με μια τελευταία διπλωματική εκστρατεύει, να προσεγγίσει αυτές τις δύο χώρες που κρατούν, εξ αιτίας κυρίως των Αδελφών Μουσουλμάνων, εχθρική στάση με την Τουρκία. Η προσπάθεια αυτή του Ερντογάν βρίσκει προς το παρών θετική ανταπόκριση και το ερώτημα εδώ που γεννάτε είναι, μέχρι που μπορεί να το τραβήξει ο Ερντογάν και κυρίως τι αποτελέσματα θα έχει αυτή του η στάση. Η δήλωση του υπουργού Εξωτερικών της Τουρκίας, Μεβλούτ Τσαβούσογλου, την Τετάρτη 12 Μαΐου, ότι αν χρειαστεί η Τουρκία θα στείλει στρατό στην περιοχή, έριξε λάδι στη φωτιά και έχει ανάψει ήδη τα φορτισμένα πνεύματα με ανυπολόγιστες συνέπειες. Ο οπορτουνισμός του Ερντογάν που στηρίζεται στα αδικοχαμένα θύματα των Παλαιστινίων είναι άλλος ένας επικίνδυνος ακροβατισμός του Τούρκου πρόεδρου, την ίδια στιγμή που στο εσωτερικό της χώρας του αντιμετωπίζει σοβαρότατα προβλήματα. Το Ισραήλ, που ούτως ή άλλως ενοχοποιείται από τα γεγονότα, δεν έχει δείξει ακόμα κάποια αντίδραση σε αυτή την τουρκική απειλή αλλά σίγουρα δεν είναι η χώρα που θα καθίσει με σταυρωμένα τα χέρια σε μια τέτοια κίνηση από την Άγκυρα. Κάποιοι στην Άγκυρα εκμεταλλεύονται τα πτώματα των Παλαιστινίων για δικά τους γεωστρατηγικά οφέλη, με επικίνδυνες όμως συνέπειες για την παγκόσμια ειρήνη. *Ο Νίκος Χειλαδάκης είναι Δημοσιογράφος-Συγγραφέας-Τουρκολόγος
Παρά τις βαρύγδουπες δηλώσεις, ο τουρισμός
βαδίζει πάνω σε τεντωμένο σχοινί…
Στο Λονδίνο μετέβη άρον άρον ο Χάρης Θεοχάρης – νωρίτερα αυτή την εβδομάδα – μετά τα αποθαρρυντικά μηνύματα που έρχονται από τη βρετανική αγορά. Παρά τις βαρύγδουπες δηλώσεις και το μεγαλεπήβολο αφήγημα του υπουργού, ο ελληνικός τουρισμός βαδίζει πάνω σε τεντωμένο σχοινί, λίγες ημέρες πριν από το επίσημο άνοιγμα. Οι κρατήσεις για το Μάιο είναι ελάχιστες, αβεβαιότητα επικρατεί και για τον Ιούνιο, με τους περισσότερους να εκτιμούν ότι η βαριά βιομηχανία της ελληνικής οικονομίας δεν πρόκειται να πάρει μπρος πριν από τον Ιούλιο.
Το ταξίδι του κ. Θεοχάρη συνδέεται αναμφίβολα με τις εξελίξεις των τελευταίων ημέρων, καθώς το Ηνωμένο Βασίλειο κατέταξε τη χώρα μας στις «πορτοκαλί» χώρες (όπως και τις περισσότερες χώρες της Μεσογείου), γεγονός που φρέναρε τον όποιο ρυθμό κρατήσεων για το επόμενο δίμηνο. Μοναδική εξαίρεση αποτελεί η Πορτογαλία, την οποία οι Βρετανοί κατέταξαν στο «πράσινο», με αποτέλεσμα να καταγράφεται έκρηξη κρατήσεων. Είναι χαρακτηριστικό, ότι οι φετινές καλοκαιρινές κρατήσεις προς δημοφιλείς προορισμούς, όπως η Μαδέρα, έχουν αυξηθεί πάνω από 600% τις πρώτες 24 ώρες μετά την ανακοίνωση της «πράσινης λίστας» και πάνω από 1.300% σε σύγκριση με την ίδια περίοδο πριν από μία εβδομάδα.
Κρατήσεις που χάνονται για την Ελλάδα, με τους επαγγελματίες του τουρισμού να εμφανίζονται ιδιαίτερα προβληματισμένοι για τους ρυθμούς που θα κινηθούν φέτος οι αφίξεις από το εξωτερικό. Η χρονιά μάλιστα θεωρείται πιο δύσκολη από την περσινή, καθώς για τις περισσότερες επιχειρήσεις τα μοναδικά έσοδα προέρχονται επί της ουσίας εδώ και ένα χρόνο από τις επιστρεπτέες προκαταβολές.
Στο Λονδίνο, ο κ. Θεοχάρης φιλοδοξεί να σώσει οτιδήποτε αν σώζεται. Θα έχει συναντήσεις με ανώτατους κυβερνητικούς αξιωματούχους, εκπροσώπους αεροπορικών εταιριών και στελέχη από την τουριστική αγορά του Ηνωμένου Βασιλείου.
Στο πρόγραμμα του υπουργού Τουρισμού συμπεριλαμβάνεται επίσης σειρά συνεντεύξεων σε ΜΜΕ παγκόσμιας εμβέλειας, σε μία προσπάθεια να προωθήσει το άνοιγμα του ελληνικού τουρισμού για το 2021. Ευχή όλων να τα καταφέρει, αν και τα πρώτα μηνύματα κάθε άλλο παρά ευοίωνα μπορούν να χαρακτηριστούν…
Κατά πάσα πιθανότητα, ο Μητσοτάκης δε θα εξαντλήσει την τρέχουσα τετραετία. Όλα δείχνουν ότι το Σεπτέμβριο θα στήσει κάλπες, στο πλαίσιο της στρατηγικής «2+4».
Η στρατηγική «2+4»
Κατά πάσα πιθανότητα, ο Μητσοτάκης δε θα εξαντλήσει την τρέχουσα τετραετία. Όλα δείχνουν ότι το Σεπτέμβριο θα στήσει κάλπες, στο πλαίσιο της στρατηγικής «2+4».
Για προφανείς λόγους, είναι εκ των προτέρων δεδομένο, ότι δεν πρόκειται να εισέλθει σε διαπραγματεύσεις για το σχηματισμό κυβέρνησης, από τη Βουλή που θα προκύψει από την απλή αναλογική. Θα ξαναπάει «κολλητά» σε εκλογές (Οκτώβριο), οπότε και η Βουλή θα προκύψει από την εκδοχή της ενισχυμένης αναλογικής, που η δική του κυβέρνηση νομοθέτησε. Στο Μαξίμου είχαν συζητήσει το ενδεχόμενο να στήσουν κάλπες τον Ιούνιο, αλλά η καθυστέρηση των εμβολιασμών απομάκρυνε αυτό το ενδεχόμενο από το τραπέζι. Αυτό τουλάχιστον λένε οι πληροφορίες από το πρωθυπουργικό επιτελείο. Το Σεπτέμβριο, άλλωστε, θα έχει μεσολαβήσει η ένεση του τουρισμού στην οικονομία και η θετική ψυχολογική αύρα που αφήνει το καλοκαίρι και οι όποιες διακοπές στην κοινωνία. Μπορεί η οικονομική ένεση από τον τουρισμό να είναι του προ πανδημίας επιπέδου, αλλά αναμένεται αρκετά καλύτερη από την αντίστοιχη του 2020. Προφανώς, όπως ισχύει πάντα, ο Μητσοτάκης θα λάβει την τελική απόφαση με βάση την εικόνα που θα έχει από τις δημοσκοπήσεις στα τέλη Αυγούστου – αρχές Σεπτεμβρίου. Κανείς πρωθυπουργός δεν πάει σε πρόωρες εκλογές για να χάσει. Προς το παρόν, πάντως, τόσο οι δημοσκοπήσεις όσο και η εμπειρική εκτίμηση, δείχνουν ότι η ΝΔ διατηρεί μεγάλο προβάδισμα έναντι του ΣΥΡΙΖΑ, το οποίο είναι πολύ δύσκολο να ανατραπεί μέχρι το Σεπτέμβριο.
ΜΟΝΟΔΡΟΜΟΣ Ο ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΣ Στην πραγματικότητα, ο Μητσοτάκης δεν έχει πολλές επιλογές ως προς το χρόνο των εκλογών. Εάν όπως προκύπτει και από τις πληροφορίες και από πολιτική εκτίμηση, ο Ιούνιος έχει αφαιρεθεί από το τραπέζι, ο Σεπτέμβριος μετατρέπεται σε μονόδρομο. Η επόμενη χειμερινή περίοδος αναμένεται εξαιρετικά δύσκολη από οικονομικής απόψεως για επιχειρήσεις και νοικοκυριά. Έχοντας περισσότερο ή λιγότερο εξέλθει από την πανδημία, οι Έλληνες θα αρχίσουν να αναμετρώνται με τα προβλήματα της καθημερινότητας που αυτή κληροδότησε, ειδικότερα με τα οικονομικά. Το κλίμα εκτάκτου ανάγκης που δικαιολογημένα επικράτησε λόγω κορωνοϊού, διαμορφώνει μία αντίστοιχη ψυχολογία στους πολίτες, η οποία μπορεί να αποδοθεί με το «μπόρα είναι θα περάσει». Όταν, όμως, η μπόρα περάσει, η διάψευση μίας ταχείας επιστροφής στην προ του κορωνοϊού κατάσταση θα έχει πολιτικές επιπτώσεις. Αυτό σημαίνει, ότι ο χειμώνας 2021-2022 θα είναι επώδυνος για επιχειρήσεις και νοικοκυριά, αλλά και πολιτικά δύσκολος για την κυβέρνηση. Προβάλλεται συχνά το επιχείρημα, ότι προσεχώς τα κονδύλια από το ευρωπαϊκό Ταμείο Ανάκαμψης θα αρχίσουν να ρέουν, δημιουργώντας μία θετική δυναμική στην ελληνική οικονομία, με θετικές πολιτικές επιπτώσεις για την κυβέρνηση. Με αυτή την έννοια –κατά το ίδιο επιχείρημα– ο Μητσοτάκης δε θα έχει πρόβλημα να στήσει πρόωρες κάλπες και το 2022. Η εκτίμησή μου είναι ότι οι πόροι αυτοί ούτε θα εισρεύσουν άμεσα, ούτε πολύ περισσότερο ο όποιος θετικός αντίκτυπός τους θα φθάσει στην τσέπη των μικρομεσαίων το 2022. Χειρότερα θα είναι δε τα πράγματα, εάν μετά την έξοδο από την πανδημία, το Βερολίνο επαναφέρει την Ευρωζώνη και ειδικότερα την υπερχρεωμένη Ελλάδα, στις προ κορωνοϊού αυστηρές δημοσιονομικές ράγες.
ΑΥΤΟΔΥΝΑΜΙΑ ΚΑΙ ΕΦΕΔΡΕΙΕΣ Αυτό πρακτικά σημαίνει, ότι δεν είναι πολιτικά φρόνιμο για τον Μητσοτάκη να αφήσει τον ερχόμενο Σεπτέμβριο να περάσει χωρίς να στήσει κάλπες. Ειδικά όταν –όπως προανέφερα– όλα δείχνουν πως η ΝΔ, ευκολότερα ή δυσκολότερα, θα κερδίσει. Κατά συνέπεια, με όρους πολιτικού ορθολογισμού, η πρόβλεψη για διπλές εκλογές το ερχόμενο φθινόπωρο συγκεντρώνει μακράν τις περισσότερες πιθανότητες, εκτός, βεβαίως, απροόπτου. Ακόμα κι αν η ΝΔ δεν κατορθώσει στις δεύτερες (με ενισχυμένη αναλογική) να αποσπάσει αυτοδυναμία, μπορεί βασίμως να ελπίζει πως θα βρει κυβερνητικό εταίρο για να εξασφαλίσει την αναγκαία κοινοβουλευτική πλειοψηφία. Ακόμα κι αν το ΚΙΝΑΛ ως σύνολο αρνηθεί, πιθανότατα να συμπράξει η σημερινή πτέρυγά του, που θεωρεί τη ΝΔ του Μητσοτάκη δυνάμει κυβερνητικό εταίρο. Με άλλα λόγια, στην περίπτωση που η ηγεσία του αρνηθεί, το ΚΙΝΑΛ πιθανόν να διχαστεί, δεδομένου ότι ήδη θυμίζει Ιανό, με το ένα πρόσωπο να κοιτάζει προς τη ΝΔ και το άλλο προς τον ΣΥΡΙΖΑ. Η εκτίμηση ότι ο Μητσοτάκης προετοιμάζεται να στήσει κάλπες το Σεπτέμβριο ενισχύεται από τη δέσμη παροχών προς μικρομεσαία στρώματα, που εξήγγειλε τελευταία η κυβέρνηση. Στο ίδιο πλαίσιο εγγράφονται και οι πληροφορίες, ότι το Μαξίμου ετοιμάζεται για ανασχηματισμό. Αν επιβεβαιωθούν, θα πρόκειται για εκλογικό ανασχηματισμό με ορίζοντα το φθινόπωρο. Η στρατηγική «2+4», άλλωστε, έχει συζητηθεί στο πρωθυπουργικό επιτελείο από το καλοκαίρι του 2019.
ΠΡΟΒΑΔΙΣΜΑ ΚΑΙ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ «2+4» Παρά το γεγονός ότι η κυβέρνηση Μητσοτάκη έχει επανειλημμένως προκαλέσει την κοινή γνώμη με πράξεις και παραλείψεις της, με αποτέλεσμα να έχει δυσαρεστήσει ακόμα και δεδηλωμένους ψηφοφόρους της, διατηρεί καθαρό προβάδισμα για δύο λόγους: Πρώτον, επειδή ο κορμός του μιντιακού συστήματος την στηρίζει, όσο καμία άλλη κυβέρνηση από τη μεταπολίτευση μέχρι τώρα. Και κυρίως, τηρεί αρνητική στάση έναντι της αξιωματικής αντιπολίτευσης, αποδομώντας την σε κάθε ευκαιρία. Δεύτερον, επειδή δύο χρόνια μετά την τριπλή εκλογική ήττα του το 2019, ο ΣΥΡΙΖΑ δεν έχει βρει αποτελεσματικό αντιπολιτευτικό βηματισμό. Σε αντίθεση με την περίοδο 2012-2015 που τον οδηγούσε στη νίκη το αντιμνημονιακό κύμα, τώρα καλείται να πείσει ότι αποτελεί αξιόπιστη και εποικοδομητική εναλλακτική λύση στο πρόβλημα της διακυβέρνησης. Η προς το παρόν αποτυχία του αποδεικνύεται από το γεγονός, ότι δεν καταφέρνει να εισπράξει εκλογικά τη δυσαρέσκεια που προκαλεί στο εκλογικό σώμα η κυβέρνηση Μητσοτάκη. Με την πάροδο του χρόνου, όμως, οι πολίτες θα είναι λιγότερο επιεικείς με την κυβέρνηση. Το γεγονός ότι ο ΣΥΡΙΖΑ δεν πείθει διευκολύνει την κυβέρνηση, αλλά η λαϊκή δυσαρέσκεια αργά ή γρήγορα κάπως θα εκφρασθεί. Με μαθηματική ακρίβεια, από ένα χρονικό σημείο ο σημερινός σκεπτικισμός θα «προσχωρήσει» σταδιακά στην υφιστάμενη πολιτική δυσαρέσκεια κι αυτή με τη σειρά της θα διογκώσει την αρνητική ψήφο. Το έργο το έχουμε δει επανειλημμένως.
Η ΝΕΑ ΔΕΞΙΑ Στην πολιτική – εκλογική εξίσωση, άλλωστε, δεν έχουμε μόνο τους τωρινούς κοινοβουλευτικούς παίκτες. Σε αρκετές ευρωπαϊκές χώρες η λεγόμενη Νέα Δεξιά (κατά άλλους Ακροδεξιά) έχει ιδεολογικά, πολιτικά και οργανωτικά αυτονομηθεί από την κλασική (νέο)φιλελεύθερη Κεντροδεξιά και σε κάποιες είναι στην εξουσία. Στην Ελλάδα η αυτονόμηση έχει συντελεστεί μόνο εν μέρει. Η Ελληνική Λύση εξέφρασε μόνο ένα τμήμα της Νέας Δεξιάς. Η κίνηση του Τράγκα φιλοδοξεί να διεμβολίσει τη λεγόμενη «λαϊκή Δεξιά» της ΝΔ, αλλά μένει να αποδειχθεί εάν θα τα καταφέρει. Από τη μία πλευρά, η ενεργός πολιτική παρουσία του Σαμαρά, σε συνδυασμό με την καραμανλική παράδοση, συγκρατούν την ενότητα της «γαλάζιας» παράταξης. Από την άλλη πλευρά, όμως, το «φιλελέ» ιδεολογικό στίγμα του, τα πρόσωπα που συνθέτουν το επιτελείο του και αρκετές πολιτικές επιλογές του Μητσοτάκη, έχουν προκαλέσει έντονη δυσαρέσκεια και ρήγματα. Όχι μόνο στον κομματικό μηχανισμό, αλλά και στη «γαλάζια» εκλογική βάση, στο μεγάλο τμήμα της που αποκαλείται παραδοσιακή «λαϊκή Δεξιά». Το που μπορεί να οδηγήσει αυτό το ενδοπαραταξιακό ρήγμα, δεν είναι προς το παρόν εύκολο να εκτιμηθεί. Δυνάμει, ωστόσο, μπορεί να λειτουργήσει σαν η «παράφρων μεταβλητή» που υπό προϋποθέσεις ενδεχομένως να αλλάξει την εικόνα στις κάλπες. Πολλά θα εξαρτηθούν από τις εξελίξεις που θα προκύψουν τους επόμενους μήνες στα μεγάλα μέτωπα (εθνικά, οικονομία, κοινωνία), αλλά και από τον τρόπο που θα αντιδράσουν ή δε θα αντιδράσουν σ’ αυτές τις εξελίξεις και στις κυβερνητικές πολιτικές, η σαμαρική και η καραμανλική πτέρυγα. Κοντολογίς, όπως φαίνονται σήμερα τα πράγματα, το παιχνίδι δε θα κριθεί τόσο στο μέτωπο κυβέρνηση – αξιωματική αντιπολίτευση, όσο στα ρευστά ενδοπαραταξιακά μέτωπα της ευρύτερης Δεξιάς.
*Ο Σταύρος Λυγερός έχει εργασθεί σε εφημερίδες (για 23 χρόνια στην Καθημερινή), ραδιοφωνικούς και τηλεοπτικούς σταθμούς. Σήμερα είναι πολιτικός – διπλωματικός σχολιαστής στον τηλεοπτικό σταθμό OPEN και διευθυντής του ιστότοπου SLpress.gr. Συγγραφέας 16 βιβλίων. Μέλος της Συντονιστικής Επιτροπής στην εξέγερση του Πολυτεχνείου το Νοέμβριο του 1973.
Γιατί η «αλά τούρκα» λύση του Κυπριακού εκτοπίζει την Ελλάδα από την Αν. Μεσόγειο
Από τις δηλώσεις Τούρκων αξιωματούχων του μετακεμαλικού καθεστώτος, που παρέθεσα στο πρώτο μέρος της τετραλογίας (σήμερα το τρίτο μέρος) για τη στρατηγική διάσταση του Κυπριακού (σ.σ.: δημοσιεύτηκαν στα δύο προηγούμενα φύλλα των ΝΕΩΝ), αποδεικνύεται ο φόβος τους μήπως εξωθήσουν τα πράγματα προς την κατεύθυνση της διπλής ένωσης και κατ’ αυτόν τον τρόπο φέρουν την Ελλάδα στο μαλακό υπογάστριο της Τουρκίας. Είναι ακριβώς αυτός ο φόβος, όπως και η ομολογημένη επιδίωξη γεωστρατηγικού ελέγχου όλης της Κύπρου, που τα Κατεχόμενα δεν προσαρτήθηκαν στην τουρκική επικράτεια.
Στην άτυπη Πενταμερή στη Γενεύη, η τουρκική πλευρά ζήτησε λύση δύο κρατών. Ο λόγος που δεν το έκανε μέχρι τώρα είναι, ότι φοβόταν πως εάν έσπρωχνε τα πράγματα προς αυτή την κατεύθυνση, ίσως εξωθούσε τους Ελληνοκύπριους να αναζητήσουν προστασία εντασσόμενοι –με κάποια πολιτειακή μορφή– στην ελληνική επικράτεια, γεγονός που εκ των πραγμάτων θα έφερνε τις ελληνικές ένοπλες δυνάμεις στη Μεγαλόνησο. Τί άραγε άλλαξε και σήμερα το καθεστώς Ερντογάν απαιτεί δύο κράτη; Η απάντηση είναι απλή: έχει πειστεί πως ούτε η Λευκωσία, αλλά ούτε και η Αθήνα είναι διατεθειμένες να κινηθούν προς αυτή την κατεύθυνση. Η ένταξη, μάλιστα, της Κυπριακής Δημοκρατίας στην Ε.Ε. απομάκρυνε πολύ αυτό το ενδεχόμενο, εάν δεν το εξαφάνισε. Ως εκ τούτου, η τουρκική απαίτηση για δύο κράτη στην Κύπρο δεν έχει αυτή την περίοδο την επικίνδυνη παρενέργεια που οι Τούρκοι φοβούνταν πριν 25-40 χρόνια. Τα «δύο κράτη», άλλωστε, μπήκαν στο τραπέζι, όχι με την προσδοκία ότι η τουρκική θέση θα γίνει αποδεκτή, αλλά με τη «λογική του Χότζα». Δηλαδή, να κάνουν υποτίθεται βήμα πίσω, εξασφαλίζοντας ως αντάλλαγμα την «κυριαρχική ισότητα» στο πλαίσιο μίας συνομοσπονδίας, η οποία θα επιτρέπει στην Άγκυρα να ελέγχει γεωστρατηγικά την Κύπρο. Παρότι προφανής η τουρκική τακτική, έχει εδώ και δεκαετίες αποδειχθεί από τα γεγονότα ότι αποδίδει. Είναι προφανές, πως μία «αλά τούρκα» λύση του Κυπριακού θα τινάξει στον αέρα ό,τι έχει γεωστρατηγικά επιτευχθεί στην Ανατολική Μεσόγειο με τις τριγωνικές συνεργασίες. Βγάζοντας την Κύπρο από την εξίσωση, όλο αυτό το πλέγμα ουσιαστικά διαλύεται. Όχι, βεβαίως, επειδή η Κυπριακή Δημοκρατία είναι πολιτικά και στρατιωτικά ισχυρή, αλλά επειδή γεωπολιτικά είναι ο κρίκος που ενώνει την Ελλάδα με τις τρίτες χώρες (Ισραήλ, Αίγυπτο κ.λπ.).
ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗ ΑΠΟ ΜΗΔΕΝΙΚΗ ΒΑΣΗ H ένταξη της Κυπριακής Δημοκρατίας στην E.E. το 2004 ενίσχυσε αναμφισβήτητα τη θέση της ελληνοκυπριακής πλευράς, αλλά δεν ανέτρεψε το προηγούμενο πλαίσιο αναζήτησης λύσης. Μπορεί η τουρκική πλευρά να θέτει θέμα δύο κρατών, αλλά υπενθυμίζουμε ότι η «Δικοινοτική Διζωνική Ομοσπονδία», την οποία επικαλείται η ελληνική πλευρά, είχε οδηγήσει στο σχέδιο Ανάν, το οποίο είχε απορριφθεί το 2004 από τους Ελληνοκύπριους με 76%. Έτσι όπως έχει διαμορφωθεί η κατάσταση, το ζητούμενο είναι η Λευκωσία και η Αθήνα να προχωρήσουν σε αναθεώρηση στρατηγικής από μηδενική βάση, με κριτήριο τη συλλογική ασφάλεια και την ευημερία του κυπριακού Ελληνισμού. Τι σημαίνει αναθεώρηση στρατηγικής; Σημαίνει απεγκλωβισμό, κυρίως των πολιτικών ελίτ σε Λευκωσία και Αθήνα, από τα καθηλωτικά στερεότυπα δεκαετιών, τα οποία συντηρούν αυταπάτες. Σημαίνει αναστοχασμό, για το περιεχόμενο της λύσης του Κυπριακού, κοιτάζοντας κατάματα την πραγματικότητα. Σημαίνει ειδικά εγκατάλειψη του στερεότυπου, που φέρει τον τίτλο «Δικοινοτική Διζωνική Ομοσπονδία» και το οποίο πρακτικά οδηγεί σε λύσεις τύπου Ανάν. Η διπλωματική οχύρωση των Ελληνοκυπρίων –όπως συμβαίνει το τελευταίο διάστημα– πίσω από αυτό τον τίτλο, μπορεί να φαίνεται ότι δίνει πόντους στη Λευκωσία στο παιχνίδι του διπλωματικού blame game, αλλά στην πραγματικότητα είναι συνταγή παγίδευσης.
ΕΠΩΔΥΝΕΣ ΕΠΙΛΟΓΕΣ Το 76% που συγκέντρωσε το «όχι» στο δημοψήφισμα του 2004 έπρεπε να είχε μετατραπεί αμέσως σε αφετηρία μίας στρατηγικής αναθεώρησης από μηδενική βάση, επειδή πρόσφερε πολιτικά τη δυνατότητα για να αλλάξει το πλαίσιο αναζήτησης λύσης. Αυτό δε συνέβη, με αποτέλεσμα να επιστρέψουμε στη διπλωματική πεπατημένη με τα γνωστά αποτελέσματα. Κι όμως, έστω και με πολυετή καθυστέρηση, είναι αναγκαίο να ανοίξει προς όλες τις κατευθύνσεις και χωρίς ταμπού η συζήτηση για το Κυπριακό. Το ζητούμενο πρέπει να είναι η ανεύρεση της συγκριτικά καλύτερης δυνατής λύσης, ώστε ο κυπριακός Ελληνισμός να επιβιώσει με ασφάλεια στις πατρογονικές εστίες του. Η ελληνική στρατηγική οφείλει να είναι τέτοια, που να μπορεί να βρει ανταπόκριση διεθνώς και να αποκτήσει ισχυρά διπλωματικά ερείσματα. Προφανώς οι επιλογές των Ελληνοκυπρίων είναι και περιορισμένες και επώδυνες, για τους εξής λόγους: 1] Επειδή η πολυετής κατοχή έχει δημιουργήσει πολλαπλά τετελεσμένα προς την κατεύθυνση της τουρκοποίησης της βόρειας Κύπρου. Τα σημαντικότερα είναι η συνεχής μαζική εγκατάσταση Τούρκων εποίκων, η μετανάστευση μεγάλου αριθμού Τουρκοκυπρίων και το μεγάλωμα δύο σχεδόν γενεών Τουρκοκυπρίων και Ελληνοκυπρίων χωρίς μνήμες συνύπαρξης και σε πολύ μεγάλο βαθμό χωρίς επιθυμία συνύπαρξης. 2] Επειδή βρίσκονται υπό τη διαρκή πίεση και απειλή του τουρκικού κατοχικού στρατού. 3] Επειδή βρίσκονται αρκετά μακριά από την Ελλάδα και κυρίως επειδή στην Ελλάδα κυριαρχεί η τάση αφενός αποδέσμευσης από την εθνική ευθύνη έναντι του κυπριακού Ελληνισμού, αφετέρου απεμπόλησης του στρατηγικού πλεονεκτήματος που γεωπολιτικά αντιπροσωπεύει η Κύπρος για τον Ελληνισμό.
ΝΕΚΡΕΣ ΟΙ ΕΓΓΥΗΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ Δυστυχώς, η στρατηγική αναθεώρηση από μηδενική βάση είναι εξορισμένη από την ατζέντα και στη Λευκωσία και στην Αθήνα, παρά τα επαναλαμβανόμενα αδιέξοδα, με τελευταίο τις προηγούμενες ημέρες στη Γενεύη. Οι μόνες δύο θετικές εξαιρέσεις στη διαχείριση του Κυπριακού, εκ μέρους της Αθήνας την τελευταία εικοσαετία, είναι αφενός η ένταξη της Κυπριακής Δημοκρατίας στην Ε.Ε., αφετέρου η άρνηση του καθεστώτος των εγγυήσεων. Το δεύτερο το οφείλουμε στον Κοτζιά, ο οποίος, ως υπουργός Εξωτερικών, υιοθέτησε σχετική ιδέα του καθηγητή Μάριου Ευρυβιάδη. Απόδειξη, ότι το σχέδιο Ανάν ήταν κομμένο και ραμμένο στα τουρκικά γεωστρατηγικά συμφέροντα, είναι ότι είχε διατηρήσει ακέραιο το παρωχημένο και επικίνδυνο σύστημα εγγυήσεων, ενώ πετούσε στο σκουπιδοτενεκέ όλα τα άλλα στοιχεία των ιδρυτικών συμφωνιών της Ζυρίχης και του Λονδίνου. Οι Τούρκοι απέδειξαν στην πράξη πώς ερμηνεύουν τη συνθήκη εγγυήσεων. Το 1964 βομβάρδισαν την Κύπρο και το 1974 εισέβαλαν στο νησί. Με άλλα λόγια, θεωρούν ότι οι εγγυήτριες δυνάμεις έχουν δικαίωμα μονομερούς επέμβασης στο σύνολο της Κύπρου. Την πρόθεση και την πρακτική δυνατότητα να ασκήσει αυτό το δικαίωμα, όμως, το έχει μόνο η Τουρκία. Η τουρκική πλευρά θέτει ως προϋπόθεση για όποια συμφωνία, τη διατήρηση της συνθήκης εγγυήσεων, με το επιχείρημα ότι αυτή εξασφαλίζει την προστασία των Τουρκοκυπρίων. Το σχέδιο Ανάν, μάλιστα, έδινε στις εγγυήτριες δυνάμεις (πρακτικά στην Τουρκία) δικαίωμα επέμβασης για να «προστατεύσει» την ανεξαρτησία, την εδαφική ακεραιότητα, την ασφάλεια και τη συνταγματική τάξη, όχι μόνο του κοινού κράτους, αλλά και των συνιστώντων κρατών. Το μόνο που χρειαζόταν, ήταν να τους το ζητήσει η κυβέρνηση του τουρκοκυπριακού κράτους, επικαλούμενη απειλή. Οι αναφορές μας στο σχέδιο Ανάν δεν είναι παρελθοντολογία. Η τουρκική πλευρά έχει καταστήσει σαφές, πως η διατήρηση του καθεστώτος εγγυήσεων είναι γι’ αυτήν απαράβατος όρος. Η πρωτοφανής στα διεθνή χρονικά συνθήκη εγγυήσεων ήταν και το 1960 απαράδεκτη, αφού εγκατέστησε καθεστώς μειωμένης κυριαρχίας. Σήμερα, όμως, με την Κυπριακή Δημοκρατία μέλος της Ε.Ε. της της Ευρωζώνης και με όσα έχουν συμβεί το 1974, η διατήρηση της συνθήκης εγγυήσεων συνιστά αυτοχειρία. Δεδομένου, λοιπόν, ότι και για την τουρκική και για την ελληνική πλευρά είναι κρίσιμη πτυχή, λογικά η διαπραγμάτευση θα έπρεπε να αρχίσει από εκεί, ώστε να διαφανεί εάν υπάρχει ή όχι περιθώριο γεφύρωσης του χάσματος. Όλα τα άλλα έπονται. Δυστυχώς, Λευκωσία και Αθήνα, αντί να προτάξουν το ζήτημα των εγγυήσεων, φέρνοντας τον κόμπο στο χτένι, αφέθηκαν να παρασυρθούν σε ολισθηρό μονοπάτι, με το τετριμμένο πλέον επιχείρημα – πρόσχημα να μην αρνηθούμε τη διαδικασία που προτείνει η Γραμματεία του ΟΗΕ.
ΣΤΟ ΕΠΟΜΕΝΟ ΤΟ 4ο ΚΑΙ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΜΕΡΟΣ ΤΗΣ ΤΕΤΡΑΛΟΓΙΑΣ ΤΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ ΛΥΓΕΡΟΥ
*Ο Σταύρος Λυγερός έχει εργασθεί σε εφημερίδες (για 23 χρόνια στην Καθημερινή), ραδιοφωνικούς και τηλεοπτικούς σταθμούς. Σήμερα είναι πολιτικός-διπλωματικός σχολιαστής στον τηλεοπτικό σταθμό OPEN και διευθυντής του ιστότοπου SLpress.gr. Συγγραφέας 16 βιβλίων. Μέλος της Συντονιστικής Επιτροπής στην εξέγερση του Πολυτεχνείου το Νοέμβριο του 1973.