Εν μέσω της Μεγάλης Εβδομάδας και της συμπόρευσης προς το Εκούσιον Πάθος του Κυρίου Ημών Ιησού Χριστού, εκ παραλλήλου, ημείς οι Ελλαδίτες βιώνουμε τον ενταφιασμό της δημοκρατίας, την κατάλυση των θεσμών και την καταστρατήγηση της θεμελιώδους συνταγματικής Αρχής της ισότιμης μεταχείρισης, η οποία επήλθε, νύκτωρ, στις 22/4/2021, διά των ερπυστριών του απαράδεκτου θεσπισθέντος «ακαταδίωκτου», ήτοι περί της αφέσεως της ποινικής ευθύνης των μελών της Εθνικής Επιτροπής Προστασίας της Δημόσιας Υγείας έναντι του κορωνοϊούCovid-19, της Επιτροπής Αντιμετώπισης Εκτάκτων Συμβάντων Δημόσιας Υγείας από Λοιμογόνους Παράγοντες της Επιτροπής Εμβολιασμών, οι οποίοι εφεξής δεν ευθύνονται, δε διώκονται και δεν εξετάζονται, για γνώμη που διατύπωσαν ή ψήφο που έδωσαν κατά την άσκηση των καθηκόντων τους στο πλαίσιο λειτουργίας των ως άνω επιτροπών. Δίωξη επιτρέπεται μόνο για συκοφαντική δυσφήμηση ή εξύβριση. Πρόκειται για το άρθρο 4 της επίμαχης τροπολογίας προσθήκης του σχεδίου νόμου του υπουργείου Δικαιοσύνης «Κώδικας Δικαστικών Υπαλλήλων», όπου το άρθρο 32 του Ν. 4771/2021 (Α’ 16) αντικαθίσταται με βάση τα ως άνω προρρηθέντα, υπογεγραμμένο υπό των υπουργών Οικονομίας και Υγείας.
Η ως άνω διάταξη αποτελεί βραδυφλεγή βόμβα εις τα θεμέλια του δημοκρατικού μας πολιτεύματος, αναγνωρίζοντας συλλήβδην ασυλία στους «πρωταγωνιστές» της πανδημίας με ό,τι τούτο συνεπάγεται της δημόσιας υγείας, των πλημμελειών (ιατρικών και διοικητικών) ως προς τη διαχείριση αυτής, με αποτέλεσμα, δηλαδή, να αμνηστεύεται εκ των προτέρων και να καθαγιάζεται ως αυθεντικά ανεπίδεκτη ποινικής διερεύνησης οιαδήποτε τυχόν μη ορθή λήψη αποφάσεως, η οποία αντικειμενικά δεν επέφερε το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, αλλά ενδεχομένως να αποτέλεσε γενεσιουργό αιτία πολλαπλών άστοχων ενεργειών και παραλείψεων.
Ενώ ημείς άγουμε οντολογικά το δικό μας Γολγοθά παραλλήλως με τη Σταύρωση, την Αποκαθήλωση και τον Επιτάφιο Θρήνο, εν ταυτώ ολοφυρόμαστε για την πρωτόγνωρη εκ του Κοινοβουλίου αναγνώριση ασυλίας προς τους πρωταίτιους – συνεργούς, συμμέτοχους, ηθικούς, φυσικούς αυτουργούς – της ενεστώσας διαχειρίσεως της πανδημίας.
Η εν λόγω ανεκδιήγητη πράξη όζει ολοκληρωτισμό και συνιστά ανυπερθέτως εκκωφαντική ομολογία, αφενός αποτυχίας της κυβερνήσεως, φοβούμενη τυχόν παρέμβαση της Δικαιοσύνης, ως έδει, καθότι φρονούμε ότι ζούμε σε Συντεταγμένο Κράτος Δικαίου, όπου η λειτουργική ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης δύναται να παρέμβει κατόπιν ελευθέρας ασκήσεως του προσήκοντος, νομικού και ουσιαστικά βάσιμου ένδικου βοηθήματος, υπό οιονδήποτε πολίτη, και αφετέρου απερίφραστης παραδοχής ότι ημείς οι πολίτες καθιστάμεθα ανυπόληπτα ενεργούμενα «ψεκασμένοι», οι οποίοι στερούμεθα οιασδήποτε προστασίας, ακόμη και της δικαστικής προστασίας, καθότι απλώς αποτελούμε μια διανοητικώς λοβοτομημένη, ευκαταφρόνητη και ανυπόληπτη υδαρή μάζα, προκειμένου η ελίτ να πειραματίζεται εις την αντοχή της υγείας μας. Καλή Ανάσταση!
Στην κατηγορία «ικανοποιητική» ο Καναδάς,
σε πολύ καλύτερη θέση από τις ΗΠΑ η Κύπρος
Στην κατηγορία «ικανοποιητική» ο Καναδάς, σε πολύ καλύτερη θέση από τις ΗΠΑ η Κύπρος
Η Ελλάδα βρίσκεται στην 70η θέση (κατηγορία «προβληματική») στον Παγκόσμιο Δείκτη Ελευθερίας του Τύπου για το 2020 μεταξύ 180 χωρών και στην 24η θέση στη ΕΕ μεταξύ 27 χωρών, σύμφωνα με την έκθεση που δημοσιεύθηκε στις 20.4.2021 από τη διεθνή οργάνωση «Ρεπόρτερ χωρίς Σύνορα». Η Ελλάδα υποχώρησε κατά 5 θέσεις στην παγκόσμια κατάσταση σε σχέση με το 2019 και το 2018 όπου ήταν 65η. Αντίθετα ο Καναδάς, βρίσκεται στην κατηγορία «ικανοποιητική», καταλαμβάνοντας τη 14η θέση.
Ο Δείκτης Ελευθερίας του Τύπου συντάσσεται και δημοσιεύεται κάθε χρόνο από τους «Ρεπόρτερ χωρίς Σύνορα» σε 180 χώρες παγκοσμίως, με βάση την αξιολόγηση των στοιχείων για την ελευθερία του Τύπου στις χώρες αυτές κατά το προηγούμενο έτος. Στην ουσία, ο δείκτης αντικατοπτρίζει το βαθμό ελευθερίας που έχουν οι δημοσιογράφοι, τα πρακτορεία ειδήσεων και οι χρήστες του διαδικτύου σε κάθε χώρα, καθώς και τις προσπάθειες που έγιναν από τις αρχές για να σέβονται και να διασφαλίζουν το σεβασμό για την ελευθερία αυτή.
Για τον υπολογισμό του δείκτη ελευθερίας του Τύπου, οι τιμές του οποίου κυμαίνονται από 0 έως 100, με το 0 να είναι η καλύτερη δυνατή βαθμολογία και το 100 η χειρότερη, λαμβάνονται υπόψη οι παρακάτω 7 παράμετροι:
1|Πλουραλισμός: Μετρά το βαθμό στον οποίο οι απόψεις εκπροσωπούνται στα μέσα ενημέρωσης.
2|Ανεξαρτησία μέσων: Μετρά το βαθμό στον οποίο τα μέσα μπορούν να λειτουργούν ανεξάρτητα από πολιτικές, κυβερνητικές, επιχειρηματικές και θρησκευτικές επιρροές.
3|Περιβάλλον και αυτολογοκρισία: Αναλύει το περιβάλλον στο οποίο λειτουργούν οι πάροχοι ειδήσεων και πληροφοριών.
4|Νομοθετικό πλαίσιο: Μετρά τον αντίκτυπο του νομοθετικού πλαισίου που διέπει τις δραστηριότητες ειδήσεων και πληροφοριών.
5|Διαφάνεια: Μετρά τη διαφάνεια των θεσμών και των διαδικασιών που επηρεάζουν την παραγωγή ειδήσεων και πληροφοριών.
6|Υποδομή: Μετρά την ποιότητα της υποδομής που υποστηρίζει την παραγωγή ειδήσεων και πληροφοριών.
7|Καταχρήσεις: Μετρά το επίπεδο καταχρήσεων και πράξεων βίας κατά δημοσιογράφων και μέσων ενημέρωσης.
Στην έκθεσή τους οι «Ρεπόρτερ χωρίς Σύνορα» επισημαίνουν γενικά:
-Η δημοσιογραφία, η οποία είναι αναμφισβήτητα το καλύτερο «εμβόλιο» κατά του… ιού της παραπληροφόρησης, αποκλείεται πλήρως ή παρεμποδίζεται σοβαρά σε 73 χώρες και περιορίζεται σε 59 άλλες, οι οποίες από κοινού αντιπροσωπεύουν το 73% των χωρών που αξιολογήθηκαν.
-Η πανδημία έχει χρησιμοποιηθεί ως λόγος για τον αποκλεισμό της πρόσβασης δημοσιογράφων σε πηγές πληροφοριών και αναφορές στον τομέα.
-Το βαρόμετρο Edelman Trust του 2021 αποκαλύπτει ένα ενοχλητικό επίπεδο δημόσιας δυσπιστίας στους δημοσιογράφους, με το 59% των ερωτηθέντων σε 28 χώρες να δηλώνουν ότι οι δημοσιογράφοι προσπαθούν σκόπιμα να παραπλανήσουν το κοινό, αναφέροντας πληροφορίες που γνωρίζουν ότι είναι ψευδείς.
ΠΡΩΤΕΣ ΟΙ ΣΚΑΝΔΙΝΑΒΙΚΕΣ ΧΩΡΕΣ
Στον κατάλογο των χωρών που διασφαλίζουν την ελευθερία του Τύπου, η Νορβηγία κατατάσσεται πρώτη στο δείκτη για πέμπτη χρονιά, ενώ η Φινλανδία είναι και πάλι δεύτερη και ακολουθούν η Σουηδία και η Δανία. Στο άλλο άκρο του δείκτη η Ερυθραία είναι τελευταία, η Βόρεια Κορέα προτελευταία, τρίτο από το τέλος είναι το Τουρκμενιστάν και τέταρτη από το τέλος η Κίνα.
Η Ελλάδα υποχώρησε κατά 5 θέσεις σε σχέση με το 2019 όπου ήταν 65η και βρίσκεται στην 70η θέση μεταξύ των 180 χωρών.
Στην Ευρωπαϊκή Ένωση, οι πρώτες τέσσερις χώρες είναι η Φινλανδία, η Σουηδία, η Δανία και η Ολλανδία, ενώ τελευταία είναι η Βουλγαρία, προτελευταία η Ουγγαρία, τρίτη από το τέλος η Μάλτα και τέταρτη από το τέλος η Ελλάδα, η οποία είναι 24η μεταξύ των 27 χωρών της ΕΕ.
Για την Ευρώπη και την Ευρωπαϊκή Ένωση οι «Ρεπόρτερ χωρίς Σύνορα» αναφέρουν:
-Η Ευρώπη εξακολουθεί να είναι η πιο ευνοϊκή ήπειρος για την ελευθερία του Τύπου, αλλά σημείωσε σημαντική επιδείνωση στην παράμετρο «Καταχρήσεις», με πράξεις βίας υπερδιπλασιασμένες στην Ευρωπαϊκή Ένωση και στα Βαλκάνια, σε σύγκριση με την επιδείνωση 17% παγκοσμίως.
-Οι επιθέσεις εναντίον δημοσιογράφων και οι αυθαίρετες συλλήψεις αυξήθηκαν στη Γερμανία, τη Γαλλία, την Ιταλία, την Πολωνία, την Ελλάδα, τη Σερβία και τη Βουλγαρία.
-Ολόκληρη η ευρωπαϊκή ήπειρος έχει ασχοληθεί πλήρως με την καταπολέμηση της πανδημίας, αλλά μόνο ορισμένες από τις χώρες της, συμπεριλαμβανομένων των τριών στην κορυφή του δείκτη, της Νορβηγίας, της Φινλανδίας και της Σουηδίας, μπορούν να ισχυριστούν ότι υπερασπίστηκαν την ελευθερία του Τύπου.
-Ακόμα και αν ορισμένα κράτη-μέλη της ΕΕ ηγούνται του κόσμου, στο σεβασμό της ελευθερίας των μέσων ενημέρωσης, η Ευρωπαϊκή Ένωση γίνεται όλο και πιο ετερογενής και έχει χάσει σε μεγάλο βαθμό την ηγετική της ικανότητα.
-Η μετανάστευση αποδείχθηκε ένα ευαίσθητο θέμα εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Για την Ελλάδα οι «Ρεπόρτερ χωρίς Σύνορα» σχολιάζουν:
-Η ελευθερία του Τύπου υπέφερε στην Ελλάδα το 2020.
-Οι δημοσιογράφοι είχαν πέσει θύματα αστυνομικής βίας και αυθαίρετης σύλληψης, γεγονός που περιόρισε την κάλυψη των επιχειρήσεων επιβολής του νόμου κατά τη διάρκεια διαδηλώσεων.
-Οι αρχές συνέλαβαν δημοσιογράφους με ένα συχνά βίαιο τρόπο, για να αποτρέψουν την επαφή με τους μετανάστες.
-Η κυβέρνηση χορήγησε γενναιόδωρες φορολογικές εκπτώσεις στη διαφήμιση στα μέσα ενημέρωσης, αλλά επιδίωξε, άμεσα ή έμμεσα, να ελέγξει στενά τη ροή πληροφοριών, ως μέρος των προσπαθειών της να αντιμετωπίσει την πανδημία και την προσφυγική κρίση.
-Τα ερευνητικά μέσα και τα μέσα μαζικής ενημέρωσης που επικρίνουν την κυβέρνηση, είτε παραλείφθηκαν, είτε έλαβαν ένα δυσανάλογα μικρό μερίδιο της διαφήμισης, που προέκυψε από την εκστρατεία ενημέρωσης των 20 εκατομμυρίων ευρώ για την πανδημία.
-Οι δημοσιογράφοι έπρεπε να λάβουν την άδεια της κυβέρνησης πριν αναφερθούν σε νοσοκομεία, ενώ το υπουργείο Υγείας απαγόρευε στο ιατρικό προσωπικό να μιλήσει στα μέσα ενημέρωσης.
*Ο Νίκος Καρδούλας είναι Αγρονόμος Τοπογράφος Μηχανικός του Ε.Μ.Π., MSc στην Αγγλία, πρώην καθηγητής του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας και Συνταγματάρχης ε.α.
Η Πενταμερής Διάσκεψη επαναφέρει το Κυπριακό στην πρώτη γραμμή της επικαιρότητας. Σ’ αυτό το άρθρο δε θα ασχοληθώ με το εν εξελίξει διπλωματικό παίγνιο. Ας δραπετεύσουμε από τη συγκυρία, σε μία προσπάθεια να δούμε το «δάσος» κι όχι τα «δένδρα» όπως συνήθως.
Θα «δώσω», λοιπόν, το λόγο σε Τούρκους αξιωματούχους, οι οποίοι διαχρονικά μας λένε ξεκάθαρα πως αντιλαμβάνονται το Κυπριακό. Μόνο οι αρμόδιοι σε Αθήνα και Λευκωσία –με λίγες εξαιρέσεις– αρνούνται με ιδεοληπτική εμμονή να «ακούσουν». Για την Τουρκία, λοιπόν, το Κυπριακό ήταν πάντα πρώτα απ’ όλα ζήτημα γεωπολιτικής και κατ’ επέκταση γεωστρατηγικής. Ο έλεγχος όλης της Κύπρου ήταν κεντρική συνιστώσα στην εθνική στρατηγική της Τουρκίας να αναδειχθεί σε δύναμη με πρωτεύοντα ρόλο στην Ανατολική Μεσόγειο και στη Μέση Ανατολή, πολύ πριν εμφανισθεί ο Ερντογάν στο πολιτικό προσκήνιο. Ο έλεγχος της Μεγαλονήσου δεν εξασφαλίζει στην Τουρκία μόνο τον έλεγχο των κρίσιμης σημασίας θαλασσίων οδών της περιοχής, αλλά και αυξάνει κατακόρυφα τη στρατηγική σημασία της για Δύση και Ανατολή. Παραθέτω, λοιπόν, δηλώσεις Τούρκων αξιωματούχων, που δε χρειάζονται σχόλια: -Αναλύοντας τη στρατηγική σημασία που έχει η Κύπρος για την Τουρκία, ο πρώην Τούρκος υπουργός Εξωτερικών, Τουράν Γκιουνές, έχει δηλώσει: «Η Κύπρος είναι τόσο πολύτιμη, όσο το δεξί χέρι για μια χώρα που ενδιαφέρεται για την άμυνά της, ή τα επεκτατικά της σχέδια. Αν δε συγκρατήσουμε στη σκέψη μας αυτή τη στρατηγική σημασία της Κύπρου, δεν μπορούμε να κατανοήσουμε την ειρηνευτική επιχείρηση της 20ής Ιουλίου (εισβολή), ή μάλλον είναι αδύνατον να καταλάβουμε την όλη κρίση στην Κύπρο. Πολλές χώρες, σε κάποιο βαθμό γιατί αυτό εξυπηρετεί τα συμφέροντά τους, θέλουν να δουν το Κυπριακό απλώς ως απότοκο της επιθυμίας μόνο να προστατεύσουμε την τουρκική κοινότητα στο νησί» (Χουριέτ 20.7.1980). -Ο Τούρκος πρωθυπουργός, Τουργκούτ Οζάλ, έχει δηλώσει το Νοέμβριο 1983 στη Μιλιέτ: «Η Κύπρος είναι ένα νησί που διαπερνά την Τουρκία σα μαχαίρι. Είναι εξαιρετικά ζωτική από την άποψη της ασφάλειάς μας. Αυτό το νησί δεν πρέπει να βρίσκεται σε εχθρικά χέρια. Η ύπαρξη των Τούρκων στη Βόρεια Κύπρο είναι μια εγγύηση προς την κατεύθυνση αυτή». -Ο πρωθυπουργός της εισβολής, Μπουλέντ Ετσεβίτ, κατά τη διάρκεια επίσκεψής του στα Κατεχόμενα, τρεις σχεδόν μήνες μετά την ανακήρυξη του ψευδοκράτους, δήλωσε: «Εάν η Κύπρος μοιραστεί ανάμεσα στην Ελλάδα και την Τουρκία, αν γίνει οποιαδήποτε ενέργεια που θα οδηγούσε σε κάτι τέτοιο, θα φέρουμε με τα ίδια μας τα χέρια την Ελλάδα στα νότιά μας, τη στιγμή που στα δυτικά, στο Αιγαίο, έχουμε τόσα προβλήματα. Θα καθιστούσαμε, με τα ίδια μας τα χέρια, την Ελλάδα μια μεσανατολική χώρα και έτσι θα αυξάνονταν τα προβλήματα ανάμεσα στις δύο χώρες» (ΑΠΕ 10.2.1984). -Πέντε περίπου χρόνια αργότερα, ο Ετσεβίτ διατηρούσε τις ίδιες ακριβώς απόψεις: «Εάν μια ομοσπονδιακή λύση δε γίνει δεκτή, είναι φανερό ότι θα υπάρξουν δύο κράτη στη νήσο, τα οποία θα δηλητηριάζουν συνεχώς τις σχέσεις Τουρκίας-Ελλάδας, ή η νήσος θα διχοτομηθεί μεταξύ Τουρκίας και Ελλάδας. Η Τουρκία δεν έχει συμφέρον να φέρει την Ελλάδα και στο νότιο πλευρό της» (Αγών 25.3.1989). -Συμπληρωματικά παραθέτουμε απόσπασμα από τη μελέτη «Τουρκοελληνικές σχέσεις και Μεγάλη Ιδέα» της Διεύθυνσης Στρατηγικών Μελετών του τουρκικού Γενικού Επιτελείου: «Η περικύκλωση της σημερινής Τουρκίας, της οποίας ο πληθυσμός έφθασε τα 50 εκατομμύρια και η οποία κατέχει έναν ισχυρό στρατό, στο Νότο, με την άλωση της Κύπρου και τον αποκλεισμό των θαλασσίων οδών προς τη Μεσόγειο και το Αιγαίο σε περίπτωση παγκόσμιας σύρραξης, είναι κάτι που δεν μπορεί να γίνει δεκτό όχι μόνο από την Τουρκία, αλλά και οποιοδήποτε κράτος που θα βρισκόταν στην κατάσταση αυτή» (Νέα 24.1.1986). -Σε συνέντευξή του (Μιλιέτ 23.7.1985) ο Ντενκτάς είχε δηλώσει ότι «ακόμα και αν η τουρκοκυπριακή κοινότητα δεν υπήρχε, η Τουρκία πάλι δε θα άφηνε την Κύπρο στην Ελλάδα». -Κατά τον κεντροαριστερό Τουρκοκύπριο πολιτικό, Αλπάι Ντουρντουράν, η τουρκική πλευρά επιθυμεί να έχει δικαίωμα λόγου πάνω σ’ ολόκληρη την Κύπρο (Ορτάμ 18.4.1985). -Σαφέστατος ήταν και ο μετέπειτα υπουργός Εξωτερικών Σοϊσάλ: «Δε θέλουμε την Ελλάδα στη νότια πλευρά μας… Όσον καιρό η Κύπρος δε θα αποτελεί βάση για επιθέσεις εναντίον της Τουρκίας, δεν υπάρχει πρόβλημα» (Σημερινή 28.8.1988). -Στο ίδιο μήκος κύματος κινήθηκε και ο κορυφαίος Τούρκος σχολιαστής Αλί Μπιράντ: «Η επέμβαση της Τουρκίας στην Κύπρο δεν έγινε μόνο για τα μαύρα μάτια των Τουρκοκυπρίων. Η Τουρκία επενέβη επίσης και για να προωθήσει τα δικά της στρατηγικά συμφέροντα» (Μιλιέτ 13.3.1984). -Ενδεικτική και η ανάλυση του Τούρκου στρατηγού Τζελίλ Γκιουρκάν (Κίπρις Πόστασι 20.12.1983), σύμφωνα με την οποία σε περιόδους ελληνοτουρκικής κρίσης ή πολέμου η Ελλάδα «θα δημιουργήσει απειλή για τα λιμάνια της Κωνσταντινούπολης και της Σμύρνης. Σε μια τέτοια κατάσταση τα λιμάνια της Αλεξανδρέττας, της Μερσίνας και της Αττάλειας θα αποκτήσουν ζωτική σημασία για τις εισαγωγές-εξαγωγές και τον ανεφοδιασμό της Τουρκίας. Μια Κύπρος που θα βρισκόταν κάτω από τον έλεγχο της αντίπαλης δύναμης, θα μπορούσε με άνεση να κλείσει αυτά τα λιμάνια και έτσι να οδηγήσει την Τουρκία σε μια πολύ επικίνδυνη απομόνωση. Κατά συνέπεια, η Κύπρος θα πρέπει να βρίσκεται, με κάθε θυσία, σε χέρια που θέλουν το καλό της Τουρκίας. Αυτό θα πρέπει να αποτελέσει το θεμέλιο λίθο της εθνικής ασφάλειας της Τουρκίας. Από στρατιωτική σκοπιά, θα μπορούσαμε να πούμε ότι για την εθνική ασφάλεια της Τουρκίας, η πιο ασφαλισμένη Κύπρος θα ήταν μια Κύπρος που θα βρισκόταν στο σύνολό της υπό τον έλεγχο της Τουρκίας. Η φόρμουλα της διχοτόμησης, που θα δημιουργούσε δύο ανταγωνιζόμενα χωριστά κράτη, ένα τουρκοκυπριακό στο Βορρά κι ένα ελληνοκυπριακό στο Νότο, δε θα πρέπει να θεωρηθεί ιδεώδης λύση για την ασφάλεια της χώρας μας. Μια τέτοια λύση θα συνεπαγόταν τον τεράστιο κίνδυνο της επέκτασης του ήδη υφισταμένου θερμού χώρου επαφής και διαφωνιών μεταξύ Τουρκίας και Ελλάδας και κατά μήκος της Κύπρου». -Ο Τούρκος στρατηγός Οσμάν Νατζίν σε άρθρο του στην «Γκιουνές» (αναδημοσιεύθηκε στο Φιλελεύθερο στις 22.8.1986) αναφέρει τους λόγους για τους οποίους η Τουρκία δε θα εγκαταλείψει ποτέ την Κύπρο: «Η Κύπρος αποτελεί θέμα παρεμπόδισης του Ελληνισμού… Η Κύπρος αποτελεί το πιο κοντινό και το πιο άμεσο θέμα ασφάλειας για την Τουρκία, διότι, κοντά στα άλλα, η νήσος προσφέρεται θαυμάσια για κατασκευή νέων και σύγχρονων αεροδρομίων. Ένα εχθρικό κράτος που θα εγκαθιστούσε τέτοιες βάσεις στη νήσο θα συνιστούσε μεγάλη απειλή για την Τουρκία». -Στην Γκιουνές (αναδημοσίευση στην ελληνοκυπριακή Εμπρός 28.5.1988) ο Ορχάν Ερκανλί (ως συνταγματάρχης πρωταγωνίστησε στο πραξικόπημα του 1960 στην Τουρκία) έγραψε ότι «για την Τουρκία το Κυπριακό δεν είναι απλώς ένα θέμα διασφάλισης των ζωών των τουρκικών γενεών που διαβιούν στη νήσο. Η στρατηγική ασφάλεια της Τουρκίας και τα συμφέροντά της στη Μεσόγειο δεν μπορούν να επιτρέψουν ολόκληρη η νήσος να τεθεί υπό τον έλεγχο της Ελλάδας. Το να επαναληφθεί για μία ακόμα φορά το λάθος που έγινε στο Αιγαίο θα ήταν ασυγχώρητο σφάλμα εκ μέρους της Τουρκίας».
ΚΟΙΝΟΙ ΠΑΡΟΝΟΜΑΣΤΕΣ ΓΙΑ ΚΥΠΡΙΑΚΟ Η θεώρηση του Κυπριακού που περιγράφουν οι παραπάνω δηλώσεις, δεν ήταν θεώρηση μόνο της κεμαλικής στρατογραφειοκρατίας, η οποία ήταν καθεστώς στην περίοδο που εξετάζουμε. Είναι και θεώρηση των νέο-οθωμανών, που είναι πλέον το νέο καθεστώς στην Τουρκία. Κοινός παρονομαστής κεμαλιστών και νέο-οθωμανών, άλλωστε, είναι η πολιτικο-ψυχολογική ανάγκη να αντιστρέψουν την ιστορική τάση συρρίκνωσης που βίωσαν, λόγω της κατάρρευσης της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Η εισβολή και κατοχή της βόρειας Κύπρου είναι η δεύτερη επέκταση, μετά την ενσωμάτωση της Αλεξανδρέττας λίγο πριν από το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Οι κοινοί αυτοί παρονομαστές επιβεβαιώνονται, όχι μόνο από την πολιτική της κυβέρνησης Ερντογάν και από αποσπασματικές δηλώσεις στελεχών της, αλλά και από αυτά που ολοκληρωμένα έχει γράψει στο βιβλίο του «Στρατηγικό βάθος» ο αρχιτέκτονας της νέο-οθωμανικής εξωτερικής πολιτικής Αχμέτ Νταβούτογλου (πρώην υπουργός Εξωτερικών και πρωθυπουργός της Τουρκίας) για την Κύπρο και το Κυπριακό. Το γεγονός ότι τώρα, σε αντίθεση με το παρελθόν, η Άγκυρα μιλάει για δύο κράτη, έχει την εξήγησή του. Γι’ αυτά, όμως, σε επόμενο άρθρο…
*Ο Σταύρος Λυγερός έχει εργασθεί σε εφημερίδες (για 23 χρόνια στην Καθημερινή), ραδιοφωνικούς και τηλεοπτικούς σταθμούς. Σήμερα είναι πολιτικός-διπλωματικός σχολιαστής στον τηλεοπτικό σταθμό OPEN και διευθυντής του ιστότοπου SLpress.gr. Συγγραφέας 16 βιβλίων. Μέλος της Συντονιστικής Επιτροπής στην εξέγερση του Πολυτεχνείου το Νοέμβριο του 1973.
Οι ελληνοτουρκικές σχέσεις, μετά την ακραία ένταση του 2020 και την τεχνητή ύφεση στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο της 25ης Μαρτίου φέτος, κρέμονται «σε μια κλωστή» μέχρι τη Σύνοδο Κορυφής του ΝΑΤΟ στις 14 Ιουνίου και την εκεί -πιθανή- συνάντηση Κυριάκου Μητσοτάκη και Ρ.Τ. Ερντογάν.
Συμπτωματικά, την ίδια περίοδο θα επανεξετάζονται οι σχέσεις Ε.Ε. – Άγκυρας (Σύνοδος Κορυφής 24ης Ιουνίου) και θα εγκαινιαστεί η νέα φάση του τουρκικού προγράμματος ερευνών και γεωτρήσεων στη Μεσόγειο. Τα γνωστά πλοία («Oruc Reis» κ.λπ.) και τα βοηθητικά τους θα επιστρέφουν -κατά περίπτωση- από τη Μαύρη Θάλασσα ή τις εγκαταστάσεις συντήρησης με άγνωστες αποστολές. Σύμφωνα με έγκυρες πηγές, συμφωνία για τη συνάντηση των ηγετών Ελλάδας – Τουρκίας, τον Ιούνιο, δεν έχει επιτευχθεί ακόμα και μάλλον θα οριστικοποιηθεί τις παραμονές της συνόδου της Ατλαντικής Συμμαχίας. Η δήλωση Μητσοτάκη όμως, ότι «δε θα αργήσει ιδιαίτερα», αποτελεί συνέχεια σχετικής συζήτησης μεταξύ των υπουργών Εξωτερικών Ν. Δένδια και Μ. Τσαβούσογλου στην Άγκυρα, στις 15 Απριλίου. Η πρόταση συνάντησης Μητσοτάκη – Ερντογάν κατατέθηκε από την Τουρκία, η οποία τη βλέπει ως κορύφωση της συμφωνίας των διπλωματικών συμβούλων Ελ. Σουρανή και Ιμπ. Καλίν για σταδιακή προσέγγιση. Οι υπουργοί Εξωτερικών δεσμεύτηκαν να συνεχιστεί η επικοινωνία, μαζί με την εξέταση της «θετικής ατζέντας» επί οικονομικών θεμάτων, παρά την επεισοδιακή συνέντευξη Τύπου Δένδια – Τσαβούσογλου. Ωστόσο, το μείζον ζήτημα δεν είναι η εθιμοτυπία της συνάντησης Μητσοτάκη – Ερντογάν καθαυτής, αλλά αν θα δρομολογήσει αποκατάσταση της ομαλότητας με σεβασμό των ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων ή θα οδηγήσει σε επικίνδυνη ψευδαίσθηση βελτίωσης των σχέσεων. Προς το παρόν, η πλάστιγγα γέρνει, δυστυχώς, προς την πλευρά της ψευδαίσθησης. Γιατί, ενώ η Αθήνα θέλει να διατηρεί -και να δείχνει προς τρίτες χώρες- διαύλους επικοινωνίας με την Άγκυρα, η τουρκική πλευρά εμμένει στο σύνολο των παράνομων αξιώσεών της. Έχει μόνον αναστείλει τους πλόες των ερευνητικών σκαφών, αφού πρώτα καταπατήθηκαν αγρίως πολλά ελληνικά δικαιώματα και έγινε η δήλωση του υπουργού Επικρατείας Γ. Γεραπετρίτη για το όριο των 6 ν.μ. Το Μαξίμου επιμένει άλλωστε στη «σημιτική» ορολογία περί «θαλάσσιων ζωνών», αντί της συζήτησης μόνο περί υφαλοκρηπίδας και ΑΟΖ, όπως υπενθυμίζουν, μεγαλοφώνως, ο πρώην πρωθυπουργός Κ. Καραμανλής και, πιο διακριτικά, πλήθος βουλευτών. Παράλληλα, όσο θα πλησιάζει η σύνοδος του ΝΑΤΟ θα εντείνονται οι συζητήσεις επί δύο σημαντικών θεμάτων, για τα οποία οι κύριοι Μητσοτάκης και Ερντογάν είτε θα συμφωνήσουν άμεσα είτε θα τα μεταθέσουν τους επόμενους μήνες. Το πρώτο θέμα είναι η σύγκληση (ή μη) του Ανώτατου Συμβουλίου Συνεργασίας (ΑΣΣ) Ελλάδας – Τουρκίας, που αναβάλλεται συνεχώς, από το 2017, επειδή θα παρουσίαζε απατηλή εικόνα «κανονικότητας» εν καιρώ τουρκικών προκλήσεων. Ο κ. Ερντογάν ζήτησε τη σύγκληση κατά τη συνάντηση με τον κ. Μητσοτάκη στον ΟΗΕ το 2019 και ο πρωθυπουργός συναίνεσε χωρίς προβολή ελληνικών όρων. Σύμφωνος ήταν και ο κ. Δένδιας (από τα ελάχιστα λάθη του ως υπουργού Εξωτερικών), αλλά η απόφαση ανεκλήθη μετά την υπογραφή του τουρκολιβυκού μνημονίου. Το δεύτερο θέμα, που θα ανακύπτει πιεστικά ως τον Ιούνιο, είναι μια μορφή Κοινής Δήλωσης Ελλάδας – Τουρκίας, κατά το πρότυπο ίσως της γνωστής «Συμφωνίας της Μαδρίτης» στη Σύνοδο Κορυφής του ΝΑΤΟ τον Ιούλιο του 1997. Οι δύο κυβερνήσεις δεν έχουν εξετάσει ένα τόσο «προχωρημένο» βήμα, αλλά πρόκειται για επιδίωξη του γ.γ. της συμμαχίας Γ. Στόλτενμπεργκ. Ο γενικός γραμματέας επιθυμεί σφόδρα την επίτευξη ελληνοτουρκικής συμφωνίας πριν από την εκπνοή της θητείας του, το 2022. Λαμβάνοντας υπόψη ότι, μετά τη σύνοδο, όλοι θα συζητούν μόνο για το διάδοχό του, το ορόσημο του Ιουνίου αποτελεί την τελευταία ευκαιρία του για επίτευξη ελληνοτουρκικής συμφωνίας. Ενδεικτική είναι η σπουδή Στόλτενμπεργκ, το φθινόπωρο πέρυσι, να αναβαθμίσει σε «μηχανισμό αποτροπής κρίσεων στην Ανατολική Μεσόγειο» τις συζητήσεις εγκατάστασης απευθείας γραμμής επικοινωνίας των ΓΕΕΘΑ Ελλάδας και Τουρκίας. Η αναβάθμιση αποφεύχθηκε χάρη σε ενέργειες του κ. Δένδια και του αρχηγού ΓΕΕΘΑ, στρατηγού Κων. Φλώρου, αλλά έκτοτε παρουσιάζονται διάφορα εφευρήματα νόθευσης των ελληνικών δικαιωμάτων για επιχειρήσεις και ασκήσεις στην περιοχή. Επίσης, δεν είναι θεμιτό ο κ. Στόλτενμπεργκ αφενός να πιέζει την Ελλάδα, που είναι πιστή σύμμαχος στο ΝΑΤΟ (μετά τα προβλήματα των δεκαετιών του ’80 και ’90), αφετέρου να διευκολύνει την Τουρκία, η οποία αλληθωρίζει διαρκώς προς τη Μόσχα. Αρκετοί, πάντως, Έλληνες και ξένοι διπλωμάτες, προβλέπουν μια εξέλιξη «μεικτού» χαρακτήρα, με έκδοση «πανηγυρικής» δήλωσης στο ΝΑΤΟ, που θα αναφέρεται μόνο στην επικοινωνία μεταξύ των ΓΕΕΘΑ και στη βούληση των δύο κυβερνήσεων να πυκνώσουν τις επαφές τους.
*Εκδότης του περιοδικού «Άμυνα & Διπλωματία» και σύμβουλος ξένων εταιριών μελέτης επιχειρηματικού ρίσκου για τη ΝΑ Ευρώπη
Το Σάββατο 24 Απριλίου 2021, στις 12 μ.μ. ακριβώς (ώρα ΗΠΑ), ο Τζο Μπάιντεν έγινε ο πρώτος Αμερικάνος πρόεδρος που χαρακτήρισε τη σφαγή των Αρμενίων ως Γενοκτονία. Ο πρόεδρος εκπλήρωσε έτσι την προεκλογική του δέσμευση, ενώ είχε ενημερώσει σχετικά με τηλεφώνημα μία ημέρα νωρίτερα τον τούρκο πρόεδρο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν.
Η σχετική ανακοίνωση έγινε από το Λευκό Οίκο. Ο Τζο Μπάιντεν ανέφερε στο επίσημο κείμενό του τον όρο «Κωνσταντινούπολη», αντί για Ιστανμπούλ, αναφερόμενος στα γεγονότα της Γενοκτονίας του 1915. Πρόκειται για σαφή πολιτική – γεωπολιτική τοποθέτηση του Αμερικανού προέδρου.
Η δήλωση του Τζο Μπάιντεν για τη Γενοκτονία των Αρμενίων: «Κάθε χρόνο αυτήν την ημέρα, θυμόμαστε τις ζωές όλων εκείνων που πέθαναν στη γενοκτονία των Αρμενίων της Οθωμανικής εποχής και δεσμευόμαστε να αποτρέψουμε να ξανασυμβεί μια τέτοια θηριωδία. Ξεκινώντας στις 24 Απριλίου 1915, με τη σύλληψη Αρμενίων διανοουμένων και ηγετών της κοινότητας στην Κωνσταντινούπολη από οθωμανικές αρχές, ενάμισι εκατομμύριο Αρμένιοι απελάθηκαν, σφαγιάστηκαν ή οδηγήθηκαν στο θάνατό τους σε μια εκστρατεία εξόντωσης. Τιμούμε τα θύματα των MedsYeghern (σ.σ. η Γενοκτονία των Αρμενίων στα αρμένικα), έτσι ώστε οι φρικαλεότητες του να μη χαθούν ποτέ στην ιστορία. Και τις θυμόμαστε έτσι ώστε να παραμείνουμε πάντα σε εγρήγορση ενάντια στη διαβρωτική επίδραση του μίσους σε όλες τις μορφές του.Από αυτούς που επέζησαν, οι περισσότεροι αναγκάστηκαν να βρουν νέα σπίτια και νέες ζωές σε όλο τον κόσμο, συμπεριλαμβανομένων των Ηνωμένων Πολιτειών. Με δύναμη και ανθεκτικότητα, ο Αρμενικός λαός επέζησε και ανοικοδόμησε την κοινότητά του. Στο πέρασμα των δεκαετιών οι Αρμένιοι μετανάστες έχουν εμπλουτίσει τις Ηνωμένες Πολιτείες με αμέτρητους τρόπους, αλλά δεν έχουν ξεχάσει ποτέ την τραγική ιστορία που έφερε τόσους πολλούς από τους προγόνους τους στις ακτές μας. Τιμούμε την ιστορία τους. Βλέπουμε αυτόν τον πόνο. Επιβεβαιώνουμε την ιστορία. Το κάνουμε αυτό όχι για να απευθύνουμε κατηγορίες, αλλά για να διασφαλίσουμε ότι αυτό που συνέβη δε θα επαναληφθεί ποτέ.Σήμερα, καθώς θρηνούμε για ό,τι χάθηκε, ας στρέψουμε επίσης τα μάτια μας στο μέλλον – προς τον κόσμο που θέλουμε να χτίσουμε για τα παιδιά μας. Ένας κόσμος ακηλίδωτος από τα καθημερινά δεινά της μισαλλοδοξίας και, όπου γίνονται σεβαστά τα ανθρώπινα δικαιώματα και όπου όλοι οι άνθρωποι μπορούν να συνεχίσουν τη ζωή τους με αξιοπρέπεια και ασφάλεια. Ας ανανεώσουμε την κοινή μας αποφασιστικότητα να αποτρέψουμε μελλοντικές φρικαλεότητες από οπουδήποτε στον κόσμο. Και ας συνεχίσουμε να επιδιώκουμε τη θεραπεία και τη συμφιλίωση για όλους τους ανθρώπους του κόσμου.Ο αμερικανικός λαός τιμά όλους εκείνους τους Αρμένιους που χάθηκαν στη γενοκτονία που ξεκίνησε πριν από 106 χρόνια από σήμερα».
ΟΡΓΙΣΜΕΝΗ ΤΟΥΡΚΙΚΗ ΑΝΤΙΔΡΑΣΗ
Άμεση ήταν η αντίδραση από το τουρκικό υπουργείο Εξωτερικών, που σε ανακοίνωση του αποδοκιμάζει την εξέλιξη. Ο ΥΠΕΞ της Τουρκίας Μεβλούτ Τσαβούσογλου ανέφερε οργισμένα ότι «Κανένας δε θα μας δώσει μάθημα για την Ιστορία μας» και έκανε λόγο για «πολιτικό καιροσκοπισμό και προδοσία εναντίον της ειρήνης και της δικαιοσύνης»…, ενώ σημείωσε ότι «τα λόγια δεν μπορούν να αλλάξουν την Ιστορία», προσθέτοντας ότι απορρίπτει την ανακοίνωση.
Η ανακοίνωση του τουρκικού ΥΠΕΞ:
«Είναι σαφές ότι η δήλωση δεν έχει επιστημονική ούτε νομική βάση, αλλά ούτε και στηρίζεται από στοιχεία. Όσον αφορά στα γεγονότα του 1915, δεν πληρούνται καμία από τις απαιτούμενες προϋποθέσεις για τη χρήση του όρου “Γενοκτονία”, όπως ορίζεται αυστηρά από το διεθνές δίκαιο. Η φύση των γεγονότων δεν αλλάζει ανάλογα με τα τρέχοντα πολιτικά κίνητρα των πολιτικών ή τις εσωτερικές πολιτικές συγκυρίες. Μια τέτοια στάση εξυπηρετεί μόνο μια χυδαία παραμόρφωση της ιστορίας», αναφέρει το υπουργείο Εξωτερικών.
Σύμφωνα με το τουρκικό υπουργείο Εξωτερικών, η δήλωση Μπάιντεν δε θα έχει άλλες επιπτώσεις πέραν της πόλωσης των εθνών και την παρεμπόδιση της ειρήνης και της σταθερότητας στην περιοχή. Μάλιστα προσθέτει ότι η αμερικανική αναγνώριση «που διαστρεβλώνει τα ιστορικά γεγονότα, δε θα γίνει ποτέ αποδεκτή στη συνείδηση του τουρκικού λαού και θα ανοίξει βαθιά πληγή που υπονομεύει την αμοιβαία εμπιστοσύνη και φιλία».
«Καλούμε τον Αμερικανό πρόεδρο να διορθώσει αυτό το σοβαρό λάθος, που δεν εξυπηρετεί κανένα σκοπό πέρα από το να ικανοποιήσει ορισμένους πολιτικούς κύκλους και να υποστηρίξει τις προσπάθειες για την καθιέρωση ειρηνικής συνύπαρξης στην περιοχή, ειδικά μεταξύ τουρκικών και αρμενικών εθνών, εξυπηρετώντας την ατζέντα εκείνων των κύκλων που προσπαθούν να προκαλέσουν εχθρότητα» καταλήγει.
Η εφημερίδα YeniSafak που εκφράζει τις απόψεις του κυβερνώντος κόμματος του Ερντογάν, καθώς και αυτές της προεδρίας της Τουρκικής Δημοκρατίας, σε πρωτοσέλιδό της στη διαδικτυακή της έκδοση αναφέρει: «Δε θα πάρουμε μαθήματα Ιστορίας από κανέναν για την πατρίδα μας».
Πολύ λακωνική η εφημερίδα Hurriet έχει τίτλο «Είπε τη λέξη Γενοκτονία», αναφερόμενη στον Τζο Μπάιντεν. Δηλαδή, η έγκυρη εφημερίδα εστίασε στον όρο που χρησιμοποίησε ο πρόεδρος των ΗΠΑ, που μέχρι τώρα ήταν ταμπού στις αμερικανοτουρκικές σχέσεις…
Η ΑΡΜΕΝΙΑ ΧΑΙΡΕΤΙΖΕΙ ΤΗΝ ΕΞΕΛΙΞΗ
Ο πρωθυπουργός της Αρμενίας Νικόλ Πασινιάν χαιρέτισε την ιστορική απόφαση του Τζο Μπάιντεν να αναγνωρίσει επίσημα τη γενοκτονία των Αρμενίων. Ο Πασινιάν ευχαρίστησε τον πρόεδρο των ΗΠΑ σε μια ανάρτηση στο Facebook γι’ αυτό το «πολύ ισχυρό βήμα προς τη δικαιοσύνη και την ιστορική αλήθεια», και το οποίο προσφέρει «ανεκτίμητη υποστήριξη στους απογόνους των θυμάτων της Γενοκτονίας των Αρμενίων».
Η αναγνώριση της γενοκτονίας αποτελεί «ένα ενθαρρυντικό παράδειγμα για όλους εκείνους που θέλουν να οικοδομήσουν μια δίκαιη και ανεκτική διεθνή κοινωνία», πρόσθεσε ο επικεφαλής της αρμενικής κυβέρνησης.
Σε επιστολή του προς τον Τζο Μπάιντεν, ο Νικόλ Πασινιάν αναφέρει: «Ο λαός της Αρμενίας και οι Αρμένιοι σε όλο τον κόσμο δέχονται με μεγάλο ενθουσιασμό και χαιρετίζουν το μήνυμά σας… Η αναγνώριση της Γενοκτονίας των Αρμενίων είναι σημαντική όχι μόνο ως φόρος τιμής στο 1,5 εκατομμύριο των αθώων θυμάτων, αλλά και σε σχέση με την πρόληψη της επανάληψης παρόμοιων εγκλημάτων κατά της ανθρωπότητας».
«Επικοινωνιακός ο προϋπολογισμός»
λέει ο καθηγητής Κυριάκος Ματζιορίνης
Την περασμένη εβδομάδα, η Υπουργός Οικονομικών, Chrystia Freeland, παρουσίασε τον ομοσπονδιακό προϋπολογισμό για το 2021, ο οποίος χαρακτηρίστηκε από την κυβέρνηση ως ένα σχέδιο ανάκαμψης για θέσεις εργασίας, ανάπτυξη και ανθεκτικότητα. Η κορυφαία προτεραιότητα της κυβέρνησης του Καναδά παραμένει η προστασία της υγείας και της ασφάλειας των Καναδών, ιδιαίτερα κατά τη διάρκεια αυτού του τρίτου, επιθετικού κύματος του ιού και των παραλλαγών του. «Αυτός ο προϋπολογισμός αφορά την ολοκλήρωση του αγώνα ενάντια στο COVID-19. Πρόκειται για την επούλωση των πληγών που άφησε η ύφεση COVID-19. Και πρόκειται για τη δημιουργία περισσότερων θέσεων εργασίας και ευημερίας για τους Καναδούς τις μέρες – και τις δεκαετίες – που έρχονται» δήλωσε η Υπουργός Οικονομικών, Chrystia Freeland. Ο προϋπολογισμός 2021 περιλαμβάνει 101,4 δισεκατομμύρια δολάρια για τρία χρόνια σε προτεινόμενες επενδύσεις στο πλαίσιο του αναπτυξιακού σχεδίου της κυβέρνησης του Καναδά. Τα βασικά μέτρα περιλαμβάνουν: -Νέες επενδύσεις συνολικού ύψους περίπου 30 δισεκατομμυρίων δολαρίων κατά τα επόμενα πέντε χρόνια και 8,3 δισεκατομμυρίων δολαρίων σε εξέλιξη για τη στήριξη αυτού του οράματος. -Επέκταση υποστήριξης έκτακτης ανάγκης για τη γεφύρωση των Καναδών και των καναδικών επιχειρήσεων έως την ανάκαμψη, όπως: Α] Επέκταση της επιδότησης έκτακτης ανάγκης του Καναδά, επιδότηση έκτακτης ανάγκης του Καναδά και υποστήριξη για ενδεχόμενα λοκντάουν έως τις 25 Σεπτεμβρίου 2021. Β] Επέκταση του αριθμού των εβδομάδων που διατίθενται για σημαντική εισοδηματική υποστήριξη για τους Καναδούς. Γ] Αύξηση των παροχών ασθενείας λόγω ασφάλισης από 15 έως 26 εβδομάδες. Δ] Αύξηση της ασφάλειας γήρατος για ηλικιωμένους ηλικίας 75 ετών και άνω. Ε] Υποστήριξη των μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων μέσω διαφόρων μετασχηματιστικών προγραμμάτων, όπως: -Ένα νέο πρόγραμμα ψηφιακής υιοθέτησης του Καναδά που θα βοηθήσει πάνω από 160.000 επιχειρήσεις με τα κόστη της νέων τεχνολογιών. -Επιτρέποντας στις μικρές επιχειρήσεις του Καναδά να δαπανήσουν έως και 1,5 εκατομμύρια δολάρια σε επενδύσεις κεφαλαίου σε ένα ευρύ φάσμα περιουσιακών στοιχείων, συμπεριλαμβανομένης της ψηφιακής τεχνολογίας και της πνευματικής ιδιοκτησίας. Αυτό αντιπροσωπεύει μια επιπλέον επένδυση 2,2 δισεκατομμυρίων δολαρίων στην ανάπτυξη των επιχειρηματιών του Καναδά τα επόμενα πέντε χρόνια. -Αναζωογόνηση του τουριστικού τομέα του Καναδά μέσω 1 δισεκατομμυρίου δολαρίων για να βοηθήσει τις τουριστικές επιχειρήσεις να ανακάμψουν και να υποστηρίξουν φεστιβάλ και πολιτιστικές εκδηλώσεις. -Υποστήριξη γυναικών, μαύρων Καναδών και άλλων υποεκπροσωπούμενων επιχειρηματιών που αντιμετωπίζουν εμπόδια για την έναρξη και την κατοχή επιχειρήσεων μέσω επιδομάτων 300 εκατομμυρίων δολαρίων. -Καθιέρωση ομοσπονδιακού ελάχιστου μισθού 15$. -Εμπλουτισμός επιδόματος εργαζομένων στον Καναδά, το οποίο θα στηρίξει περίπου 1 εκατομμύριο περισσότερους Καναδούς και θα άρει σχεδόν 100.000 άτομα από τη φτώχεια. Αυτό θα οδηγήσει σε πρόσθετη υποστήριξη 8,9 δισεκατομμυρίων δολαρίων για έξι χρόνια για τους εργαζόμενους με χαμηλό μισθό του Καναδά. -Βοήθεια στην κατασκευή, επισκευή και υποστήριξη 35.000 προσιτών κατοικιών για ευάλωτους Καναδούς μέσω επένδυσης 2,5 δισεκατομμυρίων δολαρίων και ανακατανομής 1,3 δισεκατομμυρίων δολαρίων σε υπάρχουσα χρηματοδότηση. -Επένδυση 17,6 δισεκατομμυρίων δολαρίων σε μια πράσινη ανάκαμψη, που θα βοηθήσει τον Καναδά να επιτύχει το στόχο του για τη διατήρηση του 25% των γαιών και των ωκεανών του Καναδά έως το 2025, να υπερβεί τους κλιματικούς στόχους του στο Παρίσι και να μειώσει τις εκπομπές κατά 36% κάτω από τα επίπεδα του 2005 έως το 2030 και να προχωρήσει μια πορεία για την επίτευξη καθαρών μηδενικών εκπομπών έως το 2050. -Γεφύρωση κενών μεταξύ των αυτόχθονων και των μη αυτόχθονων πληθυσμών, μέσω μιας ιστορικής επένδυσης άνω των 18 δισεκατομμυρίων δολαρίων.
ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΚΟΣ ΠΡΟΫΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ Ο καθηγητής οικονομολογίας του πανεπιστημίου του McGill Δρ. Κυριάκος Ματζιορίνης βρίσκει τον προϋπολογισμό προεκλογικά επικοινωνιακό και βασίζει την κρίση του σε 5 σημεία: 1] Τα έσοδα του κράτους βασίζονται σε πολύ αισιόδοξες εκτιμήσεις 2] Τα έξοδα για τα χρεολύσια του ομοσπονδιακού κράτους επίσης βασίζονται σε αισιόδοξα χαμηλά επιτόκια μακράς διάρκειας 3] Δεν υπάρχει επαρκής πρόνοια αν τα πράγματα δεν πάνε καλά με την πανδημία 4] Το δημόσιο χρέος της χώρας σχεδόν διπλασιάζεται στα επόμενα 6 χρόνια από 30% σε 50% 5] Δεν υπάρχουν παροχές υποστήριξης των συστημάτων υγείας των επαρχιών μέσω transfer payments Σύμφωνα με τον καθηγητή, το άνοιγμα προς τους ψηφοφόρους του NDP μέσω του προγράμματος παιδικών σταθμών δεν είναι κάτι σίγουρο και αναμένεται η αντίδραση και συμφωνία των επαρχιών. Ο Δρ. Ματζιορίνης υπενθύμισε ότι το 50% ομοσπονδιακού χρέους δε συμπεριλαμβάνει τα επαρχιακά χρέη που αν προστεθούν το χρέος του Καναδά ενδέχεται να ξεπεράσει το 100%.
ΓΕΝΟΚΤΟΝΙΑ: Η ΠΡΟΣΧΕΔΙΑΣΜΕΝΗ, ΣΥΣΤΗΜΑΤΙΚΗ ΚΑΙ ΟΛΟΚΛΗΡΩΤΙΚΗ ΕΞΟΝΤΩΣΗ ΦΥΛΗΣ ή ΕΘΝΟΥΣ: (Η) – ΤΩΝ ΑΡΜΕΝΙΩΝ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΤΟΥΡΚΟΥΣ – (Η) ΤΩΝ ΕΒΡΑΙΩΝ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΝΑΖΙ (ΛΕΞΙΚΟ ΤΗΣ ΝΕΑΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ)
Ήταν η 24η Απριλίου 1915 (η «Κόκκινη Κυριακή», για τους Αρμένιους), όταν οι οθωμανικές αρχές συνέλαβαν 250 επιφανείς Αρμένιους της Κωνσταντινούπολης. Επρόκειτο μόνο για την πρώτη πράξη ενός από τα συγκλονιστικότερα και πιο προσβλητικά για τον ανθρώπινο πολιτισμό δράματα, που έμελλε να χαράξει ανεξίτηλα την πορεία ενός αρχαίου έθνους, που παραλίγο να χαθεί στη λήθη της ιστορίας.
Περίπου 1.500.000 άνθρωποι (σε σύνολο 3.000.000 Αρμενίων που διαβιούσαν στα ανατολικά, κυρίως, της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας) σκοτώθηκαν από μαχαίρι, από κούραση στα καταναγκαστικά έργα, κάηκαν μαζικά ζωντανοί, πνίγηκαν στη Μαύρη Θάλασσα ή στον Ευφράτη, ή χάθηκαν στην έρημο της Συρίας στις αναγκαστικές «πορείες θανάτου» που τους επέβαλλε η πολιτική των νέο-Τούρκων. Μαρτυρίες γιατρών και επιστημόνων για μαζικές εξοντώσεις με τοξικά αέρια, υπερβολικής χορήγησης μορφίνης στα αθώα θύματα, ακόμα και η σκόπιμη διασπορά του τύφου μέσω της υποχρεωτικής ένεσης μολυσμένου αίματος, συνθέτουν μακάβρια το «Μεγάλο Έγκλημα», όπως αποκαλούσαν αρχικά οι επιζώντες Αρμένιοι τα γεγονότα. Σύμφωνα με αναφορές, δημιουργήθηκαν 25 στρατόπεδα συγκέντρωσης στα σύνορα με το Ιράκ, από τα οποία ελάχιστοι γλίτωσαν. Ίδια κίνητρα και ίδιες μέθοδοι, που δυστυχώς δε συνέβησαν μόνο μια φορά στον 20ο αιώνα. Καμία διάκριση δεν έγινε μεταξύ ανδρών, γυναικών, παιδιών και ηλικιωμένων. Οι σφαγές, η κακοποίηση και οι βιασμοί γίνονταν σε ημερήσια διάταξη, καθώς οι Αρμένιοι σε όλα τα μήκη και πλάτη της τότε Οθωμανικής Αυτοκρατορίας έπρεπε να εξαφανιστούν, στο πλαίσιο του δόγματος του «παντουρκισμού», της δημιουργίας δηλαδή ομοιογενούς τουρκικού πληθυσμού στην πολυσύνθετη αλλά καταρρέουσα αυτοκρατορία. «Η φριχτή μυρωδιά της καμένης σάρκας αναδυόταν για πολλές μέρες μετά τους εμπρησμούς», περιγράφουν Τούρκοι οι οποίοι έζησαν ως παρατηρητές τα γεγονότα, σε αρμένικα χωριά που κάηκαν ολοσχερώς μαζί με τους κατοίκους τους. Άλλοι χριστιανικοί πληθυσμοί, όπως οι Έλληνες (Πόντιοι) και οι Ασσύριοι εκδιώχθηκαν με αντίστοιχη φρικαλέα βιαιότητα, με τα θύματα και σε αυτές τις κοινότητες να ανέρχονται σε εκατοντάδες χιλιάδες (στη Γενοκτονία των Ποντίων που έλαβε χώρα την ίδια περίοδο, περισσότεροι από 350.000 άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους και χιλιάδες άλλοι εκτοπίστηκαν).
ΤΟ ΧΡΟΝΙΚΟ ΕΝΟΣ ΠΡΟΑΝΑΓΓΕΛΘΕΝΤΟΣ ΕΓΚΛΗΜΑΤΟΣ Η διάλυση – ουσιαστικά – της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και η απώλεια του 85% των ευρωπαϊκών της εδαφών μετά τους Βαλκανικούς Πολέμους, δημιούργησε ένα κύμα εκατοντάδων χιλιάδων τούρκων προσφύγων οι οποίοι, εμποτισμένοι με αισθήματα οργής και εκδίκησης, μετοίκησαν στα ανατολικά της αυτοκρατορίας, εκεί που διαβιούσαν οι Αρμένιοι. Η «εκδίκηση» δε θα αργούσε να έρθει. Κατά τη διάρκεια του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, η Τουρκία, που πολέμησε στο πλευρό των Γερμανών, έγινε θέατρο πολλών και αιματηρών πολεμικών επιχειρήσεων. Δεκάδες χιλιάδες Αρμένιοι πολέμησαν εθελοντικά μαζί με το ρωσικό στρατό εναντίον τους, γεγονός που αποτέλεσε και μία από τις «αφορμές» γι’ αυτά που θα ακολουθούσαν αργότερα. Ο απόκοσμος φανατισμός του όχλου, οι παραινέσεις των ιμάμηδων ότι όσοι διώκουν τους Αρμένιους θα κερδίσουν μια θέση στον παράδεισο και εκατοντάδες χρόνια καταπίεσης και ανάπτυξης του αισθήματος της «ανωτερότητας» των Τούρκων έναντι των χριστιανικών πληθυσμών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, μετέτρεψε την εντεταλμένη εκδίωξη των Αρμενίων από τα τουρκικά εδάφη, σε μαζική φριχτή εξόντωση με όλους τους τρόπους που μπορεί (ή δεν μπορεί) να φανταστεί ο ανθρώπινος νους. Οι διώξεις αυτές ουσιαστικά επιβάλλονταν με σχετικό νόμο του κράτους, που προέβλεπε μάλιστα και την απαλλοτρίωση της περιουσίας των εκδιωγμένων.
ΕΓΚΛΗΜΑ ΧΩΡΙΣ ΤΙΜΩΡΙΑ Κάτω από τις έντονες πιέσεις της διεθνούς κοινής γνώμης (ξένοι εργαζόμενοι στην Τουρκία έστελναν αναφορές στις οποίες τόνιζαν ότι «δεν μπορούν να αντέξουν άλλο να είναι μάρτυρες αυτής της φρικαλεότητας»), το 1919 συστάθηκε από το τουρκικό κράτος ένα δικαστήριο για να «τιμωρήσει» τους ενόχους αυτού του εγκλήματος. Κάποιοι αξιωματούχοι τιμωρήθηκαν εις θάνατο ερήμην, αφού ποτέ δεν εμφανίστηκαν στο δικαστήριο. Και ποτέ κανείς δεν τους αναζήτησε, για να τους επιβάλλει την ποινή. Διεθνές δικαστήριο έγινε και στη Μάλτα όμως, καθώς όπως προέβλεπε η Συνθήκη των Σεβρών, η Τουρκία θα έπρεπε να παραδώσει τους υπεύθυνους για να δικαστούν, όπως και πράγματι έγινε. Τούρκοι στρατηγοί, αξιωματούχοι και «διανοούμενοι» φυλακίστηκαν εκεί για τρία χρόνια, ενώ διεξάγονταν έρευνες για τις πράξεις τους. Οι «συγκυρίες» όμως και οι «διεθνείς ισορροπίες» άλλαξαν και τελικά επέστρεψαν όλοι σώοι και αβλαβείς στην Τουρκία, σε αντάλλαγμα για την απελευθέρωση βρετανών κρατουμένων… Τη δικαιοσύνη που δεν επέβαλλαν οι διεθνείς θεσμοί, την απέδωσαν τελικά εν μέρει Αρμένιοι, στο πλαίσιο της επιχείρησης «Νέμεσις» που οργανώθηκε από τους ίδιους, με σκοπό να τιμωρήσουν τους υπεύθυνους για τη γενοκτονία. Τούρκοι επιφανείς αξιωματούχοι που συμμετείχαν και οργάνωσαν τις σφαγές δολοφονήθηκαν – μάλιστα ένας εξ αυτών μέρα μεσημέρι στο Βερολίνο, από Αρμένιο φοιτητή. Ο φοιτητής συνελήφθη αμέσως – για να αθωωθεί λίγες μέρες αργότερα σε μια πρωτόγνωρη απόφαση για τα δικαστικά χρονικά… Ο δικηγόρος του φοιτητή ήταν ο ίδιος που καθιέρωσε τον όρο «γενοκτονία», το 1943, όταν αντίστοιχα γεγονότα έλαβαν χώρα, αυτή τη φορά σε ευρωπαϊκό έδαφος… Σύμφωνα με αναφορές Γερμανών ιστορικών και ακαδημαϊκών, αρκετοί Γερμανοί αξιωματούχοι που βρίσκονταν στην Τουρκία εκείνη την περίοδο (ως σύμμαχη χώρα αλλά και για την κατασκευή σιδηροδρομικής γραμμής), είτε σιώπησαν, είτε επικρότησαν ή ακόμη και συμμετείχαν στη γενοκτονία, για διάφορους λόγους διεστραμμένης προάσπισης συμφερόντων ή συμμαχικής σχέσης… Κάποιοι από αυτούς ανέλαβαν σημαντικά πόστα στην κυβέρνηση του Χίτλερ, λίγες δεκαετίες αργότερα, οπότε και προφανώς βρήκαν την ευκαιρία να επαναλάβουν αυτά που είχαν διδαχθεί από τους πρωτεργάτες της πρώτης γενοκτονίας τού 20ου αιώνα. Η μαζική αυτή εξόντωση των Αρμενίων οδήγησε στη δημιουργία της Αρμένικης Διασποράς, καθώς χιλιάδες Αρμένιοι διαβιούν στο εξωτερικό και πιέζουν για διεθνή αναγνώριση των γεγονότων, ενώ αυτή αποτελεί και τη βασική πολιτική γραμμή του αρμένικου υπουργείου Εξωτερικών. Μέχρι σήμερα, 22 χώρες έχουν αναγνωρίσει επίσημα τη Γενοκτονία (η Ελλάδα και η Κύπρος ήταν από τις πρώτες) καθώς και 42 Πολιτείες των ΗΠΑ. Η Τουρκία φυσικά και συνεχίζει να μην αναγνωρίζει, όχι μόνο το χαρακτηρισμό των φριχτών μαζικών δολοφονιών ως γενοκτονία, αλλά τα υποβιβάζει μάλιστα στο βαθμό των «εκκαθαρίσεων στο πλαίσιο πολεμικών επιχειρήσεων». Οι σχέσεις της με την Αρμενία πάντα θεωρούνται τεταμένες, ενώ τούρκοι εθνικιστές έχουν επιτεθεί και σκοτώσει διανοούμενους που κατακρίνουν τη στάση αυτή. Ο Ερντογάν είχε δηλώσει το 1915: «Ευχόμαστε οι Αρμένιοι που έχασαν τη ζωή τους στις συνθήκες των αρχών του 20ού αιώνα να αναπαύονται εν ειρήνη και απευθύνουμε τα συλλυπητήριά μας στα εγγόνια τους», τόνισε, ξεκαθαρίζοντας όμως σε μια παράλογη εξίσωση θύτη – θύματος, ότι τα γεγονότα αποτελούν «κοινό πόνο» των λαών της Ανατολίας… Μια δήλωση που φυσικά και δεν ικανοποίησε στο ελάχιστο την αρμένικη πλευρά, σύμφωνα με την οποία η δήλωση συλλυπητηρίων του τούρκου πρωθυπουργού Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν συνιστά την «τελειοποίηση της άρνησης και της αποσιώπησης της γενοκτονίας»… «Η άρνηση της αναγνώρισης του φόνου και του δολοφόνου, σκοτώνει το θύμα για δεύτερη φορά», λέει ένα γνωμικό. Στην περίπτωση της Αρμενίας, αυτό συμβαίνει 106 συνεχόμενα χρόνια…
Τι σημαίνει τελικά η αναγνώριση της γενοκτονίας των Αρμενίων και ποιο είναι το μέλλον των αμερικανοτουρκικών σχέσεων
Ήταν σίγουρα μια κίνηση με σημαντικό συμβολισμό. Και μάλιστα ένα είδος συμβολισμού, στον οποίο έχει επενδύσει η κυβέρνηση του Τζο Μπάιντεν, εφόσον υπογραμμίζει την έμφαση που δίνει σε ζητήματα ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Για μια κυβέρνηση που θέλει να δώσει τον τόνο ότι επιλέγει μια γραμμή «φιλελεύθερου παρεμβατισμού» με κριτήριο τα ανθρώπινα δικαιώματα, θα ήταν δύσκολο, σε σχέση με το ίδιο της το αφήγημα, να μην προχωρήσει σε αυτή την κίνηση.
Βέβαια, έχει ενδιαφέρον ο προσεκτικός τρόπος που έγινε. Ναι μεν έκανε τη δήλωση ο Αμερικανός Πρόεδρος αλλά αυτό δε συνδυάστηκε με κάποια άλλη επίσημη χειρονομία (π.χ. την ανακήρυξη κάποιας ημέρας μνήμης). Η ίδια η δήλωση είναι πολύ προσεκτικά γραμμένη. Δεν αναφέρεται στην Τουρκία ή στους Τούρκους, αλλά στις Οθωμανικές αρχές. Ακόμη και η επιλογή αναφοράς στην Κωνσταντινούπολη και όχι στην Ιστανμπούλ, δηλαδή στην επίσημη ονομασία στην εποχή της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και όχι αυτή που καθιέρωσε ως επίσημη ο Κεμάλ (και από το 1930 ζήτησε να χρησιμοποιούν οι ξένες χώρες) ήταν ενδεικτική από αυτή την άποψη. Ωστόσο, δεν παύει να είναι πλήγμα για τον Τούρκο πρόεδρο, δεδομένης και της προσπάθειας εδώ και χρόνια να αποτρέψει ένα τέτοιο ενδεχόμενο.
ΠΩΣ Η ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΗ ΧΤΥΠΑΕΙ ΤΟ «ΑΦΗΓΗΜΑ» ΤΟΥ ΕΡΝΤΟΓΑΝ Για να καταλάβουμε τη σημασία που είχε, σε συμβολικό επίπεδο, η αναγνώριση, πρέπει να αναλογιστούμε την τραυματική θέση που κατέχει η Γενοκτονία των Αρμενίων στο τουρκικό «εθνικό αφήγημα». Παρότι η γενοκτονία έλαβε χώρα στην εποχή που ακόμη υπήρχε η Οθωμανική Αυτοκρατορία, εντούτοις η ίδια η έννοια της βίαιης εκκαθάρισης αλλοεθνών πληθυσμών, ανήκει πολύ περισσότερο στη διαδικασία συγκρότησης του τουρκικού εθνικισμού. Η Οθωμανική Αυτοκρατορία ήταν κατά βάση μια πολυεθνική αυτοκρατορία και ήταν κυρίως η ανάδυση του τουρκικού εθνικισμού, με πυρήνα και το κίνημα των Νεότουρκων (με ηγετική φυσιογνωμία τον Κεμάλ Ατατούρκ), στην τελευταία φάση της αυτοκρατορίας, που συνέπεσε αρχικά με τους Βαλκανικούς Πολέμους και μετά με τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, που έθεσε το θέμα της απομάκρυνσης των αλλοεθνών πληθυσμών και της διαμόρφωσης συνθήκης εθνικής ομογενοποίησης, κατά τρόπο ανάλογο με άλλες διαδικασίες εθνογένεσης στην περιοχή. Στο αναδυόμενο τουρκικό εθνικό σχέδιο εκείνης της εποχής, έπρεπε να αντιμετωπιστεί το ζήτημα των εθνικών μειονοτήτων, ιδίως όταν κάποιες από αυτές έλεγχαν κρίσιμες οικονομικές δραστηριότητες και συνδέονταν με ανταγωνιστικά εθνικά κινήματα. Αυτό εξηγεί και γιατί παρότι ήταν οθωμανικό έργο, θα είναι η σύγχρονη Τουρκία αυτή που κατεξοχήν θα αρνηθεί την παραδοχή της κλίμακας της βίας που υπέστησαν οι Αρμένιοι. Να το πούμε απλά: όσο λυτρωτική θα ήταν στην πραγματικότητα για την τουρκική κοινωνία η παραδοχή των όσων έγιναν τότε, άλλο τόσο δύσκολο είναι να συμβεί, εφόσον θα υπονόμευε τον ίδιο τον καταστατικό «μύθο» της σύγχρονης Τουρκίας. Για τον Ερντογάν, η αναγνώριση υπονομεύει με ποικίλους τρόπους το αφήγημά του. Και αυτό γιατί χτυπάει ταυτόχρονα τόσο τη «νέο-οθωμανική» πλευρά του στην οποία επενδύει με ποικίλους τρόπους, όσο και την «εθνικιστική» την οποία διεκδικεί – και η οποία αποτελεί επίσης το βασικό στίγμα των βασικών συμμάχων του από το MHP. Ακόμη περισσότερο, έστω και μετωνυμικά, υπογραμμίζει ότι η Τουρκία εξακολουθεί να έχει ανοιχτό θέμα στο εσωτερικό της, σε σχέση με την ανοιχτή πληγή του κουρδικού. Βεβαίως, από την άλλη μεριά, ο Ερντογάν γνωρίζει ότι τέτοιες χειρονομίες είναι όντως περισσότερο συμβολικές και δε συνεπάγονται υποχρεωτικά συνολικότερη ρήξη. Άλλωστε, η αναγνώριση της Γενοκτονίας των Αρμενίων από χώρες όπως π.χ. η Γερμανία ή η Ρωσία, δε σημαίνει απαραίτητα και κακές σχέσεις με την Τουρκία.
ΤΟ ΣΥΝΟΛΙΚΟΤΕΡΟ ΦΟΝΤΟ ΤΩΝ ΑΜΕΡΙΚΑΝΟΤΟΥΡΚΙΚΩΝ ΣΧΕΣΕΩΝ Όλα αυτά συμβαίνουν σε μια περίοδο επαναπροσδιορισμού των αμερικανοτουρκικών σχέσεων. Ούτως ή άλλως, παρά τη σχετικά καλή σχέση ανάμεσα στον Τραμπ και τον Ερντογάν, υπήρχαν διάφορα σημεία έντασης στις διμερείς σχέσεις. Το πραξικόπημα του 2016 άφησε ως κληρονομιά μια διάχυτη δυσπιστία έναντι των ΗΠΑ. Η επιλογή της Τουρκίας να προμηθευτεί τις συστοιχίες S-400 από τη Ρωσία πυροδότησε μια αλυσίδα προβλημάτων συμπεριλαμβανομένης και της διακοπής της τουρκικής συμμετοχής στο πρόγραμμα για τα μαχητικά F-35. Η συμμετοχή τουρκικών τραπεζών στο σπάσιμο των κυρώσεων κατά του Ιράν δημιουργεί επίσης προβλήματα. Η επιθετικότητα στη Νοτιοανατολική Μεσόγειο δημιουργεί εντάσεις και με συμμάχους των ΗΠΑ, όπως η Ελλάδα ή η Αίγυπτος, το ίδιο και η προσπάθεια της Τουρκίας να διεκδικήσει ρόλο «περιφερειακής δύναμης». Ωστόσο, την ίδια στιγμή, η Τουρκία είναι εμφανές ότι δεν έχει πάρει μια συνολική επιλογή ρήξης με τη Δύση και τις ΗΠΑ. Μάλιστα, ο Ερντογάν έχει οδηγήσει σε δυσμένεια τους «ευρασιατιστές» που υποστήριζαν μια συνολικότερη στροφή της Τουρκίας προς τη Ρωσία και την Κίνα, τελευταίο παράδειγμα ο τρόπος που αντιμετώπισε τους απόστρατους ναυάρχους που διαμαρτυρήθηκαν, για το ενδεχόμενο η Τουρκία να προχωρήσει σε έξοδο ή μονομερή τροποποίηση της Συνθήκης του Μοντρέ για το καθεστώς των Στενών. Επιπλέον, η Τουρκία έχει αντίθετες θέσεις από τη Ρωσία σε κρίσιμα ζητήματα: συνεργάζεται με την Ουκρανία και σε ζητήματα που αφορούν εξοπλισμούς, υποστήριξε το Αζερμπαϊτζάν στη σύγκρουση με την Αρμενία, δηλαδή διεκδίκησε ρόλο και στον Καύκασο, στήριξε την κυβέρνηση της Τρίπολης στον εμφύλιο στη Λιβύη, και βέβαια τυχόν αλλαγή στο καθεστώς των Στενών κατεξοχήν τη Ρωσία θα έπληττε. Σε όλα αυτά προστίθεται η προσπάθεια της Τουρκίας να αποκαταστήσει σχέσεις και με συμμάχους των ΗΠΑ όπως είναι το Ισραήλ, αλλά και ο τρόπος που παρουσιάζει πλευρές της εξωτερικής πολιτικής της, όπως την παρουσία στον Καύκασο, ως κάτι που μπορεί να εξυπηρετήσει και τα «δυτικά συμφέροντα». Το ίδιο ισχύει και για την ιδιαίτερη επένδυση που έχει κάνει στο να αποκτήσει αναβαθμισμένο ρόλο στην πολιτική διαπραγμάτευση και διαχείριση της ειρηνευτικής διαδικασίας στο Αφγανιστάν.
ΟΙ ΗΠΑ ΔΕΝ ΜΠΟΡΟΥΝ ΝΑ ΔΙΑΛΕΞΟΥΝ ΤΟ ΔΡΟΜΟ ΤΗΣ ΡΗΞΗΣ Την ίδια ώρα κλιμακώνεται αυτό που εσχάτως περιγράφεται ως ο «νέος Ψυχρός Πόλεμος», με τις ΗΠΑ και Ρωσία να βρίσκονται σε συγκρουσιακή συνθήκη, την ώρα που κλιμακώνεται και ο αμερικανο-κινεζικός ανταγωνισμός. Σε αυτό το φόντο είναι προφανές, ότι οι ΗΠΑ δεν μπορούν και κατά συνέπεια δε θέλουν να χάσουν μια χώρα, που για δεκαετίες υπήρξε στρατηγικός σύμμαχός τους. Και αυτό μπορεί να εξηγήσει, γιατί αυτή τη στιγμή οι ΗΠΑ δεν έχουν την πολυτέλεια να χάσουν την Τουρκία με το να οδηγήσουν τα πράγματα σε μια συνολική ρήξη. Μάλιστα, θα μπορούσε κανείς να πει ότι η επιλογή διαβημάτων με σημαντικό συμβολικό βάρος, όχι όμως απαραίτητα πραγματική επίπτωση, αποτελεί ακριβώς το είδος της πίεσης που ασκείται εντός μιας διαπραγμάτευσης όπου ο ορίζοντας δεν είναι η ρήξη.
Οι φετινοί δείκτες επιβεβαιώνουν την ύπαρξη του «χάσματος της ταξιδιωτικής ελευθερίας», το οποίο βρίσκεται σε υψηλά επίπεδα
Οι φετινοί δείκτες επιβεβαιώνουν την ύπαρξη του «χάσματος της ταξιδιωτικής ελευθερίας», το οποίο βρίσκεται σε υψηλά επίπεδα
Υπάρχουν 227 διαφορετικοί ταξιδιωτικοί προορισμοί σε όλο τον κόσμο που απαιτούν διαβατήριο για να μπορέσουμε να περάσουμε τα σύνορά τους. Καμία χώρα δεν εγγυάται είσοδο σε κάθε άνθρωπο, αλλά η αυξανόμενη παγκόσμια κινητικότητα επιτρέπει σε όσους βρίσκονται στις πρώτες θέσεις να πλησιάσουν σε αυτό. Δεν είναι καθόλου περίεργο, λοιπόν, που όλο και περισσότεροι άνθρωποι υποβάλλουν αίτηση για την απόκτηση διπλής υπηκοότητας, καθώς επιζητούν μεγαλύτερη ταξιδιωτική ελευθερία. Στοιχεία από το Δείκτη Διαβατηρίων Henley σκιαγραφούν μια εκπληκτική εικόνα για το μέλλον των ταξιδιών, εστιάζοντας στην ευρύτερη εικόνα του ποιος επιτρέπεται, πού και γιατί, σε έναν κόσμο που ετοιμάζεται να βγει από την πανδημία και να συνέλθει από την κρίση του προηγούμενου έτους. Ο δείκτης χρησιμοποιεί πληροφορίες από τη Διεθνή Ένωση Αερομεταφορών (IATA) για να υπολογίσει πόσοι ταξιδιωτικοί προορισμοί είναι προσβάσιμοι στα 199 διαβατήρια που υπάρχουν σε όλο τον κόσμο. Αυτό καθορίζεται ως οι προορισμοί που επιτρέπουν είτε την ελεύθερη είσοδο χωρίς βίζα είτε τη χρήση βίζα κατά την άφιξη παρά την είσοδο, με ποια χρονοβόρα και περίπλοκη διαδικασία αξιολόγησης. Καθώς η δυναμική του εμβολιασμού αυξάνεται, υπάρχει πιθανότητα αρκετοί από εμάς να χρειαστεί να χρησιμοποιήσουμε τα διαβατήριά μας φέτος. Όμως, ποια χώρα κρατά το κλειδί με τις περισσότερες ταξιδιωτικές επιλογές. Ποια δηλαδή είναι τα πιο «δυνατά» διαβατήρια για το 2021; Η λίστα διαμορφώνεται ως εξής: 1] Ιαπωνία (191 προορισμοί) 2] Σιγκαπούρη (190) 3] Νότια Κορέα, Γερμανία (189) 4] Ιταλία, Φινλανδία, Ισπανία, Λουξεμβούργο (188) 5] Δανία, Αυστρία (187) 6] Σουηδία, Γαλλία, Πορτογαλία, Ολλανδία, Ιρλανδία (186) 7] Ελβετία, ΗΠΑ, Ηνωμένο Βασίλειο, Νορβηγία, Βέλγιο, Νέα Ζηλανδία (185) 8] Ελλάδα, Μάλτα, Τσεχία, Αυστραλία (184) 9] Καναδάς (183) 10] Ουγγαρία (182) Αντιθέτως, τα χειρότερα διαβατήρια είναι εκείνα του Αφγανιστάν (26 προορισμοί), του Ιράκ (28), της Συρίας (29), της Σομαλία και Υεμένης (33), της Παλαιστίνης (37), της Λιβύης και Νεπάλ (38) και της Βόρειας Κορέας (39 προορισμοί).
ΤΙ ΜΑΣ ΛΕΝΕ ΑΥΤΟΙ ΟΙ ΑΡΙΘΜΟΙ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΚΙΝΗΤΙΚΟΤΗΤΑ; Οι φετινοί δείκτες επιβεβαιώνουν την ύπαρξη του «χάσματος της ταξιδιωτικής ελευθερίας», το οποίο μάλιστα βρίσκεται σε υψηλά επίπεδα. Μετριέται από τη διαφορά ανάμεσα στις χώρες με τους υψηλότερους και χαμηλότερους αριθμούς. Η δυναμική ενός Ιαπωνικού διαβατηρίου είναι 115 χώρες μεγαλύτερη από εκείνη του Αφγανιστάν. Πρότερη έρευνα από το London School of Economics το επιβεβαιώνει – αν και το τελευταίο μισό του 20ου αιώνα ήταν ιδανική εποχή για όσους δε χρειάζονταν βίζα αλλά και για την επέκταση των ταξιδιωτικών δικτύων, υπάρχουν νικητές και χαμένοι σε αυτό το σύστημα που συνεχίζει να επηρεάζεται μέχρι σήμερα. Κάποιοι από τους λόγους γι’ αυτό πιθανότατα να επιδεινώνουν την κατάσταση τον τελευταίο χρόνο. Η χαλάρωση των ταξιδιωτικών περιορισμών λόγω του Covid-19 είναι ένα σημείο ενδιαφέροντος για το Δείκτη Διαβατηρίων του Henley. «Με τα μαζικά προγράμματα εμβολιασμού σε ορισμένες πλούσιες και αναπτυγμένες οικονομίες όπως στην Ευρώπη, στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και στις ΗΠΑ, η παγκόσμια κινητικότητα σύντομα θα είναι και πάλι μια δυνατότητα για κάποιους», σημειώνουν. «Για τους κατοίκους των αναπτυσσόμενων και αναδυόμενων οικονομιών, όπου οι ρυθμοί εμβολιασμού είναι πολύ πιο αργοί και όπου τα διαβατήρια τείνουν να προσφέρουν πολύ μικρότερη ταξιδιωτική ελευθερία γενικά – το μέλλον φαντάζει λιγότερο ρόδινο». Εντούτοις, το μέλλον για όλο τον κόσμο παραμένει αβέβαιο, καθώς ο ιός δεν έχει εκλείψει, οι μεταλλάξεις υφίστανται και αυτό το γεγονός συνεχίζει να απασχολεί και να επιβαρύνει το ζήτημα των ταξιδιών με συνεχείς αξιολογήσεις και διορθώσεις σε ζητήματα περιορισμών και διαδικασιών σε κάθε χώρα.
«Η Ελλάδα είναι πολύ μικρή για να έχει δικά της συμφέροντα»!
Στην Ελλάδα τείνει να κυριαρχήσει μια αντίληψη, σύμφωνα με την οποία η ολοκληρωτική ταύτιση με τις ΗΠΑ, εν όψει μάλιστα της «αναπόφευκτης» σύγκρουσης Ουάσιγκτον-Άγκυρας, είναι το καταλυτικό στοιχείο που θα επιτρέψει στην Ελλάδα να αναβαθμιστεί γεωπολιτικά. Σ’ αυτές τις ράγες κινείται ήδη η ελληνική εξωτερική και επί κυβέρνησης Τσίπρα και επί κυβέρνησης Μητσοτάκη.
Στο πλαίσιο αυτής της λογικής, η Ελλάδα όφειλε να φέρει εις πέρας ορισμένες αποστολές για λογαριασμό των ΗΠΑ. Μία εξ αυτών ήταν να κλείσει, όπως – όπως, το θέμα της ονομασίας των Σκοπίων, όπως και έγινε. Κι αυτό, γιατί η Ουάσιγκτον ήθελε να εντάξει όσο το δυνατόν πιο σύντομα τα Σκόπια στο ΝΑΤΟ. Έτσι εγκλωβίζει έτι περαιτέρω τη Σερβία μέσα σε ένα Νατοϊκό κλοιό, ωθώντας την να κινηθεί κι αυτή προς μια φιλοδυτική κατεύθυνση. Γενικώς, επιδιώκει να εντάξει όλα τα Βαλκάνια στην αρχιτεκτονική ασφαλείας της Δύσης, εξαλείφοντας τη ρωσική επιρροή στην περιοχή.
Όμως, ακόμη και στο πλαίσιο μιας άνευ όρων ταύτισης με τις ΗΠΑ, αυτή η πολιτική είναι απλά λάθος για τη χώρα μας. Συγκεκριμένα, αν πράγματι η Ελλάδα θα ήθελε να αποτελέσει το κομβικό στοιχείο της αμερικανικής στρατηγικής στην περιοχή, το συμφέρον της θα ήταν οι άλλες χώρες των Βαλκανίων να βρίσκονται εκτός του ελέγχου των ΗΠΑ. Ή ακόμη καλύτερα, να είναι εχθρικές έναντι αυτών. Αυτό, άλλωστε, ίσχυε στα χρόνια του Ψυχρού Πολέμου, όπου η Ελλάδα αποτελούσε ένα είδος «νησιού» μέσα στα κομμουνιστικά Βαλκάνια, με αποτέλεσμα να έχει έναν σαφώς αυξημένο ρόλο μέσα στη γεωπολιτική αρχιτεκτονική της Δύσης. Μέρος του ρόλου αυτού, ήταν να λειτουργεί και ως φάρος ευημερίας στην περιοχή.
Αντιθέτως, όσο οι γειτονικές μας χώρες εντάσσονται στη σφαίρα επιρροής της Ουάσιγκτον, ο ρόλος της Ελλάδας μειώνεται. Με άλλα λόγια, στο πλαίσιο μιας απόλυτα φιλοαμερικανικής πολιτικής, τα ελληνικά συμφέροντα δεν ταυτίζονται κατ’ ανάγκην με αυτά των ΗΠΑ. Η Ουάσιγκτον θα ήθελε όσο το δυνατόν πιο σταθεροποιημένα και υπό τον έλεγχό της τα Βαλκάνια. Αντιθέτως, η Αθήνα, λογικά, θα επεδίωκε διακριτικά το αντίθετο, ώστε να μεγιστοποιήσει το βαθμό που είναι χρήσιμη για την αμερικανική στρατηγική.
Το απλό αυτό δεδομένο, όμως, δε φαίνεται να γίνεται κατανοητό από τις ελληνικές ελίτ, που διαμορφώνουν την εξωτερική πολιτική. Κατά την άποψη του γράφοντος, αυτή και άλλες παρόμοιες αντιφατικές ενέργειες, δεν αποτελούν απλώς κάποιες δυσλειτουργίες του μηχανισμού άσκησης εξωτερικής πολιτικής. Εκφράζουν μια πολύ βαθιά παθογένεια της, που δεν είναι τίποτα άλλο, από έλλειψη εθνοκεντρικής γεωπολιτικής λειτουργίας. Κι αυτή η έλλειψη εντοπίζεται στα ίδια τα θεμέλια του σύγχρονου ελλαδικού κράτους.
Η ΕΛΛΑΔΑ ΣΕ ΡΟΛΟ ΦΡΑΓΜΑΤΟΣ
Όταν φάνηκε ότι ήταν πλέον αδύνατη η αποφυγή της δημιουργίας του ελλαδικού κράτους μετά την Επανάσταση του 1821, οι «προστάτιδες δυνάμεις» της Δύσης ανέθεσαν σε αυτό τη γεωπολιτική αποστολή να λειτουργεί ως φράγμα έναντι της Ρωσίας. Για την ακρίβεια, να αποτρέπει την έξοδό της στην κρίσιμης σημασία εσωτερική «λίμνη» του γεωσυστήματος Ευρασίας-Αφρικής, δηλαδή στην Ανατολική Μεσόγειο.
Ενώ, λοιπόν, η Ελλάδα καλούνταν να παίξει το ρόλο του φράγματος ενάντια στη Ρωσία, ταυτοχρόνως είχε ισχυρούς πολιτισμικούς, θρησκευτικούς και ιστορικούς δεσμούς μαζί της. Οι δε λαϊκές τάξεις διάκεινται φιλικά προς τους Ρώσους. Για να επιλυθεί ο γόρδιος δεσμός αυτής της αντιφατικής κατάστασης, οι «προστάτιδες δυνάμεις» δημιούργησαν στο νέο τότε ελληνικό κράτος, μια ελεγχόμενη από αυτές εσωτερική πραγματικότητα.
Στο πλαίσιο αυτό, η πολιτική εξουσία, καθώς και οι αναγκαίες προεκτάσεις της στην κρατική γραφειοκρατία, στον πνευματικό κόσμο και κυρίως στους μηχανισμούς σχεδιασμού και άσκησης εξωτερικής πολιτικής, έπρεπε να μην αντιλαμβάνονται τα ελληνικά εθνικά συμφέροντα μέσα από το δόγμα, ότι η Ελλάδα πρέπει πρωτίστως να λειτουργεί σαν φράγμα έναντι της Ρωσίας. Με άλλα λόγια, η Ελλάδα δε θα έπρεπε να αποκτήσει μηχανισμό εθνοκεντρικής εξωτερικής πολιτικής, γιατί η ίδια η έννοια του εθνικού συμφέροντος αντέβαινε τη λειτουργία που της είχε ανατεθεί.
ΑΠΟ ΤΙΣ ΚΑΝΟΝΙΟΦΟΡΟΥΣ ΣΤΟ ΔΝΤ
Όποτε αυτός ο εσωτερικός μηχανισμός δεν μπορούσε να φέρει εις πέρας την αποστολή του, η ευρωπαϊκή στρατιωτική ισχύς αναλάμβανε να δώσει λύση. Μέχρι το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, βρετανικά και ενίοτε και γαλλικά πολεμικά πλοία υπενθύμιζαν διά των πυροβόλων τους στην Ελλάδα, τη δουλειά που είχε να κάνει. Από τον Εμφύλιο η κατάσταση έγινε πιο πολύπλοκη και την αποστολή αυτή ανέλαβαν οι ΗΠΑ, που είχαν πάρει στο μεταξύ τη σκυτάλη από την παραπαίουσα Βρετανική Αυτοκρατορία. Η αμερικανική στρατιωτική ισχύς συνδυάστηκε με τη δημιουργία ενός αστυνομικού – αυταρχικού κράτους, αλλά και με τεράστιες ροές κεφαλαίων προς την ελληνική οικονομία.
Από τη Μεταπολίτευση και μετά, με τη σταδιακή παρακμή του αστυνομικού κράτους αλλά και την επικίνδυνη γιγάντωση του αντιαμερικανισμού στην ελληνική κοινωνία, οι Δυτικοί επικυρίαρχοι συνειδητοποίησαν ότι έπρεπε να αλλάξουν στρατηγική. Έτσι, επένδυσαν στο ευρωπαϊκό μέλλον της Ελλάδας. Οι κρουνοί των ευρωπαϊκών ταμείων άνοιξαν και ποταμοί χρήματος εισέρρευσαν στη χώρα, ανεβάζοντας το βιοτικό επίπεδο των Ελλήνων, αλλά και διαιωνίζοντας την κυριαρχία των υπαρχόντων δυτικότροπων ελίτ.
Όμως, το ευρωπαϊκό χρήμα είχε και αυτό τα όριά του και σύντομα έδωσε και πάλι τη σκυτάλη στην ωμή ισχύ. Τη φάση του απατηλού πλούτου διαδέχθηκε, αναπόφευκτα, η φάση της παραλυτικής φτώχειας και επιστρέψαμε στην εποχή της βίας και των απειλών. Μόνο που αυτή τη φορά δεν ήταν τα πυροβόλα των αγγλικών πολεμικών που θα αναλάμβαναν να διατηρήσουν την Ελλάδα στη δυτική σφαίρα επιρροής. Ήταν οι «διεθνείς» (δηλαδή οι ελεγχόμενοι από τη Δύση) οίκοι αξιολόγησης, το ΔΝΤ και η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα. Έτσι, η έλλειψη γεωπολιτικής αυθυπαρξίας της Ελλάδας και η συνεπακόλουθη λειτουργία της ως χώρα – οχυρό της Δύσης, εξασφαλιζόταν πλέον διά της απειλής ακραίας φτώχειας.
Η ΤΑΥΤΙΣΗ ΜΕ ΤΙΣ ΗΠΑ
Αλλά κι αυτή η περίοδος, δεν μπορούσε να κρατήσει για πάντα. Ο φόβος έπρεπε να δώσει σταδιακά τη θέση του σε κάποιας μορφής ελπίδα. Στη φάση αυτή βρισκόμαστε σήμερα. Κύριο χαρακτηριστικό της είναι μια ανορθολογική ταύτιση με τις ΗΠΑ. Η επιλογή αυτή θα είχε, ίσως, κάποιο νόημα, εάν εδραζόταν πάνω σε μια δομή διαμόρφωσης εξωτερικής πολιτικής, η οποία θα είχε καταλήξει στο συμπέρασμα ότι είναι η βέλτιστη πολιτική για τα ελληνικά εθνικά συμφέροντα.
Όμως, αυτό προϋποθέτει μια εθνοκεντρική γεωπολιτική λειτουργία, μία αξιολόγηση βάσης, με κριτήριο τα καλώς εννοούμενα ελληνικά συμφέροντα. Κάτι τέτοιο θα μπορούσε να θέσει σε αμφισβήτηση το ρόλο του φράγματος ή τουλάχιστον να τον τροποποιήσει, κατά τρόπο που να υπηρετεί την Ελλάδα και όχι μονοδιάστατα τη Δύση. Είναι δεδομένο ότι αν δεν υπάρχει αυτή η εθνοκεντρική γεωπολιτική λειτουργία, δεν μπορούμε να μιλάμε για χάραξη ελληνικής εξωτερικής πολιτικής (φιλοαμερικανικής, φιλοευρωπαϊκής ή οτιδήποτε άλλο), αλλά για υπαγόρευσή της.
Είναι βέβαιο ότι όλα τα παραπάνω ακούγονται σε πολλούς ανεδαφικά, ή και αφελή. Το γεγονός, όμως, παραμένει, ότι η Ελλάδα δείχνει διαχρονικά να ακολουθεί μια πολιτική που δεν έχει στον πυρήνα της τα εθνικά συμφέροντα, αλλά συμφέροντα άλλων χωρών και γεωπολιτικών σχηματισμών. Κι αυτό με το επιχείρημα ότι η Ελλάδα «είναι πολύ μικρή για να έχει δικά της συμφέροντα»!
Θα πρέπει να «ανήκει εις την Δύσιν», αποτελώντας ουσιαστικά περιουσιακό της στοιχείο και όχι λειτουργώντας ως αυτόνομο στοιχείο της δυτικής γεωπολιτικής δομής. Και κάτι τέτοιο φαίνεται πως ισχύει ακόμη και σήμερα, εάν κρίνουμε και μόνο από το γεγονός ότι η Αθήνα υπέγραψε το φθινόπωρο του 2019 τη συμφωνία για την παραχώρηση στις ΗΠΑ όλων των στρατιωτικών διευκολύνσεων που ζήτησαν, χωρίς να ζητήσει αξιόλογα ανταλλάγματα!
Αν θέλουμε λοιπόν να σχεδιάσουμε εθνική στρατηγική για το μέλλον, το πρώτο βήμα είναι να διεκδικήσουμε τον εαυτό μας. Να αποκτήσουμε μια αυτόνομη, αυτόφωτη και εθνοκεντρική γεωπολιτική λειτουργία και μετά να δούμε, λαμβάνοντας υπόψη τις συνθήκες, αν η πολιτική μας θα είναι φιλοαμερικανική, φιλογερμανική, φιλορωσική, ή φιλοσουηδική…
*Ο Κωνσταντίνος Γρίβας είναι Καθηγητής Γεωπολιτικής στη Στρατιωτική Σχολή Ευέλπιδων. Διδάσκει επίσης Γεωγραφία της Ασφάλειας στην ευρύτερη Μέση Ανατολή στο Τμήμα Τουρκικών και Σύγχρονων Ασιατικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Αθηνών.