Home Blog Page 68

Περπατήστε ή μείνετε σπίτι

0

Η STM λέει «όχι» στα ασανσέρ του μετρό

Μια απογοητευτική ανακοίνωση ήρθε να επιβεβαιώσει τις ανησυχίες πολλών πολιτών του Μόντρεαλ: Η Société de transport de Montréal (STM) ανακοίνωσε ότι σταματάει προς το παρόν την εγκατάσταση ανελκυστήρων σε σταθμούς του μετρό, επικαλούμενη έλλειψη χρηματοδότησης. Παρά τις αρχικές δεσμεύσεις για καθολική προσβασιμότητα του μετρό μέχρι το 2030, η πραγματικότητα πλέον απέχει πολύ από το στόχο.
Η ανακοίνωση έρχεται λίγες μέρες μετά την ολοκλήρωση του έργου εγκατάστασης δύο ανελκυστήρων στο σταθμό Atwater της πράσινης γραμμής, που αποτελεί πλέον τον 30ό προσβάσιμο σταθμό από τους 68 συνολικά. Το έργο κόστισε 7 εκατομμύρια δολάρια και θεωρείται κρίσιμο, δεδομένης της κεντρικής θέσης του σταθμού.
Ωστόσο, σύμφωνα με την STM, δεν υπάρχουν πλέον κονδύλια για νέα έργα προσβασιμότητας. Στην επίσημη ανακοίνωσή της, η STM επιρρίπτει την ευθύνη στην κυβέρνηση του Κεμπέκ και στον προϋπολογισμό του 2025-2026, ο οποίος για τρίτη συνεχόμενη χρονιά δεν περιλαμβάνει νέα κονδύλια για υποδομές ή έργα προσβασιμότητας.
Ο Éric Alan Caldwell, πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου της STM, χαρακτήρισε την κατάσταση «ανησυχητική» και τόνισε πως «η αξιοπιστία και η ασφάλεια του δικτύου κινδυνεύουν». Επεσήμανε μάλιστα, ότι σύμφωνα με το Ετήσιο Σχέδιο Διαχείρισης Υποδομών (PAGI), το ποσοστό των περιουσιακών στοιχείων της STM που βρίσκονται σε κακή κατάσταση έχει αυξηθεί δραματικά, από 23% σε 39%, περιλαμβάνοντας σήραγγες, σταθμούς και τους συρμούς MR-73.
Τα έργα εγκατάστασης ανελκυστήρων που έχουν ήδη ξεκινήσει, όπως στο σταθμό Berri-UQAM (κίτρινη γραμμή) και στο σταθμό Édouard-Montpetit (μπλε γραμμή), θα συνεχιστούν. Όμως κάθε νέο έργο έχει «παγώσει» επ’ αόριστον.
Η εξέλιξη αυτή έχει προκαλέσει έντονες αντιδράσεις, ιδιαίτερα από οργανώσεις υπέρ των ατόμων με αναπηρία.
Ο Steven Laperrière, γενικός διευθυντής του Regroupement des activistes pour l’inclusion au Québec (RAPLIQ), χαρακτήρισε θετική την ολοκλήρωση του έργου στον Atwater, ωστόσο εξέφρασε την απογοήτευσή του για την αναστολή των υπόλοιπων έργων. Όπως δήλωσε, «η προσβασιμότητα δεν αφορά μόνο τα άτομα με αναπηρία, αλλά όλους».
«Αν κάποιος σπάσει το πόδι του, για παράδειγμα, μπορεί τουλάχιστον να χρησιμοποιήσει τον ανελκυστήρα για να φτάσει στην αποβάθρα του μετρό», τόνισε. «Είναι ζήτημα καθημερινής ζωής, όχι πολυτέλειας».
Ο Laperrière αναγνώρισε, ότι το παράλληλο σύστημα μεταφοράς της STM για άτομα με αναπηρία (paratransit) είναι χρήσιμο, αλλά υπολείπεται σε ευελιξία. Οι χρήστες πρέπει να κάνουν κράτηση τουλάχιστον 24 ώρες πριν, γεγονός που καθιστά δύσκολη οποιαδήποτε απρόβλεπτη μετακίνηση. Επιπλέον, απαιτείται προγραμματισμός και για την ώρα επιστροφής, ενώ το σύστημα δεν είναι πάντοτε συνεπές.
Η STM είχε αρχικά ανακοινώσει στόχο να καταστήσει 41 σταθμούς πλήρως προσβάσιμους μέχρι το 2030. Πλέον, αυτός ο στόχος θεωρείται ανέφικτος, τουλάχιστον υπό τις παρούσες οικονομικές συνθήκες. Παρ’ όλα αυτά, ο Laperrière δηλώνει συγκρατημένα αισιόδοξος ότι θα υπάρξει πρόοδος, ειδικά αν το RAPLIQ κερδίσει τη συλλογική αγωγή που έχει καταθέσει από το 2017 εναντίον της STM, της πόλης του Μόντρεαλ, της Autorité régionale de transport métropolitain και του Réseau de transport métropolitain.
Η αγωγή αυτή υποστηρίζει, ότι η έλλειψη προσβασιμότητας αποτελεί διάκριση εις βάρος των ατόμων με κινητικές δυσκολίες. Οι ακροάσεις ολοκληρώθηκαν το Δεκέμβριο του 2023 και αναμένεται απόφαση, την οποία ο Laperrière χαρακτηρίζει ιστορική: «Όποιο κι αν είναι το αποτέλεσμα, θα είναι σημείο καμπής».
Εν τω μεταξύ, η κυβέρνηση του Κεμπέκ τηρεί σιγήν ιχθύος.
Η υπόθεση αυτή αποτελεί ακόμα μία ένδειξη της προοδευτικής απαξίωσης των δημοσίων συγκοινωνιών στο Κεμπέκ. Με τη χρηματοδότηση να μειώνεται και τις ανάγκες να αυξάνονται, η STM βρίσκεται σε οριακό σημείο. Και δυστυχώς, το τίμημα αυτής της στασιμότητας το πληρώνουν οι πιο ευάλωτοι πολίτες – οι ηλικιωμένοι, οι γονείς με καρότσια, οι τραυματισμένοι, και πάνω απ’ όλα τα άτομα με αναπηρία.
Ο πολιτικός και κοινωνικός διάλογος που θα ακολουθήσει πρέπει να έχει στο επίκεντρο την ισότητα στην κινητικότητα. Γιατί ένα πραγματικά δημόσιο μέσο μεταφοράς είναι εκείνο που εξυπηρετεί όλους ανεξαιρέτως. Και προς το παρόν, το μετρό του Μόντρεαλ έχει ακόμα πολύ δρόμο να διανύσει για να το πετύχει αυτό.

Ο καφές στον Καναδά γίνεται πολυτέλεια

0

Πώς οι δασμοί του Donald Trump ανεβάζουν την τιμή της αγαπημένης μας συνήθειας

Η καθημερινή συνήθεια εκατομμυρίων Καναδών – ο καφές – αναμένεται να γίνει ακριβότερος από ποτέ, καθώς οι εμπορικές πολιτικές του Προέδρου των Ηνωμένων Πολιτειών Donald Trump φέρνουν νέα κύματα ανατιμήσεων, προκαλώντας αλυσιδωτές αντιδράσεις στην καναδική αγορά.
Η πρόσφατη απόφαση των ΗΠΑ να επιβάλουν βασικό δασμό 10% σε όλα τα εισαγόμενα προϊόντα – και ειδικά σε χώρες παραγωγής καφέ όπως το Βιετνάμ, η Ινδονησία και η Ινδία – έχει ήδη αρχίσει να προκαλεί αναστάτωση στην αλυσίδα προμήθειας. Αν και οι δασμοί πληρώνονται από τους Αμερικανούς εισαγωγείς, η πραγματικότητα είναι πιο περίπλοκη: η πλειονότητα των Καναδών εισαγωγέων και καβουρδιστηρίων βασίζονται σε μεσάζοντες και αποθήκες των ΗΠΑ για την προμήθεια των πράσινων κόκκων καφέ.
Η αύξηση του κόστους μετακυλίεται πλέον στους Καναδούς καταναλωτές, με την τιμή μιας σακούλας καφέ να έχει ήδη αυξηθεί κατά 15% στη Βρετανική Κολομβία μεταξύ 2024 και 2025, σύμφωνα με τα στοιχεία της Statistics Canada.
Ο Stuart McCook, καθηγητής ιστορίας στο University of Guelph, χαρακτηρίζει την κατάσταση ως ένα «ιστορικό σημείο καμπής», εξηγώντας ότι μέχρι πρόσφατα ο καφές διακινούνταν με ελάχιστους ή καθόλου δασμούς μεταξύ Καναδά και ΗΠΑ. Η νέα πραγματικότητα ανατρέπει πλήρως αυτή τη σχέση, δημιουργώντας ένα επιβαρυμένο οικονομικό περιβάλλον για τους Καναδούς εισαγωγείς.
Παράλληλα, οι Καναδοί εξαγωγείς που επιθυμούν να στείλουν καβουρδισμένο καφέ στις ΗΠΑ έρχονται αντιμέτωποι με δασμούς ύψους 25%, εφόσον τα προϊόντα τους δε συμμορφώνονται με τις προδιαγραφές της συμφωνίας CUSMA (Canada–United States–Mexico Agreement).
Η Coffee Association of Canada (CAC) εκτιμά, ότι πάνω από 1 δισεκατομμύριο δολάρια αξίας καβουρδισμένου καφέ και συναφών προϊόντων κινδυνεύουν με σημαντική επιβάρυνση λόγω αυτών των δασμών.
Ο Robert Carter, πρόεδρος της CAC, υπογραμμίζει ότι οι δασμοί έρχονται να προστεθούν σε ήδη υπάρχουσες προκλήσεις, όπως οι αυξήσεις στις τιμές των πρώτων υλών και οι επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής στις σοδειές καφέ παγκοσμίως. Όπως αναφέρει, οι τιμές του πράσινου κόκκου έχουν φτάσει σε υψηλά πολλών ετών, κάτι που σε συνδυασμό με τους δασμούς δημιουργεί ένα «εκρηκτικό μείγμα».
Τα στατιστικά μιλούν από μόνα τους: το 74% των Καναδών πίνει καφέ καθημερινά, ενώ μόνο τον Ιούνιο του 2024 εισήχθησαν στη χώρα περισσότεροι από 25 εκατομμύρια κιλά καφέ. Καθώς ο καφές δεν καλλιεργείται στον Καναδά λόγω κλίματος, η εξάρτηση από τις εισαγωγές είναι απόλυτη – και κυρίως διαμεσολαβημένη από τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Μέσα σε αυτό το κλίμα, αυξάνεται η ανάγκη για στροφή προς καναδικά καβουρδιστήρια που προμηθεύονται απευθείας από αγρότες, παρακάμπτοντας τους αμερικανικούς μεσάζοντες. Μερικοί ιδιοκτήτες ενθαρρύνουν τους καταναλωτές να επιλέγουν καφέ με γνωστή προέλευση, καθώς αυτό υποδηλώνει πιο ηθικές και σταθερές εμπορικές σχέσεις.
Τονίζουν πως οι μεγαλύτερες μάρκες θα αντιμετωπίσουν σοβαρές δυσκολίες στο να προμηθεύουν μαζικά καφέ στον καναδικό πληθυσμό, χωρίς τη διαμεσολάβηση της αμερικανικής αγοράς.
Άλλοι ιδιοκτήτες καφενείων, προειδοποιούν ότι ακόμα και τα μικρότερα καναδικά καβουρδιστήρια ενδέχεται να επηρεαστούν. Αναμένουν ότι αν οι δασμοί ισχύσουν, αυτό θα αρχίσει να φαίνεται από τον Ιούνιο. Εκτός από το οικονομικό σκέλος, οι ειδικοί τονίζουν ότι η συγκυρία αυτή είναι ευκαιρία για επαναπροσδιορισμό της αξίας του καφέ στον καναδικό κοινωνικό και καταναλωτικό λόγο.
Ο καφές αντιμετωπιζόταν για δεκαετίες ως ένα καθημερινό, φθηνό αγαθό – όμως οι νέες συνθήκες αποκαλύπτουν την πολυπλοκότητα της παραγωγής και των διεθνών σχέσεων πίσω από κάθε φλιτζάνι. Καθώς η παγκόσμια αλυσίδα προμήθειας του καφέ δοκιμάζεται, ο Καναδάς βρίσκεται αντιμέτωπος με μια δύσκολη περίοδο για το πιο αγαπημένο του ρόφημα. Ο καφές ίσως παραμείνει στη ζωή των Καναδών – αλλά όχι χωρίς κόστος.

Mark Carney: «Χρειαζόμαστε ηρεμία, όχι χάος»

0

Σε συγκέντρωση που έγινε στο Château Royal την Τρίτη 22 Απριλίου παρουσία 2.000 υποστηρικτών των Φιλελεύθερων, ο ηγέτης των Φιλελευθέρων Mark Carney προέτρεψε τους Καναδούς ψηφοφόρους να γυρίσουν την πλάτη τους στις αρνητικές μορφές εκστρατείας και να επικεντρωθούν αντ’ αυτού σε θετικές ενέργειες, που μπορούν να επιλύσουν ζητήματα που επηρεάζουν τη ζωή τους.
Μιλώντας κυρίως στα γαλλικά και φορώντας ένα πουλόβερ Montreal Canadiens, ο πρώην διοικητής της Τράπεζας του Καναδά και της Τράπεζας της Αγγλίας ενέτεινε τον πόλεμο λέξεων των Φιλελευθέρων/Συντηρητικών, ο οποίος κλιμακώθηκε ιδιαίτερα κατά την τελευταία εβδομάδα της προεκλογικής εκστρατείας.
Περιέγραψε τον ηγέτη των Συντηρητικών Pierre Poilièvre ως χαρακτηριστικό των «πολιτικών καριέρας που θαυμάζουν το σύστημα της ελεύθερης αγοράς, αλλά που δεν έχουν εργαστεί ποτέ στον ιδιωτικό τομέα – που δεν έχουν υπογράψει ποτέ επιταγή πληρωμής».
«Είναι το είδος του πολιτικού που δεν άλλαξε ποτέ γνώμη. Επιστρέφουν πάντα αντανακλαστικά στο ίδιο πράγμα: κάνουν περικοπές, καταστρέφουν και διαιρούν. Αυτός είναι ο Poilièvre».

«ΛΥΣΕΙΣ, ΟΧΙ ΣΥΝΘΗΜΑΤΑ»
Ο Carney τόνισε ότι αυτό που χρειάζεται ο Καναδάς αυτή τη στιγμή «είναι λύσεις, όχι συνθήματα», σημειώνοντας ότι «η αρνητικότητα δε θα μας επιτρέψει να κερδίσουμε ένα δασμολογικό πόλεμο. Η αρνητικότητα δε θα πληρώσει το ενοίκιο ή την υποθήκη. Η αρνητικότητα δε θα μειώσει την τιμή των ειδών παντοπωλείου. Και η αρνητικότητα δε θα κάνει ποτέ τον Καναδά ισχυρό».
«Η αλήθεια είναι ότι η αρνητικότητα έχει ήδη διχάσει τους Αμερικανούς», συνέχισε, «και αρχίζει να αποδυναμώνει τους Αμερικανούς». Πρότεινε ότι ο Καναδάς έχει το πλεονέκτημα ότι είναι ενωμένος, υπενθυμίζοντας ότι οι Αμερικανοί κυνηγούν τους φυσικούς πόρους του Καναδά – συμπεριλαμβανομένου του νερού, της επικράτειας και της κυριαρχίας του.

Η ΥΓΕΙΟΝΟΜΙΚΗ ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ
ΩΣ ΔΙΚΑΙΩΜΑ
«Ο Καναδάς δεν είναι η Αμερική», πρόσθεσε ο Carney, σημειώνοντας τις διαφορές μεταξύ των δύο χωρών, όσον αφορά τον τρόπο με τον οποίο παρέχουν υγειονομική περίθαλψη στους πολίτες τους. «Στις Ηνωμένες Πολιτείες, η υγεία είναι μια επιχείρηση. Στον Καναδά, η υγεία είναι δικαίωμα», δήλωσε ο Carney.
Συνέχισε σημειώνοντας, ότι στις ΗΠΑ οι μειονότητες δε λαμβάνουν το ίδιο είδος αναγνώρισης όπως παρέχεται στον Καναδά. Τονίζοντας ότι δε θα υπάρξουν ποτέ δικαιώματα για τη γαλλική γλώσσα. «Οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν είναι Καναδάς και ο Καναδάς δε θα είναι ποτέ μέρος τους. Ποτέ!», υπογράμμισε.
Σε μια κρίση πρέπει να προετοιμαστείς για το χειρότερο – όχι να ελπίζεις για το καλύτερο. Πρέπει να διακρίνεις τι μπορείς να αλλάξεις και τι όχι. Και μετά από 78 χρόνια, δε νομίζω ότι μπορούμε να αλλάξουμε τον πρόεδρο Τραμπ. Αυτό που χρειαζόμαστε είναι ένας ηγέτης και ένα κόμμα που μπορεί να του αντισταθεί. Αυτός ο ηγέτης δεν είναι ο Pierre Poilièvre. Αντλεί την έμπνευσή του από τον πρόεδρο Τραμπ. Αντιγράφει τις ιδέες του».

«MAITRES CHEZ NOUS»
«Μπορούμε να ελέγξουμε το οικονομικό μας πεπρωμένο», είπε. «Και θα ελέγξουμε το πεπρωμένο μας με το σωστό σχέδιο. Και όταν βρίσκεστε σε κρίση, πρέπει να δράσετε με συντριπτική δύναμη για να ξεπεράσετε τις ανησυχίες που αισθάνονται οι άνθρωποι, για να ξεπεράσετε τις αβεβαιότητες που αντιμετωπίζουν οι επιχειρήσεις και να αντικαταστήσετε αυτό που αφαιρεί η κρίση. Και αυτό θα κάνει το σχέδιό μας για το Canada Strong».

ΚΑΝΑΔΟΣ ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΣ: Ρόλος και καθήκοντα

Με την ευκαιρία των Ομοσπονδιακών εκλογών στις 28 Απριλίου, το παρόν άρθρο θ’ ασχοληθεί με το ρόλο και τα καθήκοντα τού Καναδού πρωθυπουργού, από την ίδρυση της Καναδικής Συνομοσπονδίας το 1867.
Ο Πρωθυπουργός του Καναδά είναι ο επίσημος ανώτερος υπάλληλος που υπηρετεί ως ο κύριος Υπουργός του Στέμματος και κατά συνέπεια επικεφαλής της κυβέρνησης του Καναδά. Επίσημα, ο πρωθυπουργός διορίζεται από τον Γενικό Κυβερνήτη του Καναδά, αλλά σύμφωνα με τις συνταγματικές διατάξεις, ο πρωθυπουργός πρέπει να έχει την εμπιστοσύνη της Βουλής των Αντιπροσώπων. Κανονικά, είναι ο ηγέτης του κοινοβουλευτικού κόμματος με το μεγαλύτερο αριθμό εδρών στη Βουλή, αλλά εάν ο ηγέτης δεν έχει την υποστήριξη της πλειοψηφίας της Βουλής, ο Γενικός Κυβερνήτης μπορεί να διορίσει άλλον ηγέτη ή μπορεί να διαλύσει το Κοινοβούλιο και να προκηρύξει νέες εκλογές.
Σύμφωνα με τη Συνταγματική Συνθήκη, ο πρωθυπουργός πρέπει να κατέχει έδρα στο Κοινοβούλιο και από τις αρχές του 20ου αιώνα, ειδικότερα στην εκλεγμένη Βουλή των Κοινοτήτων. Παραδόξως, η θέση του δεν περιγράφεται σε κανένα άρθρο του Συντάγματος. Η εκτελεστική εξουσία ασκείται στο όνομα (του ή της) Γενικού Κυβερνήτη.
Η θέση του αρχικά διαμορφώθηκε σύμφωνα με την κατάσταση που υπήρχε εκείνη την εποχή στη Βρετανία. Ο Σερ Τζον Α. Μακντόναλντ ανέθεσε επισήμως στο Λόρδο Τσαρλς Μονκ να σχηματίσει την πρώτη Καναδική κυβέρνηση, σύμφωνα με την Καναδική Συνομοσπονδία, και την 1η Ιουλίου 1867, η πρώτη Ομοσπονδιακή κυβέρνηση ανέλαβε καθήκοντα.
Η ημερομηνία κατά την οποία αρχίζει να θεωρείται πρωθυπουργός ή η στιγμή που έχει καθοριστεί να αποκαλείται πρωθυπουργός, είναι από τη στιγμή της λήψης του χαρτοφυλακίου, ενώ ορκωμοσία για τη λήψη του γραφείου του πρωθυπουργού δεν απαιτείται. Ωστόσο, αρχής γενομένης το 1957, ο νέος πρωθυπουργός άρχιζε να δίνει τον όρκο ως πρωθυπουργός και από το 2006 αυτή η παράδοση συνεχίζεται μέχρι σήμερα.
Πριν από το 1920, οι παραιτήσεις των πρωθυπουργών γίνονταν αμέσως δεκτές από τον Γενικό Κυβερνήτη και υπολογίζονταν ως η τελευταία ημέρα παράδοσης κάθε υπουργικής θέσης, η ημέρα αποβιώσεως ή η ημέρα παραίτησης του πρωθυπουργού. Από το 1920, ο απερχόμενος πρωθυπουργός παραιτείται επισήμως, μόνο όταν η νέα κυβέρνηση είναι έτοιμη να σχηματιστεί. Η Ερμηνευτική Διάταξη του 1967 (Interpretation Act of 1967) ορίζει ότι όταν η θέση του πρωθυπουργού αρχίζει και τελειώνει μια συγκεκριμένη ημέρα, η εντολή αυτή θεωρείται ότι έχει ξεκινήσει ή έχει ολοκληρωθεί μετά το τέλος αυτής της ημέρας.
Παρά το γεγονός ότι παραδοσιακά ο απερχόμενος πρωθυπουργός παραιτείται επισήμως μόνο λίγες ώρες πριν προσέλθει ο επόμενος πρωθυπουργός για να ορκιστεί, οι θέσεις ανταλλάσσονται στην πραγματικότητα τα μεσάνυχτα της προηγούμενης μέρας. Σύμφωνα με κάποιες πηγές, συμπεριλαμβανομένου και του Κοινοβουλίου του Καναδά, η εφαρμογή αυτής της άτυπης συμφωνίας γίνεται ήδη από το 1917. Από την ίδρυση της Καναδικής Συνομοσπονδίας το 1867 εξελέγησαν συνολικά 24 πρωθυπουργοί (23 άνδρες και 1 γυναίκα).

Επιστροφή στο… Δεκέμβριο

0

Μετά από δύο μήνες στο 6,6%, το ποσοστό ανεργίας στον Καναδά επέστρεψε στο 6,7% που ήταν το Δεκέμβριο του 2024 ◘ Στο 6,9% το υψηλότερο ποσοστό στο 12μηνο (Νοέμβριος 2024)

Το ποσοστό ανεργίας αυξήθηκε κατά 0,1 ποσοστιαίες μονάδες στο 6,7% το Μάρτιο, η πρώτη αύξηση από το Νοέμβριο του 2024. Το ποσοστό ανεργίας είχε αυξηθεί από 5% το Μάρτιο του 2023 σε πρόσφατο υψηλό 6,9% το Νοέμβριο του 2024, στη συνέχεια μειώθηκε κατά 0,3 ποσοστιαίες μονάδες από το Νοέμβριο του 2024 έως τον Ιανουάριο του 2025, στο πλαίσιο της ισχυρής αύξησης της απασχόλησης στο τέλος του 2024 και στις αρχές του 2025. Από το Μάρτιο του 2024, το ποσοστό ανεργίας παρέμεινε πάνω από τον (προ της πανδημίας COVID-19) μέσο όρο του 6% (από το 2017 έως το 2019).
Το Μάρτιο του 2025, το ποσοστό ανεργίας αυξήθηκε μεταξύ των γυναικών ηλικίας 15 έως 24 ετών (+1,4 ποσοστιαίες μονάδες σε 13,1%), καθώς περισσότερες νέες γυναίκες αναζητούσαν εργασία. Το ποσοστό ανεργίας άλλαξε ελάχιστα σε άλλες μεγάλες δημογραφικές ομάδες.

ΜΕΙΩΣΗ ΤΗΣ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗΣ ΤΟ ΜΑΡΤΙΟ
Η απασχόληση μειώθηκε κατά 33.000 (-0,2%) το Μάρτιο, η πρώτη μείωση από τον Ιανουάριο του 2022. Η πτώση το Μάρτιο ακολούθησε μικρή μεταβολή το Φεβρουάριο και τρεις συνεχόμενους μήνες ανάπτυξης – το Νοέμβριο, το Δεκέμβριο και τον Ιανουάριο – που ανήλθαν σε 211.000 (+1%).
Η μείωση της απασχόλησης το Μάρτιο οφείλεται στη μείωση της πλήρους απασχόλησης (-62.000 / -0,4%). Η πλήρης απασχόληση ακολούθησε έντονη ανοδική τάση το δεύτερο εξάμηνο του 2024 και παρέμεινε σταθερή τον Ιανουάριο και το Φεβρουάριο του 2025.
Το ποσοστό του πληθυσμού ηλικίας 15 ετών και άνω που απασχολείται μειώθηκε κατά 0,2 ποσοστιαίες μονάδες στο 60,9% το Μάρτιο. Αυτό αντιστάθμισε εν μέρει την αύξηση κατά 0,3 ποσοστιαίες μονάδες που είχε παρατηρηθεί από τον Οκτώβριο του 2024 έως τον Ιανουάριο του 2025.
Η απασχόληση στον ιδιωτικό τομέα μειώθηκε κατά 48.000 (-0,3%) το Μάρτιο, μετά από μικρή μεταβολή το Φεβρουάριο και σωρευτική αύξηση 97.000 (+0,7%) από το Νοέμβριο του 2024 έως τον Ιανουάριο του 2025. Σε ετήσια βάση, ο αριθμός των εργαζομένων στον ιδιωτικό τομέα αυξήθηκε κατά 175.000 (+1,3%).
Η απασχόληση στο δημόσιο τομέα μεταβλήθηκε ελάχιστα για τρίτο συνεχόμενο μήνα το Μάρτιο και αυξήθηκε κατά 92.000 (+2,1%) σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος. Η αυτοαπασχόληση άλλαξε επίσης ελάχιστα το Μάρτιο και αυξήθηκε κατά 81.000 (+3%) σε ετήσια βάση.

ΜΕΙΩΣΗ ΤΗΣ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗΣ ΣΕ ΟΝΤΑΡΙΟ
ΚΑΙ ΑΛΜΠΕΡΤΑ ◘ ΑΥΞΗΣΗ ΣΤΟ ΣΑΣΚΑΤΣΟΥΑΝ
Η απασχόληση στο Οντάριο μειώθηκε κατά 28.000 (-0,3%) το Μάρτιο, η πρώτη σημαντική πτώση στην επαρχία από το Δεκέμβριο του 2023. Οι απώλειες θέσεων εργασίας επικεντρώθηκαν στους τομείς της πληροφόρησης, του πολιτισμού και της αναψυχής (-23.000 / -6,2%) και των επιχειρήσεων, των κτιρίων και άλλων υποστηρικτικών υπηρεσιών (-13.000 / -4,2%). Το ποσοστό ανεργίας στο Οντάριο αυξήθηκε κατά 0,2 ποσοστιαίες μονάδες στο 7,5% το Μάρτιο.
Στην Αλμπέρτα, η απασχόληση μειώθηκε κατά 15.000 (-0,6%), μετά από δύο μήνες μικρής αλλαγής και σωρευτική αύξηση 54.000 (+2,1%) το Νοέμβριο και το Δεκέμβριο του 2024. Η μείωση της απασχόλησης στην επαρχία επικεντρώθηκε στη μεταποίηση (-11.000 / -7,5%) και χονδρικό και λιανικό εμπόριο (-9.200 / -2,5%). Το ποσοστό ανεργίας στην Αλμπέρτα αυξήθηκε κατά 0,4 ποσοστιαίες μονάδες το Μάρτιο στο 7,1%.
Στο Σασκάτσουαν, η απασχόληση αυξήθηκε κατά 6.600 (+1,1%), η δεύτερη αύξηση σε τέσσερις μήνες. Σε ετήσια βάση, η απασχόληση στην επαρχία αυξήθηκε κατά 19.000 (+3,1%). Το ποσοστό ανεργίας μειώθηκε κατά 0,5 ποσοστιαίες μονάδες στο 4,9% το Μάρτιο και παρέμεινε το χαμηλότερο μεταξύ όλων των επαρχιών.
Στο Κεμπέκ, η απασχόληση παρέμεινε σταθερή για τέταρτο συνεχόμενο μήνα, ενώ το ποσοστό ανεργίας αυξήθηκε κατά 0,4 ποσοστιαίες μονάδες στο 5,7%, καθώς περισσότεροι άνθρωποι αναζητούσαν εργασία. Σε ετήσια βάση, η απασχόληση στην επαρχία αυξήθηκε κατά 88.000 (+1,9%) το Μάρτιο, με τα κέρδη να συγκεντρώνονται το δεύτερο εξάμηνο του 2024.

ΤΟ ΠΟΣΟΣΤΟ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗΣ ΑΥΞΑΝΕΤΑΙ
ΣΤΑ ΒΟΡΕΙΟΔΥΤΙΚΑ ΕΔΑΦΗ ΣΕ ΕΤΗΣΙΑ ΒΑΣΗ
Σύμφωνα με τις πιο πρόσφατες επίσημες εκτιμήσεις πληθυσμού, οι τρεις περιοχές φιλοξενούσαν 133.600 άτομα το πρώτο τρίμηνο του 2025, αύξηση 1,8% από το ίδιο τρίμηνο το 2024. Αυτό το σύνολο περιλαμβάνει 47.100 άτομα που ζουν στο Yukon, 45.100 που ζουν στα βορειοδυτικά εδάφη και 41.400 που ζουν στο Nunavut.
Τόσο στα βορειοδυτικά εδάφη όσο και στο Yukon, τα ποσοστά απασχόλησης παρέμειναν πάνω από τον εθνικό μέσο όρο το Μάρτιο. Το ποσοστό απασχόλησης στα Βορειοδυτικά Εδάφη αυξήθηκε κατά 2,1 ποσοστιαίες μονάδες στο 68,1% τους 12 μήνες έως το Μάρτιο του 2025, αντισταθμίζοντας εν μέρει τη μείωση του προηγούμενου έτους (από το Μάρτιο του 2023 έως το Μάρτιο του 2024). Στο Yukon, το ποσοστό απασχόλησης το Μάρτιο του 2025 (71,8%) άλλαξε ελάχιστα από το προηγούμενο έτος.
Στο Nunavut, το ποσοστό απασχόλησης ήταν 53,6% το Μάρτιο και άλλαξε ελάχιστα από τον ίδιο μήνα το 2024. Σύμφωνα με την απογραφή πληθυσμού του 2021, οι Ινουίτ αντιπροσωπεύουν το 84% του πληθυσμού του Nunavut. Το ποσοστό απασχόλησης για τους Ινουίτ στο Nunavut ήταν 45% το Μάρτιο, ελάχιστα άλλαξε από το προηγούμενο έτος και σχεδόν το ήμισυ του αντίστοιχου ποσοστού για τον μη αυτόχθονα πληθυσμό (86,5%) στην επικράτεια.

Όταν οι γίγαντες συγκρούονται: Ποιος θα κυριαρχήσει στον πλανήτη;

0

Το ερώτημα δεν είναι αν θα υπάρξει «νικητής» αλλά αν ο πλανήτης θα καταφέρει να ισορροπήσει ανάμεσα σε δύο γίγαντες που διεκδικούν ηγεμονία σε όλα τα μέτωπα

Η σύγκρουση ανάμεσα στις Ηνωμένες Πολιτείες και την Κίνα έχει πάψει προ πολλού να είναι απλώς οικονομική. Αν και τα τελευταία γεγονότα – μεταξύ αυτών και ο εμπορικός πόλεμος που κλιμακώνεται με αμοιβαίους δασμούς – μονοπωλούν την επικαιρότητα, η πραγματικότητα είναι πως πρόκειται για μια πολυεπίπεδη γεωπολιτική και τεχνολογική μάχη ανάμεσα στις δύο μεγαλύτερες δυνάμεις του πλανήτη. Μια σύγκρουση που θυμίζει Ψυχρό Πόλεμο νέου τύπου, με χαρακτηριστικά του 21ου αιώνα: Τεχνητή Νοημοσύνη, κβαντική υπεροχή, διαστημικές φιλοδοξίες και κυριαρχία στην πληροφορία.

ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΑΝΤΙΠΑΛΟΤΗΤΑ:
ΤΑ ΜΕΓΑΛΑ ΝΟΥΜΕΡΑ
Η οικονομική υπεροχή των ΗΠΑ παραμένει ισχυρή, με ΑΕΠ που το 2024 ξεπέρασε τα 29 τρισεκατομμύρια δολάρια, έναντι των 18 τρισεκατομμυρίων της Κίνας. Ωστόσο, το Πεκίνο έχει αναδειχθεί ως ο μεγαλύτερος εξαγωγέας προϊόντων παγκοσμίως, ενώ οι ΗΠΑ διατηρούν τον τίτλο του μεγαλύτερου εισαγωγέα. Το έλλειμμα στο εμπορικό ισοζύγιο μεταξύ των δύο χωρών παραμένει τεράστιο – στα 355 δισ. δολάρια υπέρ της Κίνας.
Η απάντηση του Ντόναλντ Τραμπ ήταν επιθετική: δασμοί 145% στα κινεζικά προϊόντα, μια πράξη που πυροδότησε την άμεση αντίδραση του Πεκίνου, με αντίστοιχους δασμούς 125%. Οι οικονομικές επιπτώσεις είναι ήδη ορατές και στις δύο πλευρές του Ειρηνικού, ενώ το πλήγμα απειλεί να επεκταθεί και στην παγκόσμια οικονομία.

ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΚΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ:
AI ΚΑΙ ΨΗΦΙΑΚΗ ΚΥΡΙΑΡΧΙΑ
Ο πόλεμος δε διεξάγεται μόνο στα εργοστάσια και τα τελωνεία, αλλά και στα data centers και στα εργαστήρια τεχνητής νοημοσύνης. Οι ΗΠΑ έχουν στην αιχμή του δόρατος τις GAFAM (Google, Apple, Facebook, Amazon, Microsoft), ενώ η Κίνα προβάλλει τους δικούς της γίγαντες – BATX (Baidu, Alibaba, Tencent, Xiaomi).
Ο ανταγωνισμός φούντωσε με την έκρηξη της Τεχνητής Νοημοσύνης. Η Κίνα έκανε δυναμική είσοδο με τη startup DeepSeek και το chatbot R1, που συναγωνίζεται τα αμερικανικά μοντέλα, με σαφώς χαμηλότερο κόστος. Η αμερικανική κυβέρνηση απάντησε με περιορισμούς, απαγορεύσεις στην πρόσβαση σε αμερικανικά chips (όπως της Nvidia) και συζητήσεις για πλήρες ban της DeepSeek.
Παράλληλα, η εφαρμογή TikTok της κινεζικής ByteDance αντιμετωπίζει σοβαρές πιέσεις. Η Ουάσιγκτον απαιτεί την αποκοπή της από την κινεζική μητρική της εταιρεία – διαφορετικά, η απαγόρευση στις ΗΠΑ θεωρείται δεδομένη.

ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΟΣ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΣ
Η κλιματική αλλαγή είναι ένας άλλος τομέας ανταγωνισμού — αλλά και υποκρισίας. Η Κίνα είναι ο μεγαλύτερος ρυπαντής στον κόσμο, ακολουθούμενη από τις ΗΠΑ. Το Πεκίνο έχει δεσμευτεί για ουδετερότητα άνθρακα έως το 2060, ενώ η Ουάσιγκτον υπό την ηγεσία Τραμπ, αποχώρησε ξανά από τη Συμφωνία του Παρισιού. Πρόκειται για μία ιδεολογική αλλά και πρακτική απόκλιση, που επηρεάζει την παγκόσμια στρατηγική κατά της κλιματικής κρίσης.

ΓΕΩΠΟΛΙΤΙΚΗ ΚΑΙ ΑΣΦΑΛΕΙΑ
Ο στρατιωτικός ανταγωνισμός δε μένει πίσω. Οι ΗΠΑ διατηρούν μακράν το μεγαλύτερο στρατιωτικό προϋπολογισμό – 916 δισεκατομμύρια δολάρια το 2023, έναντι των 296 δισεκατομμυρίων της Κίνας.
Οι ΗΠΑ διαθέτουν επίσης περισσότερα από 5.000 πυρηνικά όπλα, ενώ η Κίνα λιγότερα από 500. Ωστόσο, το Πεκίνο ενισχύει ταχύτατα τις δυνατότητές του, κυρίως μέσω επενδύσεων σε νέες τεχνολογίες και αναβαθμίσεις του ναυτικού και πυραυλικού του οπλοστασίου.

Ο ΔΙΑΣΤΗΜΙΚΟΣ ΑΓΩΝΑΣ
Η διαστημική «κούρσα» των δύο υπερδυνάμεων θυμίζει έντονα την εποχή ΗΠΑ-ΕΣΣΔ. Η Κίνα έχει σημειώσει σημαντικές επιτυχίες: προσεδάφιση στην αθέατη πλευρά της Σελήνης το 2019 και στον Άρη το 2021. Φιλοδοξεί να στείλει επανδρωμένη αποστολή στη Σελήνη μέχρι το 2030.
Από την άλλη, οι ΗΠΑ σχεδιάζουν επιστροφή αστροναυτών μέσω του προγράμματος Artemis το 2027, σε συνεργασία με ιδιωτικές εταιρείες όπως η SpaceX. Η εμπορευματοποίηση του διαστήματος είναι πλέον πραγματικότητα.

ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΙΔΕΟΛΟΓΙΑ
Η αντιπαράθεση ΗΠΑ–Κίνας δεν είναι μόνο οικονομική ή στρατηγική· είναι και πολιτισμική. Η αμερικανική κουλτούρα βασίζεται σε αξίες ατομισμού, ελευθερίας και ελεύθερης αγοράς. Η Κίνα, με κεντρικά σχεδιασμένη οικονομία και αυστηρό κρατικό έλεγχο στην πληροφόρηση, προβάλλει διαφορετικό μοντέλο επιτυχίας.
Οι δύο αυτές κοσμοθεωρίες βρίσκονται σε σύγκρουση. Οι ΗΠΑ προβάλλουν τον εαυτό τους ως «προστάτη της δημοκρατίας», ενώ η Κίνα προσπαθεί να αποδείξει πως ένα αυταρχικό μοντέλο μπορεί να είναι εξίσου, αν όχι πιο, αποτελεσματικό.

ΤΙ ΜΑΣ ΠΕΡΙΜΕΝΕΙ;
Η Κίνα δήλωσε πρόσφατα πως είναι ανοιχτή σε διαπραγματεύσεις με τις ΗΠΑ – αλλά υπό όρους: σεβασμός, συνέπεια και ορισμένος εκπρόσωπος από πλευράς Ουάσιγκτον. Ο εμπορικός πόλεμος έχει φέρει πλήγμα και στις δύο οικονομίες, και υπάρχει αμοιβαίο συμφέρον για αποκλιμάκωση. Ωστόσο, η αντιπαλότητα αυτή δεν πρόκειται να εξαφανιστεί σύντομα. Είναι πλέον συστημική, διαπερνά όλους τους τομείς – και θα συνεχίσει να διαμορφώνει τον 21ο αιώνα.
Το ερώτημα δεν είναι αν θα υπάρξει «νικητής», αλλά αν ο πλανήτης θα καταφέρει να ισορροπήσει, ανάμεσα σε δύο γίγαντες που διεκδικούν ηγεμονία σε όλα τα μέτωπα.
© Newsbreak.gr

Καναδάς: Το Μάρτιο 2025 οι δυσκολίες που αντιμετώπιζαν οι άνεργοι ήταν περισσότερες σε σχέση με ένα χρόνο νωρίτερα

0

Συνολικά, υπήρχαν στον Καναδά 1,5 εκατομμύριο άνεργοι το Μάρτιο, αυξημένοι κατά 36.000 (+2,5%) το μήνα και κατά 167.000 (+12,4%) σε ετήσια βάση. Μεταξύ εκείνων που ήταν άνεργοι το Φεβρουάριο, το 14,7% απασχολήθηκε το Μάρτιο. Αυτό ήταν χαμηλότερο από το αντίστοιχο ποσοστό του Μαρτίου 2024 (18,6%).
Η μακροχρόνια ανεργία έχει επίσης αυξηθεί. Το ποσοστό των ανέργων που αναζητούν εργασία για 27 εβδομάδες ή περισσότερο ανήλθε σε 23,7% το Μάρτιο του 2025, από 18,3% το Μάρτιο του 2024. Οι άνθρωποι μπορεί να μείνουν άνεργοι μετά από απώλεια εργασίας ή μετά από οικειοθελή αποχώρηση από μια θέση εργασίας. Άλλοι μπορεί να μην έχουν εργαστεί πρόσφατα, είτε επειδή είναι νεο-εισερχόμενοι στην αγορά εργασίας, είτε επειδή έχουν μείνει χωρίς δουλειά για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα.
Μεταξύ των 1,5 εκατομμυρίων ανθρώπων που ήταν άνεργοι το Μάρτιο, το μεγαλύτερο ποσοστό (44,1%) είχε χάσει τη δουλειά του λόγω απόλυσης εντός των προηγούμενων 12 μηνών (από 47% το Μάρτιο του 2024). Από αυτούς τους ανέργους, το 18,4% εργάστηκε τελευταία στις κατασκευές, ενώ το 12,4% εργάστηκε τελευταία στο χονδρικό ή λιανικό εμπόριο. Το ποσοστό των ανέργων που εργάστηκαν τελευταία φορά στη μεταποίηση (9,3%) μεταβλήθηκε ελάχιστα σε ετήσια βάση.
Ένα άλλο 41,5% των ανέργων το Μάρτιο δεν είχε εργαστεί τους προηγούμενους 12 μήνες (ή δεν είχε εργαστεί ποτέ). Το ποσοστό αυτό αυξήθηκε, από 35,4% που ήταν το Μάρτιο του 2024. Τα άτομα αυτής της ομάδας μπορεί να είναι πιο ευάλωτα στις διακυμάνσεις των συνθηκών της αγοράς εργασίας και γενικά δεν είναι επιλέξιμα να λαμβάνουν τακτικές παροχές ασφάλισης απασχόλησης.
Ένα επιπλέον 14,3% όσων ήταν άνεργοι το Μάρτιο είχαν εγκαταλείψει οικειοθελώς την προηγούμενη εργασία τους, από 17,6% το Μάρτιο του 2024. Οι λόγοι για να αφήσετε μια δουλειά και να αναζητήσετε μια νέα μπορεί να περιλαμβάνουν δυσαρέσκεια, να πάτε στο σχολείο ή να φροντίσετε τα μέλη της οικογένειας.

ΠΟΣΟΣΤΑ ΑΠΟΛΥΣΕΩΝ ΚΑΙ ΜΕΤΑΒΑΛΛΟΜΕΝΕΣ
ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΣΥΝΘΗΚΕΣ
Κατά τη διάρκεια περιόδων οικονομικής ύφεσης, οι εργαζόμενοι ενδέχεται να είναι πιθανότερο να απολυθούν, γεγονός που μπορεί να αυξήσει το συνολικό ποσοστό ανεργίας. Για παράδειγμα, κατά τη διάρκεια της ύφεσης του 2008/2009, το ποσοστό του απασχολούμενου πληθυσμού σε ένα δεδομένο μήνα που ήταν άνεργο τον επόμενο μήνα λόγω απόλυσης, αυξήθηκε στο 2% τον Ιανουάριο του 2009. Αυτό ήταν υψηλότερο από το μέσο ποσοστό του 1% που καταγράφηκε το 2007. Το ποσοστό ανεργίας στον Καναδά αυξήθηκε από 6,2% τον Αύγουστο του 2008 στο ανώτατο όριο του 8,8% τον Ιούνιο και τον Ιούλιο του 2009.
Μεταξύ εκείνων που απασχολούνταν το Φεβρουάριο του 2025, το 0,7% είχε μείνει άνεργο το Μάρτιο του 2025, ως αποτέλεσμα απόλυσης. Το ποσοστό αυτό μεταβλήθηκε ελάχιστα από την ίδια περίοδο το 2024 (0,8%) και το ίδιο με το μέσο όρο πριν από την πανδημία Φεβρουαρίου-Μαρτίου που καταγράφηκε από το 2017 έως το 2019 (0,7%).

ΟΙ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΟΙ ΑΥΤΟΑΠΑΣΧΟΛΟΥΜΕΝΟΙ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΟΙ ΔΕΝ ΚΑΛΥΠΤΟΝΤΑΙ
ΑΠΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗ ΥΓΕΙΑΣ, ΟΔΟΝΤΙΑΤΡΙΚΗΣ ΚΑΙ ΑΝΑΠΗΡΙΑΣ
Οι αυτοαπασχολούμενοι συμβάλλουν μοναδικά στην οικονομία και την κοινωνία, και συνήθως έχουν μεγαλύτερη αυτονομία και έλεγχο του χρονοδιαγράμματος και των εργασιακών δραστηριοτήτων τους. Ωστόσο, οι αυτοαπασχολούμενοι τείνουν να αντιμετωπίζουν περισσότερους οικονομικούς κινδύνους από τους μισθωτούς και ενδέχεται να είναι πιο ευάλωτοι στις μεταβαλλόμενες οικονομικές συνθήκες. Επιπλέον, οι αυτοαπασχολούμενοι δεν έχουν πρόσβαση σε οδοντιατρικές παροχές ή παροχές αναπηρίας από τον εργοδότη.
Αφού δεν κατέγραψε σχεδόν καμία ανάπτυξη το 2022 και το 2023, η αυτοαπασχόληση αυξήθηκε το δεύτερο εξάμηνο του 2024 και στις αρχές του 2025. Το Μάρτιο του 2025, υπήρχαν 2,7 εκατομμύρια αυτοαπασχολούμενοι στον Καναδά, αυξημένοι κατά 81.000 (+3%) από τον ίδιο μήνα το 2024. Παρά την αύξηση αυτή, το ποσοστό του συνόλου των αυτοαπασχολούμενων εργαζομένων (13,1%) ήταν χαμηλότερο από τον προ πανδημίας μέσο όρο του 14,9% που καταγράφηκε από το 2017 έως το 2019.
Το Μάρτιο, η Έρευνα Εργατικού Δυναμικού (ΕΕΔ) ρώτησε τους αυτοαπασχολούμενους εάν καλύπτονταν από διαφορετικούς τύπους ιδιωτικών ασφαλιστικών προγραμμάτων, εξαιρουμένης της κάλυψης από επαρχιακή ή άλλη κρατική ασφάλιση. Μεταξύ των αυτοαπασχολούμενων ηλικίας 15 έως 69 ετών, το 43,3% καλυπτόταν από συμπληρωματικό πρόγραμμα υγειονομικής περίθαλψης, ενώ το 36,4% καλυπτόταν από οδοντιατρικό πρόγραμμα και το 25,3% από ασφάλιση αναπηρίας.
Συγκριτικά, το 67,3% των εργαζομένων είχε πρόσβαση, είτε σε συμπληρωματικό πρόγραμμα υγειονομικής περίθαλψης είτε σε οδοντιατρικό πρόγραμμα, και το 57,1% είχε πρόσβαση σε ασφάλιση αναπηρίας μέσω εργοδότη.
Οι αυτοαπασχολούμενοι με μεγαλύτερες και πιο εδραιωμένες επιχειρήσεις, ήταν πιθανότερο να καλύπτονται και από τις τρεις μορφές ασφάλισης. Για παράδειγμα, οι μισοί (49,8%) από τους ενσωματωμένους αυτοαπασχολούμενους με υπαλλήλους, είχαν συμπληρωματικό πρόγραμμα υγειονομικής περίθαλψης, σε σύγκριση με το 39,5% των μη ενσωματωμένων αυτοαπασχολούμενων χωρίς υπαλλήλους.

Σε δέκα χρόνια ο κόσμος θα είναι χειρότερος

0

Οι συμμετέχοντες του 10ου Οικονομικού Φόρουμ των Δελφών προβλέπουν τις μεγάλες ανακατατάξεις της επόμενης δεκαετίας

Το 2035 θα ζούμε σε ένα χειρότερο κόσμο και με λιγότερη δημοκρατία, εκτιμά το μεγαλύτερο ποσοστό των ερωτηθέντων συμμετεχόντων στο 10ο Οικονομικό Φόρουμ των Δελφών. Οι διοργανωτές θέλησαν, μέσω ενός ερωτηματολογίου που δόθηκε στους πολιτικούς, ακαδημαϊκούς και επιχειρηματίες που έδωσαν το «παρών», να καταγράψουν τις εκτιμήσεις τους για το πώς βλέπουν να διαγράφεται το μέλλον σε μία δεκαετία από σήμερα – και το αποτέλεσμα είναι μάλλον… ζοφερό.
Σύμφωνα με τα βασικά συμπεράσματα της έρευνας, το 42,1% των ερωτηθέντων πιστεύει ότι θα ζούμε σε ένα χειρότερο κόσμο, έναντι του 28,9% που εκτιμά ότι ο κόσμος θα είναι καλύτερος, ενώ σημαντικό ποσοστό (24,1%) θεωρεί ότι τα πράγματα θα παραμείνουν περίπου ως έχουν. Επιπλέον, μόλις το 14,7% των ερωτηθέντων εκτιμά ότι το 2035 θα υπάρξει βελτίωση της ποιότητας της δημοκρατίας, ενώ η πλειοψηφία (61,7%) προβλέπει επιδείνωση.
Όσον αφορά τις κοινωνικές ανισότητες, το 55,6% των ερωτηθέντων πιστεύει ότι θα πάνε προς το χειρότερο, ενώ μόλις το 15,8% εκτιμά ότι θα βελτιωθεί η κατάσταση. Αντίστοιχα, η ψαλίδα μεταξύ αναπτυγμένων και αναπτυσσόμενων χωρών θεωρείται πιθανό να διευρυνθεί (42,9%) παρά να μειωθεί (31,2%). Αναφορικά με τον κίνδυνο νέου παγκόσμιου πολέμου, το 35% θεωρεί αυτό το σενάριο αρκετά ή πολύ πιθανό, ωστόσο παραμένει μειοψηφικό ποσοστό έναντι του 61,6%, που θεωρεί ότι ένας νέος παγκόσμιος πόλεμος είναι απίθανο ή σχεδόν απίθανο ενδεχόμενο.
Σχετικά με τις μορφές διακυβέρνησης, το 2035 η πλειοψηφία (62,8%) εκτιμά ότι η πολιτική κατάσταση θα παραμείνει σχετικά αμετάβλητη, με τα καθεστώτα να παραμένουν ως έχουν. Μόνο το 18,8% θεωρεί ότι η δημοκρατία θα είναι κυρίαρχη, ενώ το 16,2% προβλέπει την άνοδο απολυταρχικών καθεστώτων.
Ένα 33,5% θεωρεί ότι η Ε.Ε. θα έχει αποδυναμωθεί έως το 2035, ενώ το 32,3% εκτιμά ότι θα έχει ισχυροποιήσει τη θέση της. Το 30,5% προβλέπει στασιμότητα και μόλις το 2,6% πιστεύει ότι θα υπάρξει πλήρης διάλυση. Η εικόνα της παγκόσμιας ισχύος την επόμενη δεκαετία φαίνεται να μεταβάλλεται, με το 51,5% να βλέπει έναν πολυπολικό κόσμο. Η Κίνα εμφανίζεται ως η επικρατέστερη μελλοντική υπερδύναμη για το 23,3%, ενώ οι ΗΠΑ ακολουθούν με ποσοστό 18,8%.

ΛΙΓΟΤΕΡΗ ΔΟΥΛΕΙΑ
Η συντριπτική πλειονότητα (89,1%) θεωρεί ότι η Τεχνητή Νοημοσύνη (AI) θα έχει τη μεγαλύτερη επίδραση στην καθημερινή ζωή τα επόμενα 10 χρόνια, γεγονός που επιβεβαιώνει την εκρηκτική ανάπτυξη και ενσωμάτωσή της σε διάφορους τομείς, από την υγειονομική περίθαλψη έως τη διαχείριση δεδομένων και τις υπηρεσίες. Ακολουθούν η βιοτεχνολογία και γενετική μηχανική με 46,6% και οι ρομποτικές τεχνολογίες με 26,7%. Αναφορικά με το εργασιακό μέλλον, το 38% πιστεύει ότι οι άνθρωποι θα εργάζονται λιγότερες ώρες το 2035, πιθανώς λόγω της αυτοματοποίησης και της αύξησης της παραγωγικότητας μέσω της τεχνολογίας.
Ωστόσο, το 42,5% θεωρεί ότι οι ώρες εργασίας θα παραμείνουν περίπου όπως σήμερα, ενώ το 18,8% εκτιμά ότι θα εργάζονται περισσότερες ώρες. Το 64,7% πιστεύει ότι οι επιχειρήσεις το 2035 θα λειτουργούν με ένα υβριδικό μοντέλο, όπου άνθρωποι και ρομπότ θα συνεργάζονται. Το 29,7% θεωρεί ότι οι επιχειρήσεις θα παραμείνουν σε μεγάλο βαθμό όπως είναι σήμερα, ενώ μόνο το 3% προβλέπει ότι οι επιχειρήσεις θα είναι πλήρως αυτοματοποιημένες, με ελάχιστη ανθρώπινη παρέμβαση.
© dimokratia.gr

Λευκός Οίκος: Θετικές προοπτικές για εμπορική συμφωνία ΗΠΑ–Κίνας

0

Με κλίμα αισιοδοξίας αντιμετωπίζει ο Λευκός Οίκος το ενδεχόμενο σύναψης εμπορικής συμφωνίας με την Κίνα. Όπως δήλωσε στις 22 Απριλίου η εκπρόσωπος Τύπου του Προέδρου, Καρολάιν Λέβιτ [φωτ.], ο Ντόναλντ Τραμπ θεωρεί πως η αμερικανική κυβέρνηση «τα πηγαίνει πολύ καλά» και «κινείται στη σωστή κατεύθυνση» όσον αφορά τις διαπραγματεύσεις με το κινεζικό καθεστώς.
Τις δηλώσεις της Λέβιτ ήρθαν να ενισχύσουν και τα αισιόδοξα μηνύματα του υπουργού Οικονομικών, Σκοτ Μπέσεντ, ο οποίος σε κλειστή συνάντηση στην Ουάσιγκτον ανέφερε σε ομάδα επενδυτών, ότι η εμπορική αντιπαράθεση μεταξύ ΗΠΑ και Κίνας ενδέχεται να αποκλιμακωθεί σύντομα. Όπως μεταφέρουν πηγές προσκείμενες στις διαπραγματεύσεις στην Epoch Times, ο Μπέσεντ σκιαγράφησε το αδιέξοδο ως μη βιώσιμο για τις δύο πλευρές και σημείωσε ότι η αποκλιμάκωση είναι αναπόφευκτη. Παρομοίωσε μάλιστα τη σημερινή κατάσταση με «εμπάργκο», καθώς οι δύο μεγαλύτερες εμπορικές δυνάμεις ανταλλάσσουν εξοντωτικούς δασμούς.
Στις αρχές του μήνα, η αμερικανική κυβέρνηση επέβαλε δασμούς έως και 245% σε κινεζικά προϊόντα, με το Πεκίνο να απαντά με επιβαρύνσεις 125% στα αμερικανικά αγαθά.
Σε πρόσφατη συνέντευξή του στο Bloomberg, ο Μπέσεντ εξέφρασε την ελπίδα για ουσιαστική συμφωνία και υπογράμμισε ότι η Κίνα χρειάζεται ένα «ειδικό μίγμα προσέγγισης» λόγω του γεωπολιτικού της βάρους, τόσο ως οικονομικού ανταγωνιστή όσο και ως στρατιωτικού αντιπάλου των ΗΠΑ. «Δεν πρόκειται για αστεία. Οι αριθμοί είναι τεράστιοι», επισήμανε. «Γνωρίζουμε όλοι πως αυτή η κατάσταση δεν μπορεί να διατηρηθεί επ’ αόριστον και κανείς δεν το επιθυμεί».
Το υπουργείο Οικονομικών της Κίνας, από την πλευρά του, χαρακτήρισε στις 11 Απριλίου με ανακοίνωσή του τους αμερικανικούς δασμούς «υπερβολικά υψηλούς» και έκανε λόγο για «μονομερείς εκφοβισμούς και πιέσεις». Ο Λευκός Οίκος απάντησε ότι η «μπάλα βρίσκεται πλέον στο γήπεδο της Κίνας» και κάλεσε το Πεκίνο να κάνει βήματα για συμφωνία.
«Δεν είμαστε υποχρεωμένοι να κλείσουμε συμφωνία μαζί τους», δήλωσε η Λέβιτ στη συνέντευξη Τύπου, μεταφέροντας τη θέση του προέδρου Τραμπ. «Η μόνη διαφορά με την Κίνα είναι το μέγεθος. Όπως και κάθε άλλη χώρα, αυτό που επιδιώκει η Κίνα είναι ο Αμερικανός καταναλωτής. Εν ολίγοις, χρειάζονται τα χρήματά μας».
Ο Πρόεδρος Τραμπ επανέλαβε μέσω κοινωνικών δικτύων, ότι αργά ή γρήγορα το Πεκίνο θα επιδιώξει επαναπροσέγγιση. «Η Κίνα θέλει συμφωνία, απλώς δεν ξέρει πώς να τη διαπραγματευτεί», είχε δηλώσει και σε εκδήλωση στο Λευκό Οίκο στις 9 Απριλίου. «Είναι υπερήφανοι, γι’ αυτό διστάζουν».
Τα χρηματιστήρια αντέδρασαν άμεσα στις δηλώσεις Μπέσεντ, με τον δείκτη Dow Jones να ενισχύεται κατά 1000 μονάδες, ο δείκτης S&P 500 και ο τεχνολογικός Nasdaq να κερδίζουν πάνω από 2%. Ιδιαίτερα θετική ήταν η εικόνα και για εταιρείες με εκτεταμένη έκθεση στην κινεζική αγορά. Η Nvidia σημείωσε άνοδο έως και 6%, ενώ η AMD ξεπέρασε το 1%.
Παρά τα θετικά σινιάλα, ο Γκρεγκ ΜακΜπράιντ, επικεφαλής οικονομικών αναλύσεων της Bankrate, επισημαίνει ότι η αβεβαιότητα παραμένει. «Οι αγορές εξακολουθούν να ταλανίζονται από την αβεβαιότητα σχετικά με τους δασμούς, το εμπόριο και τον αντίκτυπό τους στον πληθωρισμό και στη συνολική οικονομία», τονίζει σε δήλωσή του στην The Epoch Times. «Επιπλέον, είμαστε και στην καρδιά της περιόδου ανακοινώσεων εταιρικών κερδών, γεγονός που συνήθως εντείνει τη μεταβλητότητα ακόμη και σε ήρεμες εποχές».
© EPOCH TIMES

Ολυμπιακός και Παναθηναϊκός στο τοπ-10 των ομάδων με τα πιο πολλάματς χωρίς το τρόπαιο

0

Το Champions League, όπως πριν από το 1992 το Κύπελλο Πρωταθλητριών, παραμένει το πιο πολυπόθητο τρόπαιο στο ποδόσφαιρο των συλλόγων. Ολυμπιακός και Παναθηναϊκός – όπως αναφέρει η εξειδικευμένη ιστοσελίδα transfermarkt – βρίσκονται μέσα στις δέκα ομάδες της Ευρώπης, που έχουν παίξει τα περισσότερα παιχνίδια στη διοργάνωση, χωρίς να έχουν καταφέρει να κατακτήσουν το «Κύπελλο με τα μεγάλα αυτιά».
Ο Ολυμπιακός βρίσκεται στην 7η θέση με 156 παιχνίδια και ο Παναθηναϊκός στη 10η με 127 αγώνες.
Από τότε που καθιερώθηκε το Κύπελλο Πρωταθλητριών το 1955, το οποίο από το 1992 έγινε Champions League, η Ρεάλ Μαδρίτης έχει κερδίσει τη διοργάνωση περισσότερες φορές από κάθε άλλη ομάδα με 15 τίτλους. Ωστόσο, οι Μαδριλένοι αποκλείστηκαν στα προημιτελικά από την Άρσεναλ μετά από μια συνολική νίκη με 5-1, επιστρέφοντας σε ημιτελική φάση της κορυφαίας διοργάνωσης, για πρώτη φορά μετά το 2006. Ακριβώς η Άρσεναλ είναι η ομάδα που έχει παίξει τα περισσότερα παιχνίδια στο Τσάμπιονς Λιγκ, χωρίς ποτέ να κατακτήσει το πιο διάσημο τρόπαιο στο ποδόσφαιρο των συλλόγων. Ο σύλλογος του Βόρειου Λονδίνου έχει 211 παιχνίδια στη διοργάνωση, φτάνοντας μάλιστα στον τελικό το 2006, όπου έχασε από τη Μπαρτσελόνα.
Η Ντιναμό Κιέβου κατέχει τη δεύτερη θέση, με τη ρωσική ομάδα να παίζει 186 παιχνίδια στη διοργάνωση και την Ατλέτικο Μαδρίτης να καταλαμβάνει την τρίτη θέση (176). Η Ατλέτικο Μαδρίτης έχει χάσει σε δύο τελικούς την τελευταία δεκαετία υπό τον Ντιέγκο Σιμεόνε, από τη μεγάλη αντίπαλο Ρεάλ Μαδρίτης.
Η Παρί Σεν Ζερμέν, η οποία επίσης έχει προκριθεί στα ημιτελικά της διοργάνωσης την τρέχουσα σεζόν, είναι τέταρτη (167) και θα αναμετρηθεί με την Άρσεναλ για να φτάσει στον τελικό αυτή τη σεζόν. Η Άντερλεχτ συμπληρώνει την πρώτη πεντάδα (165 αγώνες).

H κατάταξη:

  1. ΑΡΣΕΝΑΛ 211 ΑΓΩΝΕΣ
  2. ΝΤΙΝΑΜΟ ΚΙΕΒΟΥ 186
  3. ΑΤΛΕΤΙΚΟ ΜΑΔΡΙΤΗΣ 176
  4. ΠΑΡΙ ΣΕΝ ΖΕΡΜΕΝ 167
  5. ΑΝΤΕΡΛΕΧΤ 165
  6. ΓΑΛΑΤΑΣΑΡΑΪ 161
  7. ΟΛΥΜΠΙΑΚΟΣ 156
  8. ΛΙΟΝ 136
  9. ΡΕΙΝΤΖΕΡΣ 131
    10.ΠΑΝΑΘΗΝΑΪΚΟΣ 127

ΠΗΓΗ: ΑΠΕ-ΜΠΕ
Α. ΒΑΖΟΓΙΑΝΝΗΣ