Tuesday, February 17, 2026
spot_img
spot_img
Home Blog Page 3

Η ενδοοικογενειακή βία αυξάνεται στο Κεμπέκ

0

Μπορεί η φροντίδα των ανδρών να σώσει τις ζωές των γυναικών;

Η ενδοοικογενειακή και συζυγική βία στο Κεμπέκ παραμένει ένα από τα σοβαρότερα κοινωνικά προβλήματα της επαρχίας, με τα πρόσφατα στοιχεία να αποτυπώνουν μια ανησυχητική εικόνα, τόσο ως προς τον αριθμό των αστυνομικών παρεμβάσεων όσο και ως προς τα θανατηφόρα περιστατικά.

Τα δεδομένα των τελευταίων δέκα ετών δείχνουν ότι δεκάδες χιλιάδες κλήσεις έχουν καταγραφεί από τις αστυνομικές αρχές, ενώ δεκάδες γυναίκες έχουν χάσει τη ζωή τους από τα χέρια συντρόφων ή πρώην συντρόφων τους.

Σύμφωνα με τη Sûreté du Québec, από το 2015 μέχρι σήμερα οι επαρχιακές αστυνομικές δυνάμεις παρενέβησαν σε 82.019 κλήσεις που αφορούσαν ενδοοικογενειακή βία. Την ίδια περίοδο, τουλάχιστον 81 γυναίκες δολοφονήθηκαν από το σύντροφό τους, αριθμός που οι ίδιες οι αρχές παραδέχονται ότι πιθανόν είναι υποεκτιμημένος, εξαιτίας του τρόπου με τον οποίο καταγράφονται και κατηγοριοποιούνται οι υποθέσεις κατά την εξέλιξη των ερευνών.

Στα στοιχεία αυτά δεν περιλαμβάνονται υποθέσεις που χειρίστηκαν δημοτικά αστυνομικά σώματα, όπως η αστυνομία του Μόντρεαλ ή άλλων μεγάλων αστικών κέντρων. Η υπολοχαγός Καρολίν Ζιράρ, επαρχιακή συντονίστρια της SQ για την καταπολέμηση της βίας μεταξύ συντρόφων, εξηγεί ότι περίπου το 70% των περιστατικών ενδοοικογενειακής βίας στο Κεμπέκ καταγράφονται από κοινού από τη Sûreté du Québec και τη SPVM.

ΣΤΑΘΕΡΗ ΑΥΞΗΣΗ ΤΩΝ ΚΛΗΣΕΩΝ

Τα ετήσια στοιχεία αποτυπώνουν σαφή άνοδο των αστυνομικών παρεμβάσεων. Το 2015, η SQ παρενέβη σε 4.257 περιστατικά. Το 2024 ο αριθμός αυτός εκτοξεύθηκε στις 10.035 παρεμβάσεις, ενώ το 2025 καταγράφηκαν 8.937 περιπτώσεις, χωρίς να περιλαμβάνεται ακόμη ο μήνας Δεκέμβριος.

Το  Μοντερεζί, μία από τις πιο πυκνοκατοικημένες περιοχές της επαρχίας, συγκεντρώνει το μεγαλύτερο αριθμό κλήσεων. Εκεί, οι παρεμβάσεις αυξήθηκαν από 714 το 2015 σε 1.589 το 2025, με συνολικά 14.322 κλήσεις την τελευταία δεκαετία. Παράλληλα, η περιοχή παρουσιάζει και τα υψηλότερα, σταθερά ποσοστά γυναικοκτονιών, με μόνη εξαίρεση το 2023.

Στο σύνολο στο Μοντερεζί, 26 γυναίκες δολοφονήθηκαν από σύντροφο την τελευταία δεκαετία, αριθμός διπλάσιος από αυτόν της δεύτερης πιο πληγείσας περιοχής, του Νορ-ντι-Κεμπέκ, όπου καταγράφηκαν 13 δολοφονίες.

ΠΑΝΔΗΜΙΑ ΚΑΙ ΚΟΡΥΦΩΣΗ ΤΗΣ ΒΙΑΣ

Τα έτη 2021 και 2022, κατά τη διάρκεια της πανδημίας COVID-19, καταγράφηκαν τα υψηλότερα ποσοστά θανάτων, με 12 και 10 γυναικοκτονίες αντίστοιχα. Όπως επισημαίνει η Ζιράρ, οι περιορισμοί μετακίνησης και ο εγκλεισμός στα σπίτια αφαίρεσαν από πολλές γυναίκες τη δυνατότητα διαφυγής από βίαιες σχέσεις.

Παρά την αύξηση των αναφορών, η SQ υποστηρίζει ότι αυτό δε σημαίνει απαραίτητα αύξηση της ίδιας της βίας. Οι αρχές αποδίδουν την άνοδο των καταγραφών σε παράγοντες όπως η καλύτερη εκπαίδευση των αστυνομικών, η αυξημένη ευαισθητοποίηση και το γεγονός ότι τα θύματα νιώθουν λιγότερο φόβο να καταγγείλουν την κακοποίηση.

Η ΕΙΚΟΝΑ ΣΤΟ ΜΟΝΤΡΕΑΛ

Στο νησί του Μόντρεαλ, η SPVM χαρακτηρίζει την κατάσταση «σχετικά σταθερή». Το 2025, καταγράφηκαν 15.310 κλήσεις στο 911 που ταξινομήθηκαν ως περιστατικά ενδοοικογενειακής βίας, από τις οποίες επιβεβαιώθηκαν 3.995 περιπτώσεις κακοποίησης μετά την αστυνομική παρέμβαση.

Την ίδια χρονιά, η αστυνομία του Μόντρεαλ ανταποκρίθηκε σε 3.202 καταγγελίες για σωματικές επιθέσεις, 558 για σεξουαλική επίθεση και τρεις απόπειρες ανθρωποκτονίας. Δεν καταγράφηκαν ανθρωποκτονίες σχετιζόμενες με ενδοοικογενειακή βία το 2025, ενώ οι πιο θανατηφόρες χρονιές παραμένουν το 2021 και το 2024.

Η ΣΥΖΗΤΗΣΗ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΘΥΤΕΣ

Στο δημόσιο διάλογο έχει ανοίξει έντονη συζήτηση, για το αν η πρόληψη της βίας κατά των γυναικών μπορεί να επιτευχθεί χωρίς να αντιμετωπιστεί παράλληλα η ψυχοκοινωνική κατάσταση των ανδρών δραστών. Η δρα Σεσίλ Ρουσό, καθηγήτρια στο Πανεπιστήμιο McGill και κάτοχος ερευνητικής έδρας στον τομέα της πρόληψης της βίαιης ριζοσπαστικοποίησης, υποστηρίζει ότι η αποκλειστική προσέγγιση μέσω της τιμωρίας δεν είναι αποτελεσματική.

Σύμφωνα με την ίδια, πολλοί βίαιοι άνδρες βρίσκονται σε κατάσταση απόγνωσης και απώλειας ελέγχου, κάτι που, αν δεν αντιμετωπιστεί έγκαιρα, μπορεί να οδηγήσει σε τραγικές συνέπειες. Η Ρουσό επισημαίνει, ότι η προσφορά βοήθειας σε πιθανούς δράστες δεν αποτελεί επιβράβευση, αλλά αναγκαίο εργαλείο πρόληψης.

Η ΑΝΤΙΘΕΤΗ ΑΠΟΨΗ

Η Κλοντίν Τιμποντό, κλινική συντονίστρια της οργάνωσης SOS Violence Conjugale, διαφωνεί κάθετα με αυτή την προσέγγιση. Υποστηρίζει ότι η ρίζα της ενδοοικογενειακής βίας είναι ο σεξισμός και οι ανισότητες εξουσίας στις ερωτικές σχέσεις. Κατά την άποψή της, η σύνδεση της βίας με την ψυχική υγεία ή τις δύσκολες εμπειρίες ζωής των ανδρών, ενέχει τον κίνδυνο να εξισωθεί ο θύτης με το θύμα. Η Τιμποντό χαρακτηρίζει την ενδοοικογενειακή βία «επιδημία» και τονίζει ότι η κοινωνία χρειάζεται μεγαλύτερη αγανάκτηση και εγρήγορση. Παράλληλα, αναγνωρίζει ότι τα μέτρα που έχουν ληφθεί τα τελευταία χρόνια συνέβαλαν στη συγκράτηση των ποσοστών γυναικοκτονιών, προειδοποιώντας ωστόσο ότι το 2026 ξεκίνησε με ιδιαίτερα ανησυχητικά δεδομένα.

ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΣΤΗΝ ΚΑΤΑΓΡΑΦΗ ΤΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ

Η ίδια η SQ παραδέχεται ότι εξακολουθούν να υπάρχουν αδυναμίες στον τρόπο καταγραφής και διαμοιρασμού των στατιστικών. Η Αμελί Μπουά, σύμβουλος της επαρχιακής αστυνομίας, επισημαίνει ότι σε αρκετές υποθέσεις οι σχέσεις μεταξύ θύματος και δράστη δεν αποτυπώνονται σωστά, με αποτέλεσμα ορισμένες γυναικοκτονίες να μην καταγράφονται εξαρχής ως τέτοιες.

Οι αρχές δηλώνουν ότι τα τελευταία χρόνια γίνεται συστηματικότερη προσπάθεια, ώστε οι δολοφονίες γυναικών στο πλαίσιο ενδοοικογενειακής βίας να μην περνούν απαρατήρητες και να αποτυπώνονται με ακρίβεια στα επίσημα στοιχεία.

Καθώς το Κεμπέκ συνεχίζει να μετρά θύματα, η συζήτηση για το πώς μπορεί να προληφθεί αποτελεσματικά η βία κατά των γυναικών παραμένει ανοιχτή, με τις απόψεις να συγκρούονται αλλά την ανάγκη για ουσιαστικές λύσεις να είναι πιο επιτακτική από ποτέ.

Ζόμπι, όπλα και τρομοκρατία: η υπόθεση που σοκάρει το Κεμπέκ

0

Κατηγορίες τρομοκρατίας στο Κεμπέκ, στρατιωτική εκπαίδευση, αντι-κυβερνητική ιδεολογία και σενάρια «αποκάλυψης ζόμπι»

Νέα στοιχεία που κατατέθηκαν στη δικαστική υπόθεση τριών ανδρών στο Κεμπέκ, οι οποίοι κατηγορούνται για διευκόλυνση τρομοκρατικής δραστηριότητας, αποκαλύπτουν ότι τα μέλη της φερόμενης αντι-κυβερνητικής ομάδας προετοιμάζονταν για ένα υποτιθέμενο σενάριο «αποκάλυψης ζόμπι» και γενικευμένης κοινωνικής κατάρρευσης. Οι πληροφορίες προέρχονται από πρώην μέλος της ομάδας, το οποίο συνεργάστηκε εθελοντικά με τις αρχές, σύμφωνα με έγγραφα που κατατέθηκαν στο δικαστήριο.

Οι αποκαλύψεις περιλαμβάνονται σε έγγραφο Information to Obtain, γνωστό ως ITO, το οποίο χρησιμοποιούν οι αστυνομικές αρχές προκειμένου να αιτηθούν εντάλματα έρευνας. Σημειώνεται ότι οι ισχυρισμοί που περιλαμβάνονται στο ITO δεν έχουν ακόμη εξεταστεί ή επιβεβαιωθεί στο δικαστήριο και αποτελούν μέρος μιας εν εξελίξει δικαστικής διαδικασίας.

Η απαγόρευση δημοσίευσης του ονόματος του πληροφοριοδότη και των πληροφοριών που παρείχε στις αρχές ήρθη την Παρασκευή 30 Ιανουαρίου. Ο ίδιος δεν αντιμετωπίζει ποινικές κατηγορίες και, σύμφωνα με τα έγγραφα, παρείχε στις αρχές εθελοντική κατάθεση που διήρκεσε τρεις ημέρες. Τα μέσα ενημέρωσης, συνεχίζουν να μη δημοσιοποιούν το όνομά του.

Τον Ιούλιο, η Βασιλική Καναδική Έφιππη Αστυνομία απήγγειλε κατηγορίες σε τέσσερις άνδρες από το Κεμπέκ, όλοι με δεσμούς με τις Καναδικές Ένοπλες Δυνάμεις. Οι αρχές υποστηρίζουν ότι οι κατηγορούμενοι σχεδίαζαν μια ιδεολογικά υποκινούμενη βίαιη ενέργεια, με στόχο την κατάληψη εδαφών στην περιοχή της πόλης του Κεμπέκ διά της βίας.

Τρεις από αυτούς, οι Marc-Aurèle Chabot, Simon Angers-Audet και Raphaël Lagacé, αντιμετωπίζουν, πέραν των κατηγοριών για οπλισμό, και την ιδιαίτερα σοβαρή κατηγορία της διευκόλυνσης τρομοκρατικής δραστηριότητας. Και οι τρεις έχουν προφυλακιστεί και τους έχει αρνηθεί η αποφυλάκιση με εγγύηση, εν αναμονή της δίκης τους.

Σύμφωνα με τον πληροφοριοδότη, η ομάδα, η οποία φέρεται να λειτουργούσε υπό την ονομασία Hide & Stalk μέσω πλατφορμών κοινωνικής δικτύωσης, αποτελούνταν από νυν και πρώην στρατιωτικούς. Ο ίδιος ανέφερε ότι, αφού αποχώρησε από τις Ένοπλες Δυνάμεις το 2021, αναζητούσε μια νέα στρατιωτική κοινότητα και ήρθε σε επαφή με τον Chabot μέσω Instagram.

Κατά την κατάθεσή του, περιέγραψε ότι συμμετείχε σε εκδρομές, εκπαιδευτικά κάμπινγκ και δραστηριότητες που τον οδήγησαν στην πλήρη ένταξή του στην ομάδα. Υποστήριξε επίσης ότι κάθε μέλος είχε συγκεκριμένο ρόλο, καθορισμένο από το φερόμενο ως αρχηγό, τον Chabot.

Ο πληροφοριοδότης κατέθεσε ότι ο Chabot του ζήτησε να αξιοποιήσει την εξειδίκευσή του ως μηχανικός μάχης, παρέχοντας πληροφορίες και εκπαίδευση σε τεχνικές εκρηκτικών. Ο ίδιος δήλωσε ότι αρνήθηκε να εμπλακεί σε τέτοιες δραστηριότητες και περιορίστηκε στο ρόλο των ραδιοεπικοινωνιών, σε συνεργασία με τον Lagacé.

Σύμφωνα με τα δικαστικά έγγραφα, στις συνομιλίες και τις εκπαιδευτικές συναντήσεις φέρονται να έγιναν υποτιμητικά σχόλια και «αστεία» εις βάρος Εβραίων, καθώς και δηλώσεις του Chabot που αμφισβητούσαν την ισότητα των φύλων, με τη χρήση υποτιμητικής γλώσσας για τις γυναίκες. Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν έχουν επιβεβαιωθεί δικαστικά.

Ο πληροφοριοδότης ανέφερε επίσης, ότι ο φερόμενος ως αρχηγός της ομάδας πίστευε πως επίκειται σοβαρή οικονομική κρίση και γενικευμένη κοινωνική αποσταθεροποίηση, η οποία θα προερχόταν είτε από ξένη δύναμη είτε από μια φαντασιακή «εισβολή ζόμπι». Στο πλαίσιο αυτό, σύμφωνα με τα έγγραφα, καταστρώθηκε σχέδιο καταφυγής σε ελεγχόμενη δασική περιοχή κοντά στην πόλη του Κεμπέκ, τη Zec Batiscan-Neilson, με σκοπό την κατάληψη και τον έλεγχο της περιοχής διά της βίας, μαζί με τις οικογένειές τους.

Ο πληροφοριοδότης ισχυρίστηκε ότι συμμετείχε σε εκπαιδευτικές δραστηριότητες το 2022 και το 2023, όπου είδε τη χρήση στρατιωτικού εξοπλισμού που προερχόταν από τις Καναδικές Ένοπλες Δυνάμεις, μεταξύ άλλων και καπνογόνες χειροβομβίδες.

Αν και απομακρύνθηκε από την ομάδα το Μάιο του 2023, υποστήριξε ότι το Σεπτέμβριο δέχθηκε εκ νέου πιέσεις για να επιστρέψει και να βοηθήσει στη στρατολόγηση νέου μέλους, κάτι που, όπως είπε, αρνήθηκε να κάνει.

Στις αρχές παρέδωσε επίσης ένα USB με 75 φωτογραφίες και δύο βίντεο, καθώς και το κινητό του τηλέφωνο, το οποίο περιείχε συνομιλίες με τα μέλη της ομάδας. Οι επικοινωνίες φέρεται να γίνονταν μέσω Snapchat, Instagram, Signal και Telegram.

Ένας τέταρτος κατηγορούμενος, ο Matthew Forbes από το Pont-Rouge του Κεμπέκ, αντιμετωπίζει κατηγορίες για κατοχή πυροβόλων όπλων, απαγορευμένων μηχανισμών και εκρηκτικών. Σε αντίθεση με τους άλλους τρεις, του επετράπη η αποφυλάκιση με αυστηρούς όρους, συμπεριλαμβανομένης της υποχρεωτικής χρήσης συσκευής GPS.

Όπως τονίζουν οι αρχές και τα δικαστικά έγγραφα, κανένας από τους παραπάνω ισχυρισμούς δεν έχει ακόμη δοκιμαστεί ενώπιον δικαστηρίου και όλοι οι κατηγορούμενοι θεωρούνται αθώοι μέχρι αποδείξεως του αντιθέτου.

Ta NEA volume 20-05

0

The current issue of the Greek Canadian News Ta NEA volume 20-05 published February 6th, 2026.
Covering news from Greece, local news, politics, sports and other newsworthy events.

Click here to read the paper.

Αλάτι, άμμος και πάγος: πώς διαφέρουν Λαβάλ, Μόντρεαλ και Λονγκέι

0

Γιατί στο Λαβάλ γλιστράμε… περισσότερο απ’ ό,τι στο Μόντρεαλ;

Του Γιώργου Στυλ. Γκιούσμα

Ο χειμώνας στον Καναδά ήταν ανέκαθεν απαιτητικός… Είναι όμως πολύ ανησυχητικό, το πόσο συχνά οι δρόμοι και τα πεζοδρόμια, προπαντός στο Λαβάλ, μετατρέπονται σε «παγίδες πάγου». Το θέμα απασχολεί έντονα τους Λαβαλιώτες και έχει ήδη φτάσει μέχρι τα έδρανα του Δημοτικού Συμβουλίου.

Το ερώτημα που θέτουν πολλοί είναι απλό: «Γιατί στο Λαβάλ δε ρίχνουν αρκετό αλάτι;». Η απάντηση, ωστόσο, είναι πιο σύνθετη και γίνεται πιο κατανοητή, όταν συγκρίνουμε τις πρακτικές του Λαβάλ με εκείνες του Μόντρεαλ και του Λονγκέι.

ΛΑΒΑΛ: ΜΕΡΙΜΝΑ ΓΙΑ ΤΟ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ 
«Η ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ ΕΠΑΝΕΞΕΤΑΖΕΤΑΙ»

Η πόλη του Λαβάλ εφαρμόζει μια ιδιαίτερα προσεκτική πολιτική χρήσης αλατιού, ακολουθώντας πιστά τις οδηγίες της κυβέρνησης του Κεμπέκ, για τη μείωση της περιβαλλοντικής ρύπανσης. Όταν η θερμοκρασία του οδοστρώματος πέφτει κάτω από –15 βαθμούς Κελσίου, το αλάτι θεωρείται αναποτελεσματικό και αντικαθίσταται από άμμο ή χαλίκι.

Το πρόβλημα; Τα υλικά αυτά δε λιώνουν τον πάγο – απλώς μειώνουν, θεωρητικά, την ολισθηρότητα. Στην πράξη, πολλοί κάτοικοι, μεταξύ τους και ηλικιωμένοι ομογενείς, καταγγέλλουν πτώσεις και τραυματισμούς, κυρίως νωρίς το πρωί και μετά από παγωμένη βροχή.

Τον Ιανουάριο του 2026, το ζήτημα συζητήθηκε δημόσια στο Δημοτικό Συμβούλιο, με δημότες να μιλούν για «χαοτικές συνθήκες» και να ζητούν άμεσες αλλαγές στις πρακτικές αποπαγοποίησης.

«Τις τελευταίες εβδομάδες, ο μαύρος πάγος μετέτρεψε δρόμους και πεζοδρόμια του Λαβάλ σε πραγματικό ναρκοπέδιο», ανέφερε ο κάτοικος της Fabreville, Ζαν-Κλοντ Κλερζέ, απευθυνόμενος στο δήμαρχο και τους δημοτικούς συμβούλους, κατά την περίοδο ερωτήσεων στο Δημοτικό Συμβούλιο του Ιανουαρίου. «Η κατάσταση έγινε χαοτική, τόσο για τους κατοίκους όσο και για τους οδηγούς».

Ο ίδιος δεν μίλησε θεωρητικά. Όπως αποκάλυψε, γλίστρησε ο ίδιος στον πάγο και παραλίγο να σπάσει το πόδι του. Απευθυνόμενος στο δημοτικό σύμβουλο της περιοχής l’Orée-des-Bois, Γιανίκ Λανγκλουά, έθεσε ευθέως το ερώτημα: «Δε θα μπορούσε να είχε γίνει κάτι προληπτικά, ώστε να αποφευχθεί μια τόσο επικίνδυνη κατάσταση;».

Ο κ. Κλερζέ ζήτησε από το σύμβουλο να τοποθετηθεί, αν είναι ικανοποιημένος από την παρούσα εικόνα – και ρώτησε το δήμαρχο Στεφάν Μπουαγιέ ποια μέτρα σκοπεύει να λάβει η πόλη για να ενισχύσει την ασφάλεια.

Στο διάλογο παρενέβη και η κ. Γκιρλάντ, επίσης κάτοικος της πόλης, η οποία έθεσε πρακτικά ερωτήματα:

Ποια εναλλακτικά μέτρα εφαρμόζει ο δήμος όταν η θερμοκρασία είναι τόσο χαμηλή που το αλάτι δεν λειτουργεί;

Υπάρχει επαρκής εξοπλισμός;

Υπάρχουν αρκετοί διανομείς αδρανών υλικών, ώστε να αντιμετωπίζονται αποτελεσματικά μεγάλες περίοδοι παγετού; Και, τέλος,

Πώς συγκρίνεται το Λαβάλ με άλλες μεγάλες πόλεις στη διαχείριση μιας χιονοθύελλας, η οποία σε κάποιες περιπτώσεις μετατρέπεται σε… παγοθύελλα;

«Μετά τον αποχιονισμό δεν ρίχνεται αλάτι», σημείωσε, «κάτι που κάνει τη ζωή των πεζών –ιδίως των παιδιών– πιο επικίνδυνη και αυξάνει τον κίνδυνο πτώσεων».

Απαντώντας, ο δημοτικός σύμβουλος, Γιανίκ Λανγκλουά, αναγνώρισε ότι τα προβλήματα είναι υπαρκτά.

«Δεν είναι όλα τέλεια», παραδέχτηκε, «γι’ αυτό και αποφασίσαμε να επανεξετάσουμε τη στρατηγική μας για το χιόνι και τον πάγο». Δήλωσε μάλιστα ότι θα επισκεφθεί ο ίδιος συγκεκριμένους δρόμους και θα προχωρήσει σε παρεμβάσεις όπου κριθεί απαραίτητο.

Ο δήμαρχος, Στεφάν Μπουαγιέ, από την πλευρά του, εξήγησε ότι η πόλη δεν μπορεί να καθαρίσει όλους τους δρόμους μέσα σε 24 ώρες και αναγκάζεται να θέτει προτεραιότητες: πρώτα περιοχές γύρω από σχολεία και νοσοκομεία, στη συνέχεια μεγάλες αρτηρίες και ράμπες αυτοκινητοδρόμων, έπειτα συλλεκτικούς δρόμους και τελευταίες τις γειτονιές. «Όλη αυτή η διαδικασία διαρκεί ημέρες», σημείωσε.

Τέλος, παραδέχτηκε ότι σε πολύ χαμηλές θερμοκρασίες, ειδικά μετά από απότομη πτώση του υδράργυρου έπειτα από απόψυξη, το αλάτι είναι λιγότερο αποτελεσματικό – «χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν το χρησιμοποιούμε», όπως διευκρίνισε.

Δεν είναι τυχαίο ότι η αποχιονιστική πολιτική συγκαταλέγεται εδώ και χρόνια στα συχνότερα παράπονα προς το Συνήγορο του Πολίτη του Λαβάλ.

ΑΠΡΟΣΠΕΛΑΣΤΕΣ ΚΑΙ ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΕΣ ΟΙ ΓΕΦΥΡΕΣ

Όπως διαπίστωσαν πολλοί οδηγοί, τη Δευτέρα 26 Ιανουαρίου, για άλλη μια φορά σχεδόν όλες οι γέφυρες στο Λαβάλ ήταν απροσπέλαστες. Παρόλο την έντονη παρουσία της αστυνομίας, οι οδηγοί δεν μπορούσαν να προσπεράσουν διαβάσεις με γεφυρώματα, διότι η άσφαλτος ήταν… γυαλί από τον πάγο. Συγκεκριμένα, στη γέφυρα που περνάει πάνω από τον αυτοκινητόδρομο 15 επί της λεωφόρου Labelle, τεράστιο φορτηγό νταλίκα είχε ακινητοποιηθεί. Αποτέλεσμα να μην μπορούν να περάσουν τα υπόλοιπα οχήματα. Τέτοια συμβάντα είναι απαράδεκτα!

ΜΟΝΤΡΕΑΛ: Η ΑΣΦΑΛΕΙΑ ΠΑΝΩ ΑΠ’ ΟΛΑ

Σε αντίθεση με το Λαβάλ, το Μόντρεαλ ακολουθεί μια πιο «επιθετική» στρατηγική κατά του πάγου. Οι υπηρεσίες της πόλης προχωρούν συχνά σε προληπτική ρίψη άλμης (υγρού αλατιού) πριν από κακές καιρικές συνθήκες, αποτρέποντας το σχηματισμό πάγου εξαρχής.

Επιπλέον, χρησιμοποιούνται ειδικά άλατα, όπως το χλωριούχο ασβέστιο, τα οποία είναι αποτελεσματικά και σε χαμηλότερες θερμοκρασίες. Το αποτέλεσμα είναι λιγότερα παράπονα και σαφώς καλύτερη οδική ασφάλεια, αν και με αυξημένο κόστος και περιβαλλοντικό αποτύπωμα.

ΛΟΝΓΚΕΪ: ΜΙΑ ΠΙΟ ΙΣΟΡΡΟΠΗΜΕΝΗ ΕΠΙΛΟΓΗ

Το Λονγκέι φαίνεται να κινείται στη μέση οδό. Χρησιμοποιεί περισσότερο αλάτι απ’ ό,τι το Λαβάλ, ιδιαίτερα σε κεντρικούς δρόμους και περιοχές με αυξημένη κυκλοφορία, χωρίς όμως να φτάνει τα επίπεδα του Μόντρεαλ. Στις γειτονιές εφαρμόζονται συχνά αδρανή υλικά, αλλά με πιο ευέλικτη χρήση αλατιού όταν οι συνθήκες το απαιτούν.

ΠΡΩΤΙΣΤΩΣ Η  ΑΣΦΑΛΕΙΑ

Η ασφάλεια στους δρόμους και στα πεζοδρόμια δεν είναι θεωρητικό ζήτημα πολιτικής· είναι μέρος της καθημερινής ζωής. Η εμπειρία άλλων πόλεων δείχνει πως υπάρχουν εναλλακτικές και πιο ευέλικτες λύσεις, χωρίς να θυσιάζεται ούτε το περιβάλλον ούτε η ανθρώπινη ασφάλεια. Με την ανεπάρκεια που έχουν τα νοσοκομεία, δε χρειάζονται να ενταχθούν περισσότερα άτομα για κατάγματα λόγω του πάγου στα πεζοδρόμια…

Καναδάς: Νέο πακέτο στήριξης για μεσαία – χαμηλά εισοδήματα

0

«Επίδομα για ψώνια και βασικά αγαθά», ο Καναδικός δρόμος της ανακούφισης μέσω GST

Τη στιγμή που ο λογαριασμός στο ταμείο παραμένει για πολλούς Καναδούς η πιο σκληρή υπενθύμιση της κρίσης ακρίβειας, η ομοσπονδιακή κυβέρνηση ανακοίνωσε ένα νέο πακέτο στήριξης που «χτίζει» πάνω σε έναν ήδη υπάρχοντα μηχανισμό: την πίστωση GST/HST.

Τη Δευτέρα 26 Ιανουαρίου 2026, ο πρωθυπουργός Μαρκ Κάρνεϊ παρουσίασε το νέο «Canada Groceries and Essentials Benefit», δηλαδή ένα προσωρινό, πενταετές ενισχυμένο σχήμα της γνωστής πίστωσης GST, με στόχο να κατευθύνει περισσότερα χρήματα σε νοικοκυριά χαμηλού και μέτριου εισοδήματος.

Στην καρδιά της εξαγγελίας βρίσκονται δύο παρεμβάσεις:

ΠΡΩΤΟΝ, αύξηση κατά 25% στο ποσό του επιδόματος για πέντε χρόνια, ξεκινώντας από τον Ιούλιο του 2026, δηλαδή στην αρχή της νέας «περιόδου πληρωμών» του GST/HST credit που τυπικά τρέχει από Ιούλιο μέχρι Ιούνιο.

ΔΕΥΤΕΡΟΝ, μια εφάπαξ πληρωμή μέσα στο 2026, ίση με 50% «TOP UP» της πίστωσης, ως άμεση «ένεση» ρευστότητας, πριν μπει σε εφαρμογή η πενταετής αύξηση. Σύμφωνα με την ανακοίνωση του Γραφείου του Πρωθυπουργού, ο συνδυασμός των δύο μέτρων μεταφράζεται, στο ανώτατο επίπεδο, σε έως 1.890 δολάρια για οικογένεια τεσσάρων ατόμων «φέτος» και περίπου 1.400 δολάρια ετησίως τα επόμενα τέσσερα χρόνια, ενώ για ένα άτομο το ανώτατο επίπεδο αναφέρεται έως 950 δολάρια «φέτος» και περίπου 700 δολάρια ετησίως τα επόμενα τέσσερα χρόνια.

Η κυβέρνηση παρουσιάζει το μέτρο ως στοχευμένη βοήθεια για όσους αισθάνονται πιο έντονα την πίεση των βασικών αγαθών. Το Reuters σημειώνει, ότι ο Κάρνεϊ απέδωσε την άνοδο των τιμών τροφίμων σε «παγκόσμιους κλυδωνισμούς της εφοδιαστικής αλυσίδας», σε καιρικά φαινόμενα που συνδέονται με την κλιματική αλλαγή και σε γεωπολιτικές αναταράξεις, ενώ παραπέμπει και στις επιπτώσεις δασμών των ΗΠΑ στην αλυσίδα κόστους.

Πέρα από το καθαρά εισοδηματικό σκέλος, το Reuters καταγράφει και συμπληρωματικές δαπάνες που εντάσσονται στο ίδιο πακέτο: 500 εκατ. δολάρια Καναδά για κεφαλαιουχικές επενδύσεις στο διατροφικό τομέα, 150 εκατ. για μικρομεσαίες επιχειρήσεις, καθώς και στήριξη προς food banks και κοινοτικά προγράμματα τροφίμων. Το συνολικό δημοσιονομικό κόστος, κατά το ίδιο δημοσίευμα, εκτιμάται σε 3,1 δισ. δολάρια Καναδά τον πρώτο χρόνο και 1,3 έως 1,8 δισ. ετησίως για τα επόμενα τέσσερα χρόνια.

Στην τρέχουσα περίοδο (Ιούλιος 2025 έως Ιούνιος 2026), το CRA αναφέρει ως ενδεικτικά ανώτατα ετήσια ποσά: έως 533 δολάρια για άγαμο άτομο, έως 698 δολάρια για ζευγάρι και 184 δολάρια για κάθε παιδί κάτω των 19 ετών. Οι πληρωμές επαναϋπολογίζονται κάθε Ιούλιο, με βάση τη φορολογική δήλωση του προηγούμενου έτους, κάτι που σημαίνει ότι η συνέπεια στην υποβολή δήλωσης είναι κρίσιμη για να μην υπάρξουν διακοπές.

Οι ημερομηνίες καταβολής για το 2026 είναι συγκεκριμένες και επίσημες: 5 Ιανουαρίου, 2 Απριλίου, 3 Ιουλίου και 5 Οκτωβρίου 2026. Η CRA διευκρινίζει επίσης, ότι οι πληρωμές Ιανουαρίου και Απριλίου βασίζονται στο εισόδημα της δήλωσης 2024, ενώ οι πληρωμές Ιουλίου και Οκτωβρίου βασίζονται στη δήλωση 2025, άρα η αύξηση που ανακοινώθηκε να ξεκινήσει τον Ιούλιο 2026 «κουμπώνει» με την αλλαγή περιόδου πληρωμών.

Η συγκεκριμένη επιλογή πολιτικής δεν εμφανίζεται στο κενό. Η ομοσπονδιακή κυβέρνηση έχει χρησιμοποιήσει ξανά τον ίδιο «αγωγό» πληρωμών για στοχευμένη ενίσχυση. Το 2023, για παράδειγμα, θεσπίστηκε η εφάπαξ «Grocery Rebate» μέσω του συστήματος GST/HST, με το Υπουργείο Οικονομικών να αναφέρει τότε ότι θα δοθεί σε επιλέξιμους Καναδούς στις 5 Ιουλίου 2023, ως στοχευμένη ανακούφιση για 11 εκατ. άτομα και οικογένειες. Παράλληλα, σε μεταγενέστερο backgrounder, το ίδιο Υπουργείο υπενθύμιζε ότι είχε προηγηθεί και προσωρινός διπλασιασμός της πίστωσης GST για έξι μήνες το φθινόπωρο του 2022.

Το ερώτημα που προκύπτει είναι, αν η νέα παρέμβαση μπορεί να «νικήσει» την ταχύτητα με την οποία κινούνται οι τιμές τροφίμων. Η γενική εικόνα πληθωρισμού εμφανίζεται πιο ήπια: η ετήσια ανασκόπηση του Δείκτη Τιμών Καταναλωτή για το 2025 από τη Statistics Canada δίνει ετήσια μέση αύξηση 2,1%. Ωστόσο, στο πεδίο των τροφίμων, η πίεση δεν εξαφανίζεται.

Το Canada’s Food Price Report 2026, μια πανεπιστημιακή συνεργασία υπό την αιγίδα του Agri Food Analytics Lab, προβλέπει αύξηση τιμών τροφίμων 4% έως 6% μέσα στο 2026 και εκτιμά ότι η μέση οικογένεια τεσσάρων ατόμων θα ξοδέψει 17.571,79 δολάρια για τρόφιμα, έως 994,63 δολάρια περισσότερα από την προηγούμενη χρονιά.

Σε αυτό το πλαίσιο, το «Canada Groceries and Essentials Benefit» μοιάζει σχεδιασμένο ως άμεση ανακούφιση, όχι ως θεραπεία για τις βαθύτερες αιτίες της ακρίβειας. Οι πιστώσεις τύπου GST έχουν το πλεονέκτημα ότι είναι στοχευμένες και διοικητικά «έτοιμες», φτάνουν αυτόματα σε δικαιούχους που έχουν υποβάλει φορολογική δήλωση, χωρίς νέες αιτήσεις και χωρίς να μεσολαβούν πολύπλοκοι έλεγχοι. Από την άλλη, παραμένει ανοικτό το κατά πόσο μια προσωρινή ενίσχυση πέντε ετών αρκεί για να σταθεροποιήσει τον οικογενειακό προϋπολογισμό, όταν οι προβλέψεις για το κόστος τροφίμων δείχνουν ότι η πίεση συνεχίζεται.

Το πολιτικό στοίχημα είναι διπλό. Αφενός, η κυβέρνηση θέλει να δείξει γρήγορα αποτελέσματα σε ένα πεδίο που αγγίζει σχεδόν κάθε οικογένεια, το κόστος τροφίμων. Αφετέρου, με το δημόσιο ταμείο να αναλαμβάνει κόστος δισεκατομμυρίων, η συζήτηση αναμένεται να μεταφερθεί στο αν το μέτρο είναι επαρκές και δίκαιο, ή αν χρειάζονται πιο δομικές παρεμβάσεις στην αγορά τροφίμων και στην αλυσίδα παραγωγής και διανομής. Για την ώρα, το μήνυμα της Οτάβας είναι σαφές: περισσότερα μετρητά, στοχευμένα, γρήγορα, για όσους πλήττονται περισσότερο στο ταμείο του σούπερ μάρκετ.

Ένας στους πέντε στο Κεμπέκ δεν κατάφερε να πληρώσει το ενοίκιο

0

Η κρίση στέγης παίρνει διαστάσεις κοινωνικής έκτακτης ανάγκης

Η στεγαστική κρίση στο Κεμπέκ παύει πλέον να είναι μια αφηρημένη στατιστική και μετατρέπεται σε καθημερινό άγχος για εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπους. Νέα έρευνα της Léger, σε συνεργασία με την οργάνωση Vivre en Ville, αποκαλύπτει ότι ένας στους πέντε κατοίκους του Κεμπέκ δυσκολεύτηκε να πληρώσει το ενοίκιό του μέσα στο τελευταίο έτος. Με απλά λόγια, περίπου 700.000 άνθρωποι βρέθηκαν αντιμέτωποι με την αδυναμία κάλυψης μιας από τις πιο βασικές τους ανάγκες, της στέγης.

Ακόμη πιο ανησυχητικό είναι το γεγονός, ότι για έναν στους δέκα το πρόβλημα δεν ήταν περιστασιακό. Οι ερωτηθέντες δηλώνουν πως η δυσκολία πληρωμής ενοικίου επαναλήφθηκε περισσότερες από μία φορές, στοιχείο που υποδηλώνει μόνιμη οικονομική πίεση και όχι ένα μεμονωμένο ατύχημα στον οικογενειακό προϋπολογισμό. Η κατάσταση είναι ιδιαίτερα οξεία στο Μόντρεαλ, όπου το 25% των ενοικιαστών ανέφεραν ότι το 2025 βρέθηκαν σε αδιέξοδο μπροστά στο λογαριασμό του ενοικίου.

Η έρευνα της Vivre en Ville συνδέει άμεσα αυτή την πίεση με την εκρηκτική άνοδο των ενοικίων τα τελευταία χρόνια. Σύμφωνα με τα στοιχεία της, το μέσο ενοίκιο στο Κεμπέκ αυξήθηκε κατά σχεδόν 150 δολάρια το μήνα από το 2023. Σε ετήσια βάση, αυτό μεταφράζεται σε επιβάρυνση περίπου 1.800 δολαρίων για κάθε ενοικιαστή, ένα ποσό που ισοδυναμεί, όπως υπογραμμίζει η οργάνωση, με δύο επιπλέον μήνες ενοικίου μέσα σε μόλις δύο χρόνια. Για πολλά νοικοκυριά, αυτή η αύξηση ξεπερνά κατά πολύ την όποια αύξηση μισθών ή κοινωνικών παροχών.

Ο διευθυντής της Vivre en Ville, Κριστιάν Σαβάρ, δεν κρύβει τη σοβαρότητα της κατάστασης. «Δεν πρόκειται πια για μια μεμονωμένη κρίση, αλλά για μια κοινωνική έκτακτη ανάγκη που πλήττει το Κεμπέκ», δηλώνει, περιγράφοντας μια πραγματικότητα, όπου η πρόσβαση σε προσιτή στέγη υπονομεύεται σε ολόκληρη την επαρχία. Η έρευνα δείχνει, ότι η πίεση δεν αφορά μόνο τα χαμηλά εισοδήματα ή τους πιο ευάλωτους, αλλά αγγίζει και ομάδες που παραδοσιακά θεωρούνταν οικονομικά σταθερές.

Ιδιαίτερα εκτεθειμένοι εμφανίζονται οι εργαζόμενοι ηλικίας 35 έως 54 ετών, δηλαδή άνθρωποι στην καρδιά της επαγγελματικής και οικογενειακής τους ζωής. Περίπου το ένα τρίτο των ερωτηθέντων σε αυτή την ηλικιακή ομάδα δηλώνουν ότι αισθάνονται έντονη οικονομική πίεση. Πρόκειται συχνά για γονείς με εξαρτώμενα μέλη, με σταθερή εργασία και ενεργό ρόλο στην οικονομία, που όμως βλέπουν το εισόδημά τους να μην επαρκεί πλέον για τα βασικά.

Η προοπτική ιδιοκατοίκησης, που για δεκαετίες αποτελούσε στόχο ζωής για πολλές οικογένειες στο Κεμπέκ, μοιάζει ολοένα και πιο μακρινή. Μόλις το 22% των ερωτηθέντων δηλώνουν ότι σκέφτονται κάποια στιγμή να αγοράσουν κατοικία. Για τη μεγάλη πλειονότητα, το όνειρο αυτό φαίνεται πλέον απρόσιτο, καθώς οι τιμές ακινήτων, τα επιτόκια και το κόστος ζωής, συνθέτουν ένα σχεδόν ανυπέρβλητο φραγμό.

Ο Αντάμ Μονγκρέν από τη Vivre en Ville τονίζει, ότι το πρόβλημα έχει σαφές κοινωνικό αποτύπωμα. «Μιλάμε για ανθρώπους που εργάζονται, που έχουν εξαρτώμενα μέλη, που συνεισφέρουν στην οικονομία. Δεν μπορούν πια να ανταπεξέλθουν» σημειώνει, υπογραμμίζοντας ότι οι οικογένειες πλήττονται δυσανάλογα. Κατά τον ίδιο, αυτή η πίεση εξηγεί και γιατί «αλλάζει το πρόσωπο της αστεγίας και της επισφάλειας», με όλο και περισσότερους εργαζόμενους να κινδυνεύουν να βρεθούν χωρίς σταθερή στέγη.

Παρά το γεγονός, ότι δείκτες όπως το ποσοστό κενών κατοικιών και οι νέες οικοδομές στο Μόντρεαλ δείχνουν κάποια βελτίωση στην προσφορά, η Vivre en Ville επισημαίνει ότι αυτό δε μεταφράζεται σε καλύτερη προσιτότητα. Με απλά λόγια, χτίζονται περισσότερα σπίτια, αλλά όχι απαραίτητα σπίτια που μπορούν να πληρώσουν όσοι τα χρειάζονται περισσότερο. Η οργάνωση καταλήγει, ότι για σχεδόν όλους στο Κεμπέκ η κατάσταση είτε παραμένει στάσιμη, είτε επιδεινώνεται.

Στο ίδιο μήκος κύματος κινείται και ο οικονομικός διευθυντής της Ένωσης Επαγγελματιών Κατασκευών και Στέγασης του Κεμπέκ, Νταβίντ Γκουλέ. Όπως υπογραμμίζει, είναι «επιτακτικό» οι κυβερνήσεις και όλοι οι εμπλεκόμενοι φορείς να κατανοήσουν πώς αλλάζει το στεγαστικό απόθεμα και ποια είναι η πραγματική δυνατότητα πληρωμής των νοικοκυριών. «Βλέπουμε ξεκάθαρα ότι οι επιλογές για τον κόσμο λιγοστεύουν συνεχώς», προειδοποιεί.

Η εικόνα που προκύπτει είναι σαφής και ανησυχητική. Η στεγαστική κρίση στο Κεμπέκ δεν αφορά πια μόνο τους πιο ευάλωτους, αλλά διαπερνά ολόκληρη την κοινωνία, απειλώντας τη σταθερότητα οικογενειών που μέχρι πρόσφατα θεωρούνταν ασφαλείς. Το ερώτημα που μένει ανοιχτό είναι, αν οι πολιτικές παρεμβάσεις που συζητούνται θα καταφέρουν να ανακουφίσουν ουσιαστικά αυτή την πίεση ή αν η στέγη θα συνεχίσει να γίνεται, για όλο και περισσότερους, ένα δυσεύρετο και ακριβό αγαθό.

Αφαίρεση του βρετανικού στέμματος από το θυρεό

0

Ένας συμβολικός εκσυγχρονισμός με περιορισμένο αντίκτυπο στην καθημερινότητα

Η κυβέρνηση του Κεμπέκ ανακοίνωσε στις 23 Ιανουαρίου 2026, ότι προχωρά στην αφαίρεση του βρετανικού στέμματος από τον επίσημο θυρεό της Επαρχίας, παρουσιάζοντας την κίνηση ως επαναβεβαίωση της αυτονομίας και της ταυτότητας του Κεμπέκ. Η απόφαση, που γνωστοποιήθηκε από τον υπουργό Δικαιοσύνης Simon Jolin-Barrette και τον υπουργό Γαλλικής Γλώσσας Jean-François Roberge, στηρίζεται, όπως τονίστηκε, σε σύσταση επιτροπής με εντολή να μελετήσει συνταγματικά ζητήματα.

Στις δηλώσεις του, ο Jolin-Barrette έθεσε σαφές πλαίσιο για το τι επιδιώκει η κυβέρνηση. «Η συντριπτική πλειονότητα των κατοίκων του Κεμπέκ, δεν έχει καμία προσκόλληση στη βρετανική μοναρχία και την απορρίπτει», ανέφερε, προσθέτοντας ότι η αφαίρεση του στέμματος διασφαλίζει πως «τα θεσμικά σύμβολα σέβονται τον πληθυσμό του Κεμπέκ, εκσυγχρονίζονται και αντικατοπτρίζουν καλύτερα την ταυτότητά του». Η τοποθέτηση αυτή, ωστόσο, περιορίζει ρητά το σκοπό της αλλαγής στο πεδίο του συμβολισμού και της ταυτότητας, χωρίς αναφορά σε οποιοδήποτε κοινωνικό ή οικονομικό όφελος.

Ο θυρεός του Κεμπέκ αποτελείται από ένα στέμμα που δεσπόζει πάνω από ασπίδα με τρία χρυσά fleur-de-lis, ένα χρυσό λέοντα και τρία πράσινα φύλλα σφενδάμου. Ο λέοντας, σύμβολο που συνδέεται επίσης με το βρετανικό στέμμα και συχνά αποκαλείται στα γαλλικά «λεοπάρδαλη», δεν αφαιρείται. Σύμφωνα με τα ιστορικά στοιχεία που επικαλείται η κυβέρνηση, το αρχικό έμβλημα απονεμήθηκε στο Κεμπέκ το 1868 από τη βασίλισσα Βικτώρια, ενώ το στέμμα τύπου Tudor προστέθηκε το 1939, την ίδια χρονιά που ενσωματώθηκε και το επαρχιακό μότο «Je me souviens».

Ο Roberge υπογράμμισε, ότι ο θυρεός δεν είχε τροποποιηθεί εδώ και σχεδόν 90 χρόνια και δήλωσε πως «η ανάγκη να γυρίσει σελίδα το Κεμπέκ σε σχέση με τη μοναρχία είναι πλέον πολύ παρούσα». Και αυτή η δήλωση, ωστόσο, εστιάζει στη συμβολική διάσταση της αλλαγής και στην ιστορική της φόρτιση, χωρίς να συνδέει την πρωτοβουλία με απτές βελτιώσεις στην καθημερινότητα των πολιτών.

Η κυβέρνηση διευκρίνισε, ότι ο αναθεωρημένος θυρεός θα χρησιμοποιείται σε ορισμένα επίσημα έγγραφα και, σε δεύτερη φάση, στα μετάλλια που απονέμονται από τον εκπρόσωπο του κράτους. Για λόγους προστασίας της πολιτιστικής κληρονομιάς, τα υπάρχοντα εμβλήματα σε δημόσια κτίρια ή έπιπλα δε θα αντικατασταθούν. Παράλληλα, η κυβέρνηση δεν απάντησε άμεσα σε ερώτημα σχετικά με το κόστος των αλλαγών, αφήνοντας αδιευκρίνιστο το οικονομικό αποτύπωμα μιας πρωτοβουλίας που χαρακτηρίζεται από την ίδια ως περιορισμένης εμβέλειας.

Η αφαίρεση του στέμματος εντάσσεται σε μια σειρά κινήσεων με στόχο τη χαλάρωση των δεσμών της Επαρχίας με τη μοναρχία. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνεται η κατάργηση της υποχρεωτικής ορκωμοσίας στο βασιλιά για τα εκλεγμένα μέλη της Εθνοσυνέλευσης, καθώς και η πρόθεση μετονομασίας του τίτλου του lieutenant-governor σε «officer of Quebec». Και σε αυτές τις περιπτώσεις, οι επίσημες ανακοινώσεις επικεντρώνονται στην ταυτότητα και το θεσμικό εκσυγχρονισμό, όχι σε λειτουργικές αλλαγές.

Η ανακοίνωση έτυχε θετικής υποδοχής από τον αρχηγό του Parti Québécois, Paul St-Pierre Plamondon, ο οποίος τη συνέδεσε με τη δημόσια συζήτηση που άνοιξε μετά την ομιλία του πρωθυπουργού του Καναδά, Mark Carney, στην πόλη του Κεμπέκ, στα Πεδία του Αβραάμ. Ο St-Pierre Plamondon σημείωσε, ότι η κίνηση της κυβέρνησης ήρθε την επόμενη ημέρα από μια ομιλία που χαρακτήρισε την ήττα των Γάλλων το 1759 ως απαρχή «συνεργασίας», διατύπωση που προκάλεσε αντιδράσεις τόσο από το κυβερνών κόμμα όσο και από το PQ.

Αξιοσημείωτη είναι και η απουσία δημόσιων τοποθετήσεων από κοινωνικούς και κοινοτικούς φορείς που δραστηριοποιούνται σε τομείς όπως η στέγαση, η υγεία ή η καταπολέμηση της φτώχειας. Σε μια περίοδο όπου τα ζητήματα αυτά κυριαρχούν στο δημόσιο διάλογο, η σιωπή τους ενισχύει την εικόνα μιας πρωτοβουλίας με κυρίως θεσμικό και συμβολικό χαρακτήρα, όπως άλλωστε περιγράφεται και από τις ίδιες τις κυβερνητικές δηλώσεις.

Η κυβέρνηση απορρίπτει την ιδέα, ότι η αλλαγή του θυρεού λειτουργεί ως αντιπερισπασμός, υποστηρίζοντας ότι ο εκσυγχρονισμός των συμβόλων μπορεί να συνυπάρξει με την αντιμετώπιση των κοινωνικών προκλήσεων. Ωστόσο, με βάση τις επίσημες τοποθετήσεις, η πρωτοβουλία δεν προβάλλεται ως εργαλείο για την επίλυση πιεστικών προβλημάτων, αλλά ως μια πράξη ιστορικής και ταυτοτικής αναθεώρησης.

Έτσι, η αφαίρεση του βρετανικού στέμματος από το θυρεό του Κεμπέκ, αποκτά σαφές πολιτικό μήνυμα και ισχυρό συμβολισμό. Την ίδια στιγμή, οι ίδιες οι δηλώσεις της κυβέρνησης καταδεικνύουν, ότι πρόκειται για μια αλλαγή με περιορισμένο πρακτικό αντίκτυπο, αφήνοντας ανοιχτό το ερώτημα κατά πόσο τέτοιες κινήσεις ανταποκρίνονται στις πιο άμεσες ανάγκες της κοινωνίας.

Η πορεία προς ένα τρίτο δημοψήφισμα

Με το βλέμμα στραμμένο στις επερχόμενες επαρχιακές εκλογές και την πρωτιά στις δημοσκοπήσεις να του δίνει αέρα νίκης, το Parti Québécois οριστικοποίησε το προσχέδιο της πολιτικής του πλατφόρμας, κατά το πρόσφατο ετήσιο συνέδριό του.

Το λεγόμενο «Μπλε Βιβλίο» δεν αποτελεί απλώς ένα προεκλογικό πρόγραμμα, αλλά έναν οδικό χάρτη για την ίδρυση ενός νέου κράτους. Ο αρχηγός του κόμματος, Paul St-Pierre Plamondon, ξεκαθάρισε τις προθέσεις του, εστιάζοντας σε τέσσερα κρίσιμα σημεία, που θα αποτελέσουν τη βάση της αυριανής διακυβέρνησης.

Δημοψήφισμα: Δέσμευση για διεξαγωγή τρίτου δημοψηφίσματος για την ανεξαρτησία.

Νόμισμα: Πρόταση για δημιουργία εθνικού νομίσματος ή, εναλλακτικά, υιοθέτηση του αμερικανικού δολαρίου.

Γλώσσα: Περαιτέρω αυστηροποίηση των γλωσσικών κανονισμών για την προστασία της γαλλικής γλώσσας, σε όλες τις εκφάνσεις της δημόσιας ζωής.

Ιθαγένεια: Πρόβλεψη για ιθαγένεια του Κεμπέκ, με την πρόταση οι πολίτες να μπορούν να διατηρήσουν και την καναδική υπηκοότητα, εφόσον το επιθυμούν.

Παρά την εκλογική άνοδο του PQ, τα δεδομένα παρουσιάζουν μια ενδιαφέρουσα αντίφαση. Ενώ το κόμμα προηγείται στην πρόθεση ψήφου, η υποστήριξη προς την ίδια την ανεξαρτησία (μία κίνηση που χαρακτηρίζεται από πολλούς ως «πολιτικό ρίσκο υψηλού κινδύνου») παραμένει σταθερά κοντά στο 35%. Αυτό το χάσμα υποδηλώνει, ότι ένα μεγάλο μέρος των ψηφοφόρων εμπιστεύεται το κόμμα, αλλά παραμένει διστακτικό απέναντι στο ενδεχόμενο μιας οριστικής ρήξης με την Οτάβα.

Οι επικριτές του προγράμματος προειδοποιούν, για το τεράστιο οικονομικό και θεσμικό κόστος μιας τέτοιας μετάβασης. Η διαδικασία απόσχισης θα απαιτούσε εξαντλητικές διαπραγματεύσεις με την ομοσπονδιακή κυβέρνηση, που θα μπορούσαν να διαρκέσουν χρόνια, βυθίζοντας την αγορά σε αβεβαιότητα.

Η πρόταση για το νόμισμα φέρνει στο προσκήνιο νέες προκλήσεις. Η υιοθέτηση του αμερικανικού δολαρίου, για τη «διασφάλιση» της οικονομικής συνέχειας, μπορεί να προσφέρει σταθερότητα, αλλά ενέχει τον κίνδυνο να αυξήσει την οικονομική και πολιτιστική εξάρτηση από τις ΗΠΑ.

Σε μια εποχή όπου η Τεχνητή Νοημοσύνη και η παγκόσμια τεχνολογία μιλούν κατά βάση Αγγλικά, η προσπάθεια για αυστηροποίηση των γλωσσικών κανονισμών φαντάζει ως ένας δύσκολος αγώνας, ενάντια στο ρεύμα της εποχής.

Στελέχη της αντιπολίτευσης σχολίασαν, ότι η υπόσχεση για διατήρηση της καναδικής υπηκοότητας, ενώ εγκαταλείπεται το εθνικό σύστημα, είναι ένα «πολιτικό τρικ».

Με το 17% του πληθυσμού να αποτελείται από αλλογενείς, η έννοια του «εθνικισμού» επαναπροσδιορίζεται. Η ιστορική δυσαρέσκεια πολλών Γαλλο-Κεμπεκουά προς τον υπόλοιπο Καναδά παραμένει ζωντανή, ωστόσο η πραγματικότητα είναι ότι το Κεμπέκ έχει κερδίσει μια προνομιακή θέση εντός της Συνομοσπονδίας, απολαμβάνοντας απόλυτα δικαιώματα.

Συνεπώς, το στοίχημα για το Parti Québécois είναι πλέον ξεκάθαρο: Μπορεί να πείσει μια σύγχρονη, υλιστική κοινωνία, ότι το όραμα ενός κυρίαρχου έθνους αξίζει τις μακρόχρονες θυσίες και τις στερήσεις που θα απαιτηθούν;

Η επιτυχία του θα εξαρτηθεί από το αν μπορεί να αποδείξει ότι η ανεξαρτησία δεν είναι απλώς ένα συναίσθημα, αλλά ένα βιώσιμο οικονομικό και κοινωνικό πλάνο που θα ευοδωθεί στο μέλλον…

Είμαστε παροικία δεύτερης κατηγορίας;

Καθώς περιμένουμε να αναγνωριστεί από την Καναδική βουλή ο μήνας Μάρτιος, ως μήνας της Ελληνικής κληρονομιάς, μια άλλη παροικία, για άλλη μια χρονιά, γιόρτασε το μήνα Ιανουάριο, το δικό της μήνα κληρονομιάς. Πρόκειται για το Μήνα Ταμιλικής Κληρονομιάς. Ο μήνας συνδέεται με το Thai Pongal, μία από τις σημαντικότερες εορτές ευχαριστίας των Ταμίλ, που σηματοδοτεί ανανέωση και ελπίδα.

Συγκεκριμένα, την Κυριακή 18 Ιανουαρίου, πάνω από 3.000 άτομα της παροικίας των Ταμίλ, γιόρτασαν το μήνα της κληρονομιάς τους. Στη μεγάλη εκδήλωση που έγινε στο CHATEAU ROYAl, συμμετείχαν από όλα τα επίπεδα των κυβερνήσεων – Καναδά, Κεμπέκ και Δήμοι – πάρα πολλοί πολιτικοί, ακόμα και υπουργοί, όπως ο υπουργός Κληρονομιάς του Καναδά Marc Miller, καθώς και η δήμαρχος του Μόντρεαλ Soraya Martinez. Βλέπετε, η οντότητα που παρουσιάζει η παροικία των Ταμίλ, δεν περνά απαρατήρητη στα διάφορα πολιτικά επίπεδα…

Δεν ξέρω πως τα κατάφεραν, αλλά το βρίσκω παράδοξο ότι το 2016, κατάφεραν να περάσουν ομόφωνα από την Καναδική βουλή το ψήφισμα Μ-24 που αναγνωρίζει και τιμά τη συμβολή των Ταμίλ – Καναδών, καθιερώνοντας το μήνα Ιανουάριο ως το Μήνα Κληρονομιάς των Ταμίλ.

Και το βρίσκω παράδοξο, διότι η παροικία των Ταμίλ έφθασε στον Καναδά μόλις τη δεκαετία του ’80, ενώ η δικιά μας παροικία συμβάλει στη κοινωνία και στην οικονομική ανάπτυξη του Καναδά από το 19ο αιώνα!

Αξίζει να ξέρουμε, ότι πριν τις προηγούμενες καναδικές εκλογές υπήρχαν 6 άτομα Ταμίλ στα έδρανα της Καναδικής βουλής. Με ιδιαίτερη πολιτική άνοδο της νυν υπουργού εξωτερικών του Καναδά, Anita Anand. Από το 2019, η Anand έχει υπηρετήσει στα πιο κύρια υπουργεία της καναδικής κυβέρνησης, όπως: Εξωτερικών, Βιομηχανίας, Μεταφορών, Εμπορίου, Θησαυροφυλακίου, Εθνικής Άμυνας και Δημόσιων Προμηθειών! Επιπλέον, στις ομοσπονδιακές εκλογές του 2025, εξελέγησαν και άλλα δύο άτομα Ταμιλικής καταγωγής.

Θα μου πείτε, κι εμείς έχουμε τρία άτομα στην ομοσπονδιακή φιλελεύθερη κυβέρνηση, τις Λαμπροπούλου και Κουτράκη, και τον Φραγκισκάτο, καθώς και τη Niki Ashton του NDP. Πιστεύω όμως, ότι θα έπρεπε να είχαμε περισσότερα άτομα στο κοινοβούλιο του Καναδά, καθώς και στα άλλα πολιτικά επίπεδα της χώρας. Επίσης, πάλι μας «τρώνε» οι Ταμίλ, μια και έχουν υπουργό από το 2019.

Εδώ πρέπει να σημειώσω, ότι η μη επανεκλογή της Μαίρη Ντέρου θα έχει γενικά επιπτώσεις στην παροικία μας και στους συμπάροικους, που τώρα πολλοί από αυτούς κατάλαβαν, ότι η γραμμή επικοινωνίας που είχαν στην περιοχή του Παρκ Εξτένσιον «κόπηκε» λόγω αμέλειας και απάθειας.

ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΕΙΣ…

Εκτός από την αναγνώριση του Ιανουαρίου ως μήνας κληρονομιάς των Ταμίλ, η Καναδική κυβέρνηση έχει αναγνωρίσει και άλλους Μήνες Κληρονομιάς: Ο Φεβρουάριος αναγνωρίστηκε το 1995 μήνας της Ιστορίας των Μαύρων, ο Μάρτιος έχει αναγνωριστεί από το 2017 Μήνας Κληρονομιάς των Ιρλανδών.

Ερώτηση: Εφόσον ο Μήνας Μάρτιος είναι για την κληρονομιά των Ιρλανδών, θα μπορούσε επίσης να αναγνωριστεί και ως Μήνας Ελληνικής Κληρονομιάς; Την απάντηση θα τη βρούμε παρακάτω, στο Μήνα Μάιο. Πριν όμως να ξέρουμε, ότι ο Απρίλιος αναγνωρίστηκε το 2019 ως Μήνας Κληρονομιάς των Σιχ.

Και ερχόμαστε στο Μάιο. Αυτός ο μήνας είναι αναγνωρισμένος από το 2002 ως Μήνας Κληρονομιάς των Ασιατών, από το 2018 ως Μήνας Κληρονομιάς των Εβραίων και από το 2019 ως Μήνας Κληρονομιάς των Πολωνών. Ο δε Ιούνιος είναι αναγνωρισμένος από το 2009 ως Μήνας της Ιστορίας των Ιθαγενών, καθώς επίσης από το 2010 έχει αναγνωριστεί ως Μήνας Κληρονομιάς των Ιταλών, από το 2018 Μήνας Κληρονομιάς των Φιλιππινέζων και από το 2017 ως Μήνας Κληρονομιάς των Πορτογάλων. Μετά περνάμε στον Οκτώβριο, που έχει αναγνωριστεί, ήδη από το 1992, ως Μήνας Ιστορίας των γυναικών, από το 2007 ως Μήνας Κληρονομιάς των Ισλαμιστών και πιο πρόσφατα, το 2018, ως Μήνας Κληρονομιάς των Λατινοαμερικανών. Ο Νοέμβριος τέλος, αναγνωρίστηκε το 2021 ως Μήνας Κληρονομιάς των Λιβανέζων και το 2022 ως Μήνας Κληρονομιάς των Ινδών.

ΓΙΑΤΙ ΑΥΤΟΙ ΚΑΙ ΟΧΙ ΕΜΕΙΣ;

Τι έκανε λοιπόν όλα αυτά τα χρόνια η οργανωμένη παροικία, για να θεσπιστεί ο Μήνας Μάρτιος ως μήνας Ελληνικής Κληρονομιάς; Μια τρύπα στο νερό! Ναι μεν υπήρχαν προτάσεις, και επαναλαμβανόμενα αιτήματα, αλλά χωρίς κανένα αποτέλεσμα.

Ας είμαστε ειλικρινείς. Το Κοινοβούλιο του Καναδά δε λειτουργεί με ιστορικό συναίσθημα. Λειτουργεί με πολιτική πίεση, οργάνωση και επιμονή. Και σε αυτά τα τρία, αποτύχαμε. Δεν είχαμε μία φωνή – είχαμε πολλές και… τσακωμένες.

Καμία παροικία δεν πέτυχε αναγνώριση Μήνα Κληρονομιάς επειδή ήταν «αρχαία» ή «ιστορική». Το πέτυχε επειδή παρουσιάστηκε ενιαία. Εμείς παρουσιαστήκαμε με διαφορετικά κογκρέσα που βρισκόντουσαν σε διαμάχη, και ακόμα με… προσωπικές ατζέντες και με εσωτερικούς πολέμους.

Η Βουλή δε συνομιλεί με παροικίες σε εμφύλιο. Συνομιλεί με συγκροτημένες πολιτικές οντότητες. Πράγμα που έχει σχεδόν μηδενιστεί, αν συγκρίνουμε τις δεκαετίες των ‘80 και ‘90.

Όταν εμείς μαλώναμε για καρέκλες, οι άλλες παροικίες περνούσαν νομοσχέδια… Μπερδέψαμε την προβολή με την πολιτική. Κάναμε μεγάλες εκδηλώσεις. Γεμίσαμε αίθουσες. Βγάλαμε φωτογραφίες με υπουργούς. Και νομίσαμε ότι αυτό αρκεί.

Δεν αρκεί. Η αναγνώριση Μήνα Κληρονομιάς δε γίνεται με δεξιώσεις. Γίνεται με οργανωμένο σχέδιο, με συνομιλίες με όλα τα κόμματα στη βουλή. Εμείς νομίσαμε ότι η Ιστορία αρκεί.

«Είμαστε εδώ από το 19ο αιώνα». Σωστό. «Συμβάλαμε στην οικονομία και στην κοινωνία». Σωστό.

Αλλά η Βουλή και τα κόμματα ρωτάνε κάτι άλλο: Πόσους ψηφοφόρους κινητοποιείτε σήμερα; Πόσους βουλευτές επηρεάζετε; Πόσο κοστίζει πολιτικά να σας αγνοήσουν; Σε αυτά, δεν είχαμε απάντηση.

Οι Ταμίλ, παρότι νεότερη παροικία, είχαν εκλογική βαρύτητα και πολιτική πειθαρχία. Εμείς είχαμε μνήμη – όχι πολιτική δύναμη.

Μέχρι πότε; Το ερώτημα δεν είναι αν «μας αδικούν». Το ερώτημα είναι: Πότε θα σοβαρευτούμε πολιτικά ως παροικία;

Μόνο όταν αποκτήσουμε πραγματικά ενιαία φωνή, σαφή στρατηγική και επιμονή, χωρίς εσωτερικές μικρότητες.

Μέχρι τότε, ας μην ψάχνουμε ενόχους αλλού. Ο καθρέφτης αρκεί. Από «φρου φρου κι αρώματα» δεν μπορώ να πω, πρέπει να είμαστε πρώτοι ως παροικία. Αλλά για όλα τα άλλα μάλλον τρίτοι και… καταϊδρωμένοι. Έως πότε;

Κόστος ζωής: Ο πολιτικός αντίκτυπος, οι επόμενοι μήνες και οι επιπτώσεις από την εκλογική πολιτική

0

Γράφει ο David Coletto*

Το δείγμα των 1500 Καναδών που ρωτήθηκαν πρόσφατα, σε δημοσκόπηση της Abacus Data, ήταν ξεκάθαρο. Το 67% απάντησε ότι το κόστος ζωής εν έτη 2026 είναι το χειρότερο που έχει υπάρξει στον Καναδά! Ποιος είναι όμως ο πολιτικός αντίκτυπος για την κατάσταση αυτή που έχει διαμορφωθεί; Ποια σημασία έχουν οι επόμενοι μήνες και ποιες θα είναι οι επιπτώσεις της κυβερνητικής πολιτικής; Ας τα δούμε όλα με τη σειρά:

Καταρχήν, οι πολιτικές συνέπειες των ανησυχιών για την οικονομική προσιτότητα είναι ορατές, αλλά δεν έχουν ακόμη αποκρυσταλλωθεί πλήρως. Μεταξύ των Καναδών που λένε ότι το κόστος ζωής είναι κορυφαίο ζήτημα γι’ αυτούς, η πρόθεση ψήφου ευνοεί τους Συντηρητικούς στο 44%, με τους Φιλελεύθερους στο 38% και το NDP στο 8%.

Η κυβερνητική έγκριση αλλάζει επίσης. Μεταξύ εκείνων που δίνουν προτεραιότητα στο κόστος ζωής, το 41% εγκρίνει τις επιδόσεις της κυβέρνησης, το 20% είναι ουδέτερο και το 39% αποδοκιμάζει. Μεταξύ όλων των άλλων, η έγκριση αυξάνεται στο 57%, με την αποδοκιμασία να πέφτει στο 28%.

Το ίδιο μοτίβο εμφανίζεται στις εντυπώσεις του πρωθυπουργού Μαρκ Κάρνεϊ. Μεταξύ εκείνων που δίνουν προτεραιότητα στο κόστος ζωής, η καθαρή του εντύπωση είναι οριακά θετική στο +2, με 40% θετική και 38% αρνητική. Μεταξύ όλων των άλλων, η καθαρή του εντύπωση αυξάνεται απότομα στο +20, με 52% θετική και 30% αρνητική.

Αυτά τα κενά έχουν σημασία. Δείχνουν ότι οι ανησυχίες σχετικά με την οικονομική προσιτότητα συνδέονται με ασθενέστερη έγκριση και πιο ήπιες προσωπικές αξιολογήσεις. Ταυτόχρονα, δείχνουν επίσης ότι το θέμα δεν έχει γίνει ακόμη καθοριστική πολιτική ευθύνη για την κυβέρνηση Carney.

ΓΙΑΤΙ Η ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΠΡΟΣΙΤΟΤΗΤΑ

ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΑΚΟΜΗ «ΣΠΑΣΕΙ» ΠΟΛΙΤΙΚΑ

Υπάρχουν διάφοροι λόγοι για τους οποίους το κόστος ζωής, παρά την έντασή του, δεν έχει ακόμη μεταφραστεί πλήρως σε πολιτικό σημείο ρήξης. Πολλοί Καναδοί βλέπουν την οικονομική προσιτότητα ως διαρθρωτική και παγκόσμια και όχι ως αποτέλεσμα αποφάσεων μιας μεμονωμένης κυβέρνησης. Αυτό μετριάζει την ευθύνη, ακόμη και όταν η απογοήτευση παραμένει υψηλή.

Η κυβέρνηση Κάρνεϊ έχει λάβει κάποια μέτρα για να δείξει ότι είναι συμπονετική για το θέμα. Εξάλειψε την τιμή του άνθρακα, μείωσε τους φόρους εισοδήματος, έκανε μόνιμο το εθνικό πρόγραμμα σχολικών τροφίμων και ξεκίνησε την αυτόματη φορολογική δήλωση για τους Καναδούς με χαμηλότερο εισόδημα, για να διασφαλίσει ότι μπορούν να έχουν πρόσβαση σε κρατικά επιδόματα.

Η οικονομική προσιτότητα ανταγωνίζεται επίσης άλλες ανησυχίες αντί να τις παραγκωνίζει. Ο Τραμπ, το εμπόριο, η υγειονομική περίθαλψη και η παγκόσμια αστάθεια, τοποθετούνται πάνω από τις πιέσεις κόστους, δημιουργώντας μια περίπλοκη ατζέντα και όχι ένα μοναδικό δημοψήφισμα που μπορεί να είναι μοναδικά καναδικό.

ΓΙΑΤΙ ΕΧΟΥΝ ΣΗΜΑΣΙΑ

ΟΙ ΕΠΟΜΕΝΟΙ ΜΗΝΕΣ

Ο συγχρονισμός μπορεί να αλλάξει τη δυναμική. Την περίοδο των εορτών οι δαπάνες αυξήθηκαν, ακόμη και για τα νοικοκυριά που βρίσκονται υπό πίεση. Βρισκόμαστε ήδη στον Ιανουάριο, που είναι ο μήνας που φτάνουν οι λογαριασμοί πιστωτικών καρτών, οι αποταμιεύσεις φαίνονται πιο αραιές και η οικονομική συμπίεση μετά τις διακοπές ξεκινά.

Αυτό το εποχιακό μοτίβο έχει τη δυνατότητα να εντείνει τις ανησυχίες για την οικονομική προσιτότητα τους πρώτους μήνες του νέου έτους. Για τις κυβερνήσεις, τα ιδρύματα και τις οργανώσεις υπεράσπισης, αυτή είναι μια στιγμή που η ενσυναίσθηση, ο τόνος και η συνάφεια, θα έχουν μεγαλύτερη σημασία από τη φιλοδοξία ή την αφαίρεση.

ΕΠΙΠΤΩΣΕΙΣ ΠΕΡΑ ΑΠΟ

ΤΗΝ ΕΚΛΟΓΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Τα ευρήματα έχουν επίσης σαφείς επιπτώσεις για τις ενώσεις, τις εταιρείες και τους μη κερδοσκοπικούς οργανισμούς που διαμορφώνουν τις ατζέντες υπεράσπισης. Η οικονομική προσιτότητα έχει γίνει ένα τεστ αξιοπιστίας. Το κοινό φιλτράρει τα μηνύματα μέσω του δικού του οικονομικού άγχους και οι προτάσεις που δε συνδέονται σαφώς με τον αντίκτυπο στα νοικοκυριά, κινδυνεύουν να απορριφθούν ως εκτός πραγματικότητας.

Για τις επιχειρήσεις και τους βιομηχανικούς ομίλους, τα επιχειρήματα σχετικά με την ανάπτυξη, την ανταγωνιστικότητα ή την καινοτομία, θα έχουν απήχηση μόνο εάν συνδέονται ρητά με τη σταθερότητα, την προβλεψιμότητα και την ελάφρυνση του κόστους για τους καταναλωτές ή τους εργαζόμενους.

Προς το παρόν, το κόστος ζωής παραμένει προειδοποιητικό φως και όχι κόκκινο φως για την κυβέρνηση Κάρνεϊ. Αλλά η ένταση του συναισθήματος, σε συνδυασμό με τις εποχιακές πιέσεις και τα εύθραυστα οικονομικά των νοικοκυριών, σημαίνει ότι το ζήτημα είναι απίθανο να ξεθωριάσει ήσυχα στο παρασκήνιο.

*Ιδρυτής, Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος της Abacus Data